- Advertisement -

Γιατί οι μαθητές δεν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν – Τι λέει στο tanea.gr ο συντονιστής του εθνικού προγράμματος PISA

Γιατί οι μαθητές δεν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν – Τι λέει στο tanea.gr ο συντονιστής του εθνικού προγράμματος PISA
2

- Advertisement -

Τι πραγματικά μένει, όταν ένας μαθητής τελειώνει το Γυμνάσιο χωρίς να μπορεί να κατανοήσει ένα κείμενο, να κάνει έναν απλό μαθηματικό συλλογισμό ή να λύσει ένα απλό πρόβλημα;

Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα που αφήνει πίσω της η έρευνα PISA 2025 του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα. Οι επιδόσεις των Ελλήνων 15χρονων παραμένουν χαμηλές και καταγράφουν νέα πτώση, η οποία ωστόσο είναι μικρότερη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και με την αντίστοιχη υποχώρηση που καταγράφεται διεθνώς.

Στην έρευνα PISA 2025, εκτός από τις φυσικές επιστήμες, που ήταν το βασικό αντικείμενο στο οποίο εστίασε ο διαγωνισμός του 2025, την κατανόηση κειμένου και τα μαθηματικά, οι μαθητές αξιολογήθηκαν για πρώτη φορά και στην επίλυση προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα.

Οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών είναι οι εξής:

  • Στις φυσικές επιστήμες συγκέντρωσαν 434 μονάδες, επτά λιγότερες σε σχέση με το 2022. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 482 (-3 σε σχέση με το 2022) και της Ε.Ε. 476 (-5 μονάδες).
  • Στην κατανόηση κειμένου συγκέντρωσαν 423 μονάδες, 16 λιγότερες σε σύγκριση με το 2022. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 461 (-14 σε σχέση με το 2022) και της Ε.Ε. 451 μονάδες (-18 μονάδες).
  • Στα μαθηματικά συγκέντρωσαν 424 μονάδες, έξι λιγότερες από το 2022. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 463 (-9 σε σχέση με το 2022) και της Ε.Ε. 460 μονάδες (-12 μονάδες).
  • Αναφορικά με το αντικείμενο της επίλυσης προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα, το οποίο εξετάστηκε για πρώτη φορά το 2025, οι μαθητές στην Ελλάδα είχαν μέση επίδοση 461 μονάδες έναντι 500 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση ανάμεσα σε 91 χώρες.

Τέσσερις στους 10 αδυνατούν να κατανοήσουν το νόημα απλών κειμένων

Αυτό που προκύπτει είναι ότι ένας στους δύο Έλληνες μαθητές τελειώνει το Γυμνάσιο, χωρίς να μπορεί να κάνει απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις, ενώ τέσσερις στους δέκα αδυνατούν να κατανοήσουν απλά φυσικά φαινόμενα ή ακόμη και το νόημα απλών κειμένων.

Σύμφωνα με τον κ. Κώστα Δημόπουλο, καθηγητή Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και εθνικό συντονιστή του προγράμματος PISA, η σωστή ανάγνωση των αποτελεσμάτων, δεν είναι το να κοιτάξει κανείς μόνο την θέση της Ελλάδας στην κατάταξη. Ο ΟΟΣΑ προτείνει να εξετάζεται η πορεία μίας χώρας στον χρόνο και σε σχέση με τη διεθνή εικόνα, δηλαδή εάν προοδεύει ή υποχωρεί και εάν συγκλίνει ή αποκλίνει από τον μέσο όρο.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει χαμηλές επιδόσεις, αλλά έπειτα από χρόνια υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατρακύλα «φρενάρει». «Ναι μεν, τα αποτελέσματα δεν είναι αυτά που θέλουμε, αλλά υπάρχουν σαφή σημάδια βελτίωσης, καθώς τα προηγούμενα χρόνια και πέφταμε στις αποδόσεις μας, αλλά απομακρυνόμασταν και από τον μέσο όρο. Τα τελευταία 2-3 έτη, παρατηρούμε μία πρώτη σταθεροποίηση και σημάδια σύγκλισης» εξηγεί ο κ. Δημόπουλος στο tanea.gr.

«Άσε, θα μας απαντήσει το ΑΙ»

Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τα αποκαρδιωτικά αποτελέσματα των Ελλήνων 15χρονων μαθητών, η πτώση των επιδόσεων, τόσο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, σε σχέση με τον διαγωνισμό του 2022 αποδίδεται, σε ένα μέρος της, στην πανδημία. Οι μαθητές που εξετάστηκαν το 2025 βρίσκονταν στην Δ΄ και Ε΄ Δημοτικού όταν έκλεισαν τα σχολεία και η διδασκαλία μεταφέρθηκε από τη φυσική τάξη στην οθόνη.

Αυτό που επισημαίνει ο κ. Δημόπουλος, είναι ότι, όσο μικρότερη ήταν η ηλικία των παιδιών κατά την περίοδο της πανδημίας, τόσο μεγαλύτερες φαίνεται να ήταν οι γνωστικές απώλειες. Και αυτό έχει μια απλή εξήγηση. Τα παιδιά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού βρίσκονταν ακόμη στη διαδικασία οικοδόμησης βασικών γνωστικών δεξιοτήτων. Η απώλεια της καθημερινής επαφής με τον εκπαιδευτικό, η αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας και η απομάκρυνση από τη σχολική ρουτίνα είχαν μεγαλύτερο κόστος.

Η πανδημία, ωστόσο, είναι μόνο ένα μέρος της εξίσωσης. Όπως αναφέρει ο κ. Δημόπουλος, η σημερινή εικόνα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε αυτόν τον παράγοντα. Ο ίδιος προσθέτει και την σχέση των παιδιών με τα ψηφιακά μέσα. Η γενιά που εξετάστηκε στην PISA 2025 έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον συνεχούς ψηφιακής έκθεσης, όπου η πληροφορία προσφέρεται σε μικρά, γρήγορα και αποσπασματικά κομμάτια.

Το ζήτημα δεν είναι ότι τα παιδιά χρησιμοποιούν την τεχνολογία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τη χρησιμοποιούν και η επίδρασή του στη συγκέντρωση, στην ανάγνωση και στην επεξεργασία σύνθετης πληροφορίας.

«Οι εκπαιδευτικοί ενδεχομένως να έχουν μία διδακτική νοοτροπία που περοέρχεται από το παρελθόν. Στην Ελλάδα, έχουμε έντονα την ακαδημαϊκή διδασκαλία, δηλαδή, διδάσκουμε στα παιδιά την γνώση “ξερή”, χωρίς να τα δείχνουμε πώς να την εφαρμόζουν στην καθημερινή ζωή. Για παράδειγμα, στο μάθημα της Ιστορίας λέμε να μάθουν τις μάχες, ποιοι συγκρούστηκαν κλπ. Το ζητούμενο όμως δεν είναι αυτό, καθώς αυτά τα στοιχεία μπορούν να τα βρουν αναλυτικά και μέσω ΑΙ. Το θέμα είναι να υπάρχει ένας γνωστικός μηχανισμός, ώστε να κατανοήσουν τα παιδιά τι είναι ο πόλεμος ως φαινόμενο και ποιες είναι οι αιτίες του, ώστε να μπορούν να ερμηνεύσουν τα αίτια».

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο κ. Δημόπουλος, η λογική «άσε, θα μας το απαντήσει το ΑΙ» μπορεί να δημιουργήσει μια νέα μορφή «γνωστικής τεμπελιάς». Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δώσει απαντήσεις, όμως δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την ανάγκη του μαθητή να κατανοεί, να αξιολογεί, να συγκρίνει και να κρίνει.

«Βουτιά» στην κατανόηση κειμένου

Η μεγάλη πτώση στην κατανόηση κειμένου είναι ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα ολόκληρης της έρευνας. Ένας μαθητής μπορεί να εντοπίσει μια πληροφορία σε λίγα δευτερόλεπτα στο διαδίκτυο, αλλά δυσκολεύεται να διαβάσει ένα μεγαλύτερο κείμενο, να συγκρατήσει το επιχείρημά του, να συνδέσει τις πληροφορίες και να βγάλει συμπέρασμα.

«Στην κατανόηση κειμένου σημειώθηκε μία τεράστια “βουτιά”. Ο πολιτισμός μας είναι γραπτός, όπως τα κείμενα της Λογοτεχνίας, τα σχολικά βιβλία κλπ, όλη η επικοινωνία γίνεται γραπτά. Όταν λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι “γεννιέται” μία γενιά που έχει δυσκολία στο να καταλαβαίνει κείμενα, αυτό αποτελεί μία θρυαλλίδα στα θεμέλια ενός εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και μίας ολόκληρης κοινωνίας. Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, εκτός εάν πρόκειται για ένα σύντομο κείμενο 100-150 λέξεων, όπως αναπτύσσονται για παράδειγμα στο TikTok».

Αυτό που απαιτείται, σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, είναι η έμφαση στην ενεργητική ανάγνωση και παραγωγή κειμένου. «Αυτό όμως, δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στα γλωσσικά μαθήματα, αλλά σε όλα, καθώς, όλα, μπορούν να καλλιεργήσουν αυτές τις δεξιότητες, μέσω εργασιών, σύγκρισης πηγών, και τεχνικές ώστε να αναπτύξουν τον τρόπο σκέψη τους».

Ένα ενδιαφέρον εύρημα, σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, είναι η διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών στην κατανόηση κειμένου. Σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες διαφορές στον ΟΟΣΑ. Ενδεικτικά, αν το ελληνικό δείγμα αποτελούνταν μόνο από κορίτσια, η πτώση στην κατανόηση κειμένου θα ήταν περίπου τέσσερις μονάδες αντί για 16.

Τι πρέπει να αλλάξει

Την ίδια ώρα, οι μαθητές δηλώνουν ότι το μαθησιακό περιβάλλον στην Ελλάδα είναι λιγότερο υποστηρικτικό από εκείνο που καταγράφεται κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς, λιγότερες τεχνικές γνωστικής ενεργοποίησης και περιορισμένη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης.

«Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι καθοριστικός και εξαιρετικά σημαντικός. Το βασικό πράγμα που κάνουν τα συστήματα που επιτυγχάνουν είναι να επενδύουν στην ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Με απλά λόγια, χωρίς καλό εκπαιδευτικό, δεν μπορείς να έχεις καλό σχολείο». Οι ίδιοι οι μαθητές δηλώνουν ότι δεν αισθάνονται την υποστήριξη των εκπαιδευτικών στον βαθμό που θα έπρεπε. Το εύρημα αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, ακριβώς επειδή ο εκπαιδευτικός είναι ο κρίσιμος κρίκος ανάμεσα στο πρόγραμμα σπουδών και στην πραγματική μαθησιακή εμπειρία.

Αυτό δεν σημαίνει να μεταφερθεί όλο το βάρος στους εκπαιδευτικούς. Αντιθέτως, σημαίνει να τους δοθεί μεγαλύτερη στήριξη, επιμόρφωση, εργαλεία και χρόνος για να αντιμετωπίσουν ένα σχολικό περιβάλλον που γίνεται διαρκώς πιο σύνθετο. «Πρέπει να επενδύσουμε με στοχευμένες πολιτικές σε αυτή την κατεύθυνση, και να τους ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο, αλλά και να τους βοηθήσουμε να αντιμετωπίσουν τις πολλαπλές προκλήσεις».

- Post Down -

Comments are closed.