- Advertisement -

Είναι Παρασκευή, λίγο μετά τις 15:30, και η Π. Τσαλδάρη στη Νίκαια κινείται στους γνώριμους, χαλαρούς ρυθμούς ενός ήσυχου μεσημεριού. Ο πεζόδρομος δεν έχει ακόμη γεμίσει, οι περαστικοί πηγαινοέρχονται χωρίς βιασύνη, οι κουβέντες τους είναι χαμηλόφωνες και η περιοχή μοιάζει για λίγο να έχει κατεβάσει ταχύτητες. Μέχρι που ακούγεται μία γνώριμη μελωδία. Από κάπου διαπερνά το «Ώρες μικρές», χωρίς να είναι εύκολο να καταλάβεις ακριβώς από που προέρχεται.
Στη Νίκαια, αυτές τις ημέρες, ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν χρειάζεται να βρίσκεται κάπου για να είναι παρών. Είναι στα ηχεία των μαγαζιών, στις συζητήσεις των ανθρώπων, στις αναμνήσεις εκείνων που τον γνώρισαν πριν κατακτήσει την νύχτα, πριν γίνει ο «Μαζώ» που γνώρισε ολόκληρη η Ελλάδα.
Από την παλιά του γειτονιά, από εκεί που ξεκίνησαν όλα, μέχρι τις μεγάλες πίστες, ο Γιώργος Μαζωνάκης διένυσε μια διαδρομή που δύσκολα περιγράφεται με συνηθισμένους όρους. Έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ιδιαίτερους καλλιτέχνες, έφτιαξε τη δική του αισθητική, ακολούθησε τον δικό του δρόμο.
Το μαγαζί που βάφτισε ο Μαζωνάκης
«Σούπερ σταρ ήταν πάνω στην πίστα, στην καθημερινότητά του ήταν ένας απλός άνθρωπος με τρομερή ψυχή» μας λέει ο Νίκος Αναγνωστόπουλος, συνιδιοκτήτης της «Παλιάς Γειτονιάς», του μαγαζιού που βάφτισε ο Γιώργος Μαζωνάκης.
Το κατάστημα πενθεί, προσθέτει, και τονίζει πως δεν είναι σχήμα λόγου. Το λέει σχεδόν αμέσως, σαν να μην υπάρχει άλλος τρόπος να περιγράψει αυτό που συμβαίνει. «Αυτή είναι η πραγματικότητα και δεν μπορεί να την πιστέψει κανείς».

Ο Νίκος μας γυρίζει 10 χρόνια πίσω, οπότε και ο κ. Κώστας, παιδικός φίλος του Γιώργου Μαζωνάκη, ήθελε να ανοίξει το μαγαζί, που βρίσκεται δύο στενά από το πατρικό του παιδιού που αγκάλιασε όλη η χώρα. «Τον παίρνει τηλέφωνο και του λέει, “Γιώργο, θέλω να ανοίξω ένα κατάστημα στην γειτονιά μας, έχεις καμία ιδέα για το όνομα;” και του απαντά “γιατί δεν το λες η Παλιά Γειτονιά, όπως και το τραγούδι μου;”».
Και κάπως έτσι ο Μαζωνάκης έγινε ο νονός ενός μαγαζιού λίγα στενά μακριά από το σπίτι όπου μεγάλωσε.
«Ο Γιώργος ήταν ένας και μοναδικός. Δεν θα υπάρξει άλλος. Εγώ τον γνώρισα όταν ανοίξαμε, γιατί ο κύριος Κώστας επί 35 χρόνια σερί ήταν μαζί του σε κάθε του εμφάνιση. Έτσι ξεκίνησα να πηγαίνω και εγώ, να τον ακούω, να τον αγαπώ, να τον θαυμάζω και να τον στηρίζω. Αναπτύξαμε μία πιο προσωπική σχέση και δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουμε οποιαδήποτε βραδιά του. Ήμασταν εκεί όλη την χρονιά».
Εκείνη την στιγμή βγάζει από την τσέπη του το κινητό του, και μας λέει ότι θέλει να μας δείξει ένα βίντεο.
«Κάθε φορά που έβλεπε ο Μαζωνάκης τον κύριο Κώστα, άφηνε την πίστα και πήγαινε να τον αγκαλιάσει. Ήταν πολύ κοντά οι δυο τους, δεν τον ξέχασε ποτέ».
«Ο Γιώργος δεν ήταν στημένος»
Η συζήτηση επανέρχεται ξανά και ξανά στον Γιώργο που γνώρισαν στη Νίκαια, πριν γίνει ο απόλυτος perfomer πάνω στην σκηνή, που μπορούσε να μετατρέψει την πίστα σε θέατρο και να κινείται με την άνεση ενός ανθρώπου που δεν ενδιαφερόταν ποτέ να χωρέσει σε καλούπια.
«Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και πάρα πολύ απλός. Χωρίς κόμπλεξ. Δεν τον ενδιέφερε ότι ήταν ο Μαζωνάκης, ώστε να μην χαιρετήσει κάποιον που δεν ξέρει. Αυτό που μου έκανε εμένα εντύπωση ήταν η ανοιχτή του αγκαλιά και η αθωότητα στην ψυχή του και στο βλέμμα του. Ο Γιώργος δεν ήταν στημένος».
«Ήταν το παιδί της γειτονιάς μας»
Ίσως, η λέξη αθωότητα να εξηγεί καλύτερα από όλες τις υπόλοιπες τον τρόπο με τον οποίο τον θυμάται η γειτονιά. Όχι ως τον εκκεντρικό, πρωτοποριακό, ακομπλεξάριστο σταρ που μπορούσε να εμφανιστεί στη σκηνή και να κάνει την υπερβολή μέρος της τέχνης του.
«Ήταν άδικο αυτό που συνέβη και αμαρτία, λέει ο Νίκος και χαμηλώνει το βλέμμα του, επισημαίνοντας πως «ο Γιώργος ήταν ίδιος όταν έφυγε από την γειτονιά, και όταν γυρνούσε. Για εμάς δεν έγινε ποτέ ο Μαζωνάκης που ξέρει ο κόσμος. Από την στιγμή που έφυγε δεν έχουμε σταματήσει να παίζουμε τα τραγούδια του και να σχολιάζουμε αυτό που έγινε. Ήταν το παιδί της γειτονιάς μας. Ακούμε ιστορίες για αυτόν, ένας πελάτης μου είπε ότι οι αδερφές του κάποτε έμεναν απέναντι από εδώ, και ήταν πολύ μικρός ο Γιώργος. Του έβαζαν μουσική και έκαναν γλέντια, έσπαγαν πιάτα μέχρι το πρωί και εκείνος τραγουδούσε. Γινόταν χαμός».
Πριν φύγουμε, παίρνει δύο-τρία τηλέφωνα και μας λέει να πάμε στο μαγαζί Καπαρόμηλο, προσθέτοντας πως «δεν υπάρχει άνθρωπος εδώ που θα σου πει κακό λόγο για τον Γιώργο. Όλοι λένε πόσο ψυχούλα ήταν».
Μέσα σε τρία λεπτά, ήμασταν στο μεζεδοπωλείο που μας περίμεναν ο Θωμάς και ο Νίκος.
«Ήμουν ο μπαρίστας του» είναι η πρώτη κουβέντα του Θωμά, και ο Νίκος μας δείχνει τα εισιτήρια για το ραντεβού της 20ης Σεπτέμβρη στην Τεχνόπολη. Και οι δύο αναστενάζουν.
«Αντί για καφέ, πλακωθήκαμε σφηνάκια»
Ο Θωμάς τον γνώριζε από τότε που ήταν 21-22 χρονών. Η αδερφή του Γιώργου Μαζωνάκη, είχε μαγαζί στον Κορυδαλλό, και μετά τα ξενύχτια, πολλές φορές, πήγαινε να πιει καφέ στην πλατεία Ελευθερίας.
«Ένα πρωί με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει, “Θωμά άνοιξε λίγο πιο νωρίς το μαγαζί, έλα κατά τις 07:00 γιατί θέλω να πιω έναν καφέ”. Ήρθε μαζί με την παρέα του, και εκείνη την ημέρα μέθυσα, γιατί αντί να πιούμε καφέ, πλακωθήκαμε στα σφηνάκια».
Ο Νίκος που στέκεται ακριβώς από πίσω του γελάει, γιατί θυμάται κάποιες Κυριακές που μαζεύονταν τα παιδιά της γειτονιάς, στο σπίτι της θείας του Μαζωνάκη όπου τραγούδαγε και έσπαγαν πιάτα.
Λέει, πως στην Νίκαια, τον Μαζωνάκη τον γνώρισαν ως τον γείτονα τους, τον πελάτη-φίλο τους. «Πολλές φορές τον έβλεπα σερί γιατί πήγαινα και τον άκουγα, στο ξεκίνημα του. Μεγάλωσα μαζί του. Οι αναμνήσεις μας υπάρχουν και αυτό που συνέβη είναι ασύλληπτο».
Ο Θωμάς αναφέρει πως από την Τετάρτη είναι όλοι σοκαρισμένοι. «Όλη η Ελλάδα και ιδιαίτερα εδώ η Νίκαια που τον ήξερε, έχουμε παγώσει. Ας αφήσουμε την καριέρα και την διασημότητά του. Για εμάς ήταν ο άνθρωπός μας. Ήταν ταπεινός ο Γιώργος».
Κάνοντας μία βόλτα στα γύρω στενά από το πατρικό σπίτι του Γιώργου Μαζωνάκη, ακούγονται από τα αυτοκίνητα πάλι τα τραγούδια του. Όσους κατοίκους της περιοχής κι αν ρωτήσαμε για εκείνον, όλοι μας απαντούσαν πως «ήταν πάνω από όλα άνθρωπος. Βοηθούσε οποιονδήποτε είχε ανάγκη. Την γειτονιά του δεν την ξέχασε ποτέ».
Comments are closed.