- Advertisement -

Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία πολλά χρόνια η Κεντροαριστερά, ελληνική τε και ευρωπαϊκή, αντιμετωπίζει τη μια πρόκληση μετά την άλλη. Σε καμία, ωστόσο, περίπτωση δεν έδειξε μέχρι τώρα ότι ήταν σε θέση να δώσει τις απαντήσεις που θα της επέτρεπαν να βρει την έξοδο από την πολυεπίπεδη κρίση στην οποία είχε αρχίσει να βυθίζεται από τότε που έχασε τη δυνατότητα να ανανεώνει το κοινωνικό συμβόλαιο. Χάρη σε αυτό είχε εξασφαλίσει την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία εγγυώμενη τη διαρκή κοινωνική ανέλιξη των πολυπληθών μεσοστρωμάτων της, προ της παγκοσμιοποίησης, εποχής γενικευμένης ευημερίας.
Αντιστρόφως, η κατά πολύ νεαρότερη βορειοαμερικανική Κεντροαριστερά άρχισε παραδόξως να επιδεικνύει τα τελευταία χρόνια τη ζωτικότητα που έλειψε από την ομόλογή της ευρωπαϊκή. Κάπως έτσι, άλλωστε, άρχισε επ’ εσχάτοις να καθίσταται για την τελευταία πρότυπο και πηγή έμπνευσης που την έκαναν να αναθαρρήσει δανειζόμενη τα φώτα των πέραν του Ατλαντικού θεωρητικών της με την ελπίδα ότι έτσι θα ξαναβρεί τη χαμένη γοητεία και επιρροή της.
Τα όσα ακούστηκαν στην προχθεσινή μαραθώνια συνέντευξη Τύπου του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ φαίνεται να αποτελούν ένα ενδεικτικό, και όχι ακόμα καλά χωνεμένο, δείγμα της γραφής με την οποία θα δοκιμάσει να συντάξει το κοινωνικό συμβόλαιο με το οποίο φιλοδοξεί να αναγεννήσει την ευρύτερη Κεντροαριστερά.
Σίγουρα, πάντως, έδειξε να έχει διαβάσει καλά την κρίση του πολιτικού συστήματος και τα αίτιά της. Μένει να δείξει ότι εξίσου καλά αντιλαμβάνεται και το μέγεθος της νέας μεγάλης πρόκλησης με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά.
Γιατί, πράγματι, αν η τελευταία θέλει να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν έχει χάσει οριστικά την ικανότητά της να κινητοποιεί τις δυνάμεις της εργασίας και να εμπνέει την κοινωνία των πολιτών, σηκώνοντάς τους από τον καναπέ. Πολύ περισσότερο που η εμπειρία του θριάμβου της Ακροδεξιάς στις εκλογές της Σαξονίας-Ανχαλτ διδάσκει ότι αν η αποχή συνιστά μια νέα μορφή ψήφου διαμαρτυρίας, η αυξημένη συμμετοχή μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει το μυστικό της επιτυχίας των εχθρών της δημοκρατίας.
Αντί, λοιπόν, οι συνιστώσες της Κεντροαριστεράς να εξαντλούν τη φαντασία τους στη σύλληψη συνωμοσιολογικών σεναρίων περί μυστικών μετεκλογικών σχεδιασμών, είναι προτιμότερο να αναζητήσουν τους τρόπους με τους οποίους η μεν εμφύλια εχθροπάθεια θα πάψει να ταλανίζει τη δημοκρατική παράταξη, η δε παραγωγή συναινέσεων και όχι μονοκομματικών κυβερνήσεων θα καταστεί μέθοδος αποφυγής της ακυβερνησίας και εξασφάλισης της πολιτικής σταθερότητας. Ιδιαίτερα τώρα που οι ίδιες οι περιστάσεις επιβάλλουν στις ηγεσίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης να δώσουν συνέχεια σε ανοίγματα που θα ελαφρύνουν τη θέση τους απέναντι σε μια κοινή γνώμη που αναζητά νέες πολιτικές ισορροπίες και οργίζεται με την άρνησή τους να συγκροτηθούν σε αντίπαλο δέος.
Στο κάτω-κάτω, το μόνο που μπορεί να αποτρέψει τον κίνδυνο της μετατροπής του αντισυστημισμού σε τροφοδότη της εκλογικής δυναμικής της Ακροδεξιάς είναι η επικαιροποίηση του νοήματος της διαιρετικής τομής μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Από εκεί εξάλλου θα πρέπει ξεκινήσει και η αναζήτηση της λύσης του προβλήματος που αποτελεί για τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς η χρήση του απλουστευτικού λόγου που απευθύνεται στα τμήματα εκείνα του πληθυσμού τα οποία αποζητούν τις απλές και γρήγορες απαντήσεις, οι οποίες βασίζονται στη δήθεν «κοινή λογική». Είναι ακριβώς αυτή η λογική που έκανε κάποτε τους φτωχούς της αμερικανικής κοινωνίας, και αργότερα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, να πιστεύουν ότι μόνον οι προνομιούχοι είχαν λόγο να τρέχουν στα εκλογικά τμήματα και να παίρνουν μέρος στον κομματικό ανταγωνισμό.
Μέχρι που εμφανίστηκαν οι εθνολαϊκιστές και στις δύο ακτές του ωκεανού για να τους μετατρέψουν σε ορκισμένους τιμωρούς των εκπροσώπων του εντός των τειχών συστήματος.
Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής
Comments are closed.