- Advertisement -

Όταν πρέπει να αποδείξεις ότι αξίζεις την ιδιότητα του θύματος

Όταν πρέπει να αποδείξεις ότι αξίζεις την ιδιότητα του θύματος
5

- Advertisement -

Η μελέτη «Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Γάλλου ιστορικού Μορίς Ντομά κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Κατερίνας Γούλα από τις εκδόσεις Gutenberg. 

Το βιβλίο επιχειρεί να παρακολουθήσει την ιστορία της υποτίμησης απέναντι στις γυναίκες σε βάθος περίπου πέντε αιώνων, δείχνοντας ότι η ανδρική κυριαρχία δεν εξαφανίζεται απλώς επειδή αλλάζουν οι νόμοι ή οι κοινωνικές αντιλήψεις. Αντίθετα, μεταμορφώνεται και βρίσκει νέους τρόπους να επιβιώνει.

Ο Ντομά κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Η χρήση του όρου «σεξισμός», είναι πολύ γενικός και ασαφής για να περιγράψει ειδικά την εχθρότητα και την υποτίμηση που στρέφεται εναντίον των γυναικών, και καταλήγει να στοιχειοθετεί πως η ίδια η λέξη είναι σεξιστική. Για τον ίδιο, ο μισογυνισμός δεν αποτελεί ένα ενιαίο φαινόμενο. Έχει διαφορετικές μορφές και μπορεί να είναι άλλοτε φανερός και επιθετικός και άλλοτε τόσο βαθιά ενσωματωμένος στην καθημερινότητα, ώστε να περνά απαρατήρητος.

Όταν η βία μεταμφιέζεται σε «αστείο»

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές σύγχρονου μισογυνισμού είναι αυτή που περνά μέσα από το «χιούμορ».

Όταν η ανοιχτή προσβολή ή η σεξουαλική επιθετικότητα γίνεται κοινωνικά λιγότερο αποδεκτή, μπορεί να μετατραπεί σε «πλάκα». Ο άνδρας δεν θέλει, υποτίθεται, να προσβάλει τη γυναίκα. «Απλώς αστειεύεται».

Το πρόβλημα βρίσκεται και στην αντίδραση που τη συνοδεύει. Όταν μια γυναίκα δέχεται μια προσβλητική ή σεξουαλικά επιθετική συμπεριφορά και το περιβάλλον γελά, η πράξη παύει να αντιμετωπίζεται ως επιθετικότητα και μετατρέπεται σε θέαμα. Το πρόβλημα με το μισογυνιστικό αστείο δεν είναι απλώς ότι κάποιος είπε κάτι προσβλητικό. Είναι ότι ένα ολόκληρο περιβάλλον μπορεί να γελάσει μαζί του και, μέσα από αυτό το γέλιο, να αποφασίσει ότι δεν συνέβη τίποτα.

Αυτό κάνει τη συγκεκριμένη μορφή μισογυνισμού ακόμη πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Η γυναίκα που αντιδρά μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί υπερβολική, υπερευαίσθητη ή «χωρίς χιούμορ». Αν γελάσει, όμως, συμβάλλει άθελά της στη νομιμοποίηση της συμπεριφοράς. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η προσβολή παρουσιάζεται ως αστείο, το αστείο θεωρείται ακίνδυνο και, επειδή θεωρείται ακίνδυνο, δεν χρειάζεται να καταδικαστεί.

Ο μηχανισμός αυτός γίνεται ακόμη πιο σύνθετος, όταν οι ίδιες οι γυναίκες συμμετέχουν στο γέλιο. Ο Ντομά επισημαίνει ότι αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως οι γυναίκες αποδέχονται τον μισογυνισμό. Ακόμη και σήμερα, η επιθυμία να διατηρηθούν οι ισορροπίες σε έναν χώρο εργασίας ή σε μια παρέα μπορεί να οδηγεί μια γυναίκα στο να γελάσει με κάτι που στην πραγματικότητα την προσβάλλει. Η «ευγενική βία» λειτουργεί ακριβώς επειδή δεν απαιτεί από το θύμα να σιωπήσει. Του ζητά να γελάσει μαζί με τον δράστη.

Από την «ανδρική παρέα» στην κανονικοποίηση της απαξίωσης

Ο συγγραφέας συνδέει τη σύγχρονη κουλτούρα του ανδρικού αστεϊσμού με πολύ παλαιότερες μορφές συλλογικής επιβεβαίωσης της ανδρικής ταυτότητας.

Μέχρι και τον 16ο αιώνα, περιγράφονται περιστατικά στα οποία ομάδες προνομιούχων νεαρών ανδρών αντιμετώπιζαν τον βιασμό γυναικών, συχνά υπηρετριών ή χηρών, ως ένα είδος «ανδρικής τελετουργίας». Η σεξουαλική βία γινόταν έτσι μέσο ένταξης στην ανδρική ομάδα και απόδειξης ανδρισμού.

Σήμερα το πλαίσιο είναι διαφορετικό. Ωστόσο, ο Ντομά εντοπίζει μια συνέχεια στον τρόπο με τον οποίο οι άνδρες μπορούν να χρησιμοποιούν την υποτίμηση των γυναικών για να ενισχύσουν τους δεσμούς μεταξύ τους.

Αυτό φαίνεται και στο λεγόμενο «bro talk», τη γλώσσα των ανδρικών παρεών, όπου οι γυναίκες συχνά μετατρέπονται σε αντικείμενα σεξουαλικής αξιολόγησης και σχολιασμού. Το χιούμορ λειτουργεί ως μηχανισμός συσπείρωσης της ανδρικής ομάδας: οι άνδρες γελούν μαζί, επιβεβαιώνουν ο ένας τον άλλον και ταυτόχρονα δημιουργούν έναν χώρο στον οποίο η γυναίκα βρίσκεται εκτός.

O έρωτας δεν αρκεί για να σβήσει την ανισότητα

Ο Ντομά στρέφει το βλέμμα του στον έρωτα και στον γάμο. Ο έρωτας ξεκινά συχνά με την αίσθηση της απόλυτης ισότητας. Στην περίοδο του πάθους, οι δύο άνθρωποι βλέπουν ο ένας τον άλλον ως τον σημαντικό «Άλλο», από τον οποίο παίρνουν επιβεβαίωση και μέσα από τον οποίο αισθάνονται ότι υπάρχουν.

Με τον χρόνο, όμως, οι παλιές κοινωνικές προσδοκίες μπορούν να επιστρέψουν. Ο άνδρας εξακολουθεί να θεωρείται συχνά το ισχυρότερο μέλος του ζευγαριού, ενώ η γυναίκα καλείται να προσαρμοστεί στις ανάγκες και στις επιθυμίες του. Έτσι, το ζευγάρι που υποτίθεται ότι αποτελεί χώρο οικειότητας και ασφάλειας μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου αναπαράγονται οι κοινωνικές ανισότητες.

Η ίδια λογική βρίσκεται πίσω και από τον μύθο ότι οι γυναίκες έχουν «από τη φύση τους» μικρότερες σεξουαλικές ανάγκες από τους άνδρες. Πρόκειται για μια αντίληψη που δεν περιγράφει απλώς τη σεξουαλικότητα, αλλά επιβάλλει έναν συγκεκριμένο ρόλο στις γυναίκες.

Η ιδιότητα του θύματος

Ακόμη πιο σκοτεινό είναι το κεφάλαιο της κακοποίησης. Ο συγγραφέας εξετάζει την τάση της κοινωνίας να αναζητά ευθύνη στο θύμα: τι φορούσε, πού βρισκόταν, γιατί δεν έφυγε, γιατί δεν αντέδρασε, γιατί παρέμεινε στη σχέση, γιατί δεν το είπε νωρίτερα;

Δεν θα δυσκολευτούμε -δυστυχώς- να αντιληφθούμε πόσο συχνά ακούμε αυτές τις εμμονικές ερωτήσεις προς το θύμα.

Αν μπορούμε να εντοπίσουμε κάτι που «έκανε λάθος», τότε μπορούμε ευκολότερα να πείσουμε τον εαυτό μας ότι εμείς θα είχαμε συμπεριφερθεί διαφορετικά και, επομένως, ότι θα ήμασταν ασφαλείς. Η βία έτσι μετατρέπεται από ένα γεγονός που αποκαλύπτει μια κοινωνική και έμφυλη ανισορροπία σε μια ιστορία λανθασμένων επιλογών ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Η συμπεριφορά του εξετάζεται εξονυχιστικά, ενώ η συμπεριφορά του δράστη περνά συχνά σε δεύτερο πλάνο. Αντί να ρωτήσουμε γιατί ένας άνθρωπος άσκησε βία, ρωτάμε γιατί ένας άλλος άνθρωπος δεν κατάφερε να την αποφύγει.

Εδώ βρίσκεται και η πιο ύπουλη πλευρά του μισογυνισμού: το θύμα καλείται ουσιαστικά να αποδείξει ότι ήταν «αρκετά προσεκτικό», «αρκετά σαφές», «αρκετά επιφυλακτικό» ώστε να δικαιούται την ιδιότητα του θύματος.

- Post Down -

Comments are closed.