- Advertisement -

Αυτοί που επέλεξαν να επιστρέψουν στο χωριό

Αυτοί που επέλεξαν να επιστρέψουν στο χωριό
2

- Advertisement -

Η είδηση για την απόφαση της οκταμελούς οικογένειας που είχε μετοικήσει στη Φουρνά της Ευρυτανίας, με το πρόγραμμα της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης «Νέα Ζωή στο Χωριό», να αποχωρήσει από το χωριό δύο χρόνια αργότερα, απασχόλησε εντόνως τον δημόσιο διάλογο. Η συζήτηση γρήγορα μεταφέρθηκε σε ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί, πραγματικά, να ζήσει κανείς σε απομακρυσμένα χωριά και νησιά στην Ελλάδα του 2026;

Κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών, οι περισσότεροι Ελληνες βρέθηκαν, έστω και για λίγες ημέρες, μακριά από τα αστικά κέντρα. Κάποιοι επέστρεψαν στα χωριά και τα νησιά τους, άλλοι επισκέφθηκαν τόπους που τους ήταν άγνωστοι. Πιθανότατα, όμως, όλοι σκέφτηκαν, έστω και για λίγο, πώς θα ήταν η ζωή τους αν έπαιρναν τη μεγάλη απόφαση να αφήσουν την πόλη και να εγκατασταθούν μόνιμα στο χωριό ή το νησί.

«Στις διακοπές βλέπουμε τα χωριά υπό άλλο πρίσμα: μεγαλώνει ο πληθυσμός τους από τους παραθεριστές, ο καιρός είναι καλός και η διάθεση των ανθρώπων καλή. Τον χειμώνα, όμως, αυτό αλλάζει» σημειώνει μιλώντας στα «ΝΕΑ» η καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αλεξάνδρα Τραγάκη. «Δεν μπορούμε να προσβλέπουμε στη μαζική επιστροφή των ανθρώπων στα χωριά», επισημαίνει η καθηγήτρια, και εξηγεί ότι το παραγωγικό σύστημα, οι απαιτήσεις της καθημερινής ζωής και οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο στη σημερινή εποχή.

«Ωστόσο, είναι σημαντικό να μην αφήσουμε την ύπαιθρο να ερημοποιηθεί, προτείνοντας έναν νέο τρόπο ανάπτυξης, μέσω της δημιουργίας βιώσιμων οικοσυστημάτων που θα αυτοτροφοδοτούνται. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν η περιοχή των Ιωαννίνων, που μετατρέπεται σε έναν κόμβο για την πληροφορική ή της Αλεξανδρούπολης, που εξελίσσεται σε κέντρο logistics. Αντιστοίχως, θα πρέπει να δημιουργηθούν πυρήνες ανάπτυξης του πρωτογενή τομέα και της μεταποίησης», επισημαίνει.

Οπως λέει η Αλεξάνδρα Τραγάκη, η αναζωογόνηση της υπαίθρου είναι απαραίτητη για μία σειρά από λόγους – οικονομικούς, πολιτικούς, γεωπολιτικούς, περιβαλλοντικούς. «Η εγκατάλειψη της υπαίθρου ανατροφοδοτείται, καθώς όταν εγκαταλείπονται σιδηροδρομικοί σταθμοί ή κλείνουν σχολεία, φεύγει περισσότερος κόσμος που δυσκολεύεται ιδιαιτέρως να ζήσει εκεί. Εργα υποδομών μένουν ανεκμετάλλευτα, προκαλώντας αρνητικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, το περιβάλλον γίνεται πιο επιρρεπές σε πλημμύρες και φωτιές όταν εκλείπει η ανθρώπινη παρουσία, ενώ προκύπτουν ακόμη και γεωπολιτικοί κίνδυνοι στις ακριτικές περιοχές».

Αυτή η συνθήκη δημιουργεί εξάλλου και πολιτικούς κινδύνους. «Δημιουργείται μια “κάστα” left-behinders (οι άνθρωποι που μένουν πίσω) στις περιοχές που ερημώνουν από τον τοπικό πληθυσμό», τονίζει η καθηγήτρια του Χαροκόπειου. Τα αποτελέσματα πλείστων όσων εκλογικών αναμετρήσεων ανά την Ευρώπη δείχνουν ότι το χάσμα μεταξύ αστικών κέντρων και Περιφέρειας μεγαλώνει. Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής στο κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ στη Γερμανία ανέδειξαν ξανά το ίδιο ζήτημα.

«Εχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι, ενώ στην Ευρώπη επί σειρά ετών επιχαίραμε για την ελευθερία μετακίνησης εντός της ΕΕ, από χώρα σε χώρα, σήμερα γίνεται ολοένα και σημαντικότερη η ελευθερία της παραμονής στον τόπο μας (freedom to stay)», υπογραμμίζει η Αλεξάνδρα Τραγάκη. Σημειώνει, δε, ότι η προφύλαξη αυτού του δικαιώματος μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά και για το δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές χώρες, αφού τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι η μετακίνηση στις πόλεις συμβάλλει στη μείωση της γονιμότητας. «Για την οικογένεια, είναι διαφορετική η αξία ενός παιδιού στην ύπαιθρο, όπου μπορεί να συμβάλει π.χ. στις αγροτικές εργασίες, και διαφορετική στην πόλη, όπου επικρατεί η οικονομία των υπηρεσιών».

Ωστόσο, οι κυβερνητικές πολιτικές για την αναζωογόνηση της επαρχίας μοιάζουν μάλλον αποσπασματικές. «Το πρόγραμμα μετεγκατάστασης σε περιοχές που εμφανίζουν μείωση πληθυσμού του υπουργείου Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής δεν έχει επιτυχία μέχρι στιγμής, καθώς οι επιλέξιμοι δικαιούχοι ήταν εν τέλει ελάχιστοι. Ωστόσο, θα πρέπει να δοθεί και χρόνος για να κριθεί», εξηγεί η Αλεξάνδρα Τραγάκη, που σχολιάζει ότι δεν φαίνεται να υπάρχει ένα συνεκτικό σχέδιο από την πλευρά της κυβέρνησης.

«Η ζωή στο χωριό δεν είναι για όλους»

«Το πρόβλημα της εγκατάλειψης της υπαίθρου ξεκινά από τη γραφικότητα την οποία έχουμε συνυφασμένη με το χωριό στο μυαλό μας: υπάρχει ταυτόχρονα μια ρομαντικοποίηση μέσα από τα πανηγύρια κυρίως, αλλά και μια ισοπεδωτική οπτική που λέει ότι δεν υπάρχει τίποτα στο χωριό» λέει στα «ΝΕΑ» η 29χρονη Φωτεινή Γάλλου, η οποία, έπειτα από επτά χρόνια στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και δουλειά, επέστρεψε στην Πρώτη Σερρών, ένα χωριό 900 κατοίκων σύμφωνα με την απογραφή του 2021, όπου και μεγάλωσε.

«Η ζωή στο χωριό δεν είναι για όλους. Δεν είναι για ανθρώπους που δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους, όμως είναι για πολίτες του κόσμου» υπογραμμίζει. «Δεν έχει τη χαλαρότητα που νομίζουν πολλοί. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι τα ίδια με αυτά της πόλης: η ακρίβεια, το άγχος για τη δουλειά, οι προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις. Η διαφορά βρίσκεται στις ώρες εκτός δουλειάς: πόση ώρα περνάς στην κίνηση, πόσο συχνά βλέπεις τους φίλους σου κ.λπ. Πράγματι, δεν έχουμε πάρα πολλά πράγματα να κάνουμε στο χωριό. Αλλά και στην πόλη που υπάρχουν οι επιλογές, πόσα πράγματα κάνουμε πραγματικά;».

Βέβαια, υπάρχουν και ιδιαιτερότητες στη ζωή στο χωριό. «Οταν επιλέγει κανείς να ζει στο χωριό, υπάρχει η απαίτηση για λογοδοσία: φέρεις μια άτυπη ευθύνη να είσαι σωστός προς το χωριό» αναφέρει για παράδειγμα. Ερωτώμενη για το πόσο εύκολο είναι να δημιουργήσει κανείς οικογένεια στο χωριό, επισημαίνει ότι υπάρχουν θετικά και αρνητικά. Η ίδια ετοιμάζεται να παντρευτεί και δηλώνει αποφασισμένη να το κάνει στο χωριό, παρά τις δυσκολίες. «Μεγάλωσα στο χωριό και ξέρω πώς είναι να ζεις εδώ» τονίζει. Από το 2023, η Φωτεινή ξεκίνησε την έκδοση της εφημερίδας «Τα Χωριάτικα», η οποία χωρίζεται σε δύο βασικούς άξονες: ο πρώτος αφορά τις τοπικές ειδήσεις από τους Δήμους Αμφίπολης και Νέας Ζίχνης, ενώ ο δεύτερος εστιάζει στη ζωή στο χωριό γενικότερα, στην Ελλάδα και τον κόσμο. Σε ό,τι αφορά τις δυσκολίες τού να «τρέχει» μια εφημερίδα στην Πρώτη Σερρών, αναγνωρίζει ότι είναι πολλές, όμως το ίδιο ισχύει και στην πόλη.

«Ηταν μια απόλυτα συνειδητή επιλογή»

Τον περασμένο Ιούνιο, ο Βασίλης Γκαραγκάνης αποφάσισε να μετοικήσει στη Ζίτσα Ιωαννίνων μαζί με τη σύζυγό του και τα δύο τους παιδιά, 11 και 15 ετών, με το πρόγραμμα της «Νέας Ζωής στο Χωριό». Προηγουμένως, η οικογένεια έζησε για τρία χρόνια στην Αίγινα, έχοντας αποφασίσει να εγκαταλείψει τη ζωή στην Αθήνα. «Δεν θέλαμε να μείνουμε στην Αθήνα, δεν θεωρούμε ότι είναι μέρος για να μεγαλώσουν με υγεία και ασφάλεια τα παιδιά και δεν θέλαμε να ενηλικιωθούν εκεί» λέει στα «ΝΕΑ». «Ηταν μια απόλυτα συνειδητή επιλογή, με την οποία συμφωνούσαμε όλα τα μέλη της οικογένειας».

Ο Βασίλης Γκαραγκάνης και η σύζυγός του εργάζονταν ως μόνιμοι νοσηλευτές στο ΕΣΥ. Στη Ζίτσα, ο πατέρας της οικογένειας έχει ξεκινήσει μια νέα καριέρα εργαζόμενος στον φούρνο του χωριού, ενώ η σύζυγός του έχει βρει δουλειά ως νοσηλεύτρια στην περιοχή. Στα τρία χρόνια που πέρασαν στην Αίγινα, αντιμετώπισαν σημαντικές δυσκολίες, κυρίως λόγω των συνεχών αυξήσεων στα ενοίκια. «Η σύζυγός μου βρήκε στο Διαδίκτυο τη “Νέα Ζωή στο Χωριό” και ζητήσαμε να ενταχθούμε στο πρόγραμμα για να μετοικήσουμε στη Ζίτσα, καθώς ήταν όνειρό μας από όταν γνωριστήκαμε να ζήσουμε στον Νομό Ιωαννίνων, ενώ υπάρχει και το θετικό ότι το χωριό της συζύγου μου είναι κοντά».

Αν και το χωριό αριθμεί λιγότερους από 500 κατοίκους, βρίσκεται μόλις 24 χιλιόμετρα μακριά από τα Ιωάννινα και έχει αρκετά καλές υποδομές, όπως αναφέρει ο Βασίλης. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει πως «δεν είναι εύκολη η διαδικασία της εγκατάστασης στο χωριό, καθώς χρειάζεται πολλή δουλειά για να συμμαζέψουμε το σπίτι» – σημειώνεται ότι για τους πρώτους μήνες, το ενοίκιο καλύπτει η «Νέα Ζωή στο Χωριό». «Ο κόσμος εδώ χαίρεται να βλέπει ότι έρχονται νέες οικογένειες που δίνουν νέο αίμα στο χωριό και μας έχουν βοηθήσει πολύ» προσθέτει και ξεχωρίζει τη βοήθεια που τους παρείχε ο φούρναρης (και εργοδότης του Βασίλη) Κώστας Καραμίχος. «Οπως λένε εδώ, τη δύσκολη στιγμή, ο Θεός και ο γείτονας θα σε βοηθήσουν».

Σε ό,τι αφορά τις προκλήσεις της νέας ζωής της οικογένειας στη Ζίτσα, ο Βασίλης αναφέρει ότι, αν και οι βασικές εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών του καλύπτονται στο χωριό, καθώς υπάρχουν σχολεία για όλες τις βαθμίδες (παιδικός σταθμός, Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο), αναγκάζεται να οδηγεί περίπου 80 χιλιόμετρα κάθε φορά για να πάει τα δύο αγόρια του στο φροντιστήριο. Σε ό,τι αφορά την προσαρμογή των παιδιών στα νέα δεδομένα, παραδέχεται ότι ο 11χρονος είναι ο «παραπονεμένος» της οικογένειας από τη μετακόμιση, καθώς είχε κάνει καλούς φίλους στην Αίγινα και δυσκολεύτηκε να τους αποχωριστεί.

«Θέλουμε την ησυχία που έχει το νησί»

Η Μαρίζα Καρύδη μεγάλωσε στα νότια προάστια της Αθήνας, όμως στα 30 της χρόνια αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και να εγκατασταθεί στα Κύθηρα. Η επιλογή προέκυψε λόγω καταγωγής, καθώς η οικογένειά της έχει τις ρίζες της στον Μυλοπόταμο των Κυθήρων. «Αρχικά, το πλάνο μας ήταν να αναστηλώσουμε με τον σύζυγό μου το υπό κατάρρευση σπίτι που κληρονόμησα από τον προπάππο μου, όμως αυτό αποδείχθηκε πολύ δύσκολο και πολύ ακριβό», λέει στα «ΝΕΑ». Ετσι, το ζευγάρι έψαξε στο Διαδίκτυο για σπίτια στα Κύθηρα και προχώρησε εν τέλει σε αγορά.

«Θέλουμε την ησυχία που έχει το νησί. Η μετάβαση από την τουριστική περίοδο στον χειμώνα είναι πολύ ευχάριστη», λέει, σημειώνοντας ότι το καλοκαίρι όσοι ντόπιοι δεν ασχολούνται με τον τουρισμό φεύγουν από το νησί. Η ίδια έχει ανοίξει το μόνο φωτογραφείο στα Κύθηρα, ενώ ο σύζυγός της είναι ξυλουργός. «Οι περισσότεροι φίλοι μας στο νησί δουλεύουν πυρετωδώς το καλοκαίρι, καθώς ασχολούνται με την εστίαση ή τη φιλοξενία».

Πάντως, στα Κύθηρα τουλάχιστον, υπάρχουν αρκετές δουλειές. «Το νησί αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια: δημιουργούνται νέα καταστήματα, εστιατόρια και η οικοδομή δουλεύει στο φουλ – δεν βρίσκεις συνεργείο».  Ωστόσο, δεν λείπουν και οι δυσκολίες. «Δεν έχουμε γυναικολόγο στο νησί, με αποτέλεσμα να μη γεννιούνται παιδιά στα Κύθηρα. Η θέση εμφανίζεται κατειλημμένη στο σύστημα, όμως η γυναικολόγος είναι σε άδεια μητρότητας και έτσι οι έγκυοι του νησιού αναγκάζονται να πηγαινοέρχονται στην Αθήνα. Το νοσοκομείο είναι μεν άριστα εξοπλισμένο, όμως δεν έχουμε αρκετούς γιατρούς και οι ανάγκες καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό μέσω τηλεϊατρικής από το Νοσοκομείο της Σπάρτης», αναφέρει, ενώ προσθέτει ότι τα Κύθηρα μένουν χωρίς εφοδιασμό τον χειμώνα, καθώς για ενάμιση – δύο μήνες το καράβι δεν εκτελεί δρομολόγια. «Τα ράφια στα σουπερμάρκετ αδειάζουν, ενώ φρούτα και λαχανικά δεν υπάρχουν – δεν είναι και πολλοί αυτοί που ασχολούνται με την αγροτική παραγωγή στα Κύθηρα», σημειώνει.

Αλλη μία ιδιαιτερότητα της ζωής στην ύπαιθρο είναι η απώλεια της ανωνυμίας. «Ολοι ξέρουν το όνομά σου, πού μένεις, τι ώρα πας τουαλέτα», λέει γελώντας η Μαρίζα. Για την προοπτική απόκτησης οικογένειας στο νησί, αναφέρει πως υπάρχουν θετικά και αρνητικά. «Το σχολείο έχει δυσκολίες, αλλά ταυτόχρονα οι γονείς συναντούν τους δασκάλους για καφέ και όχι μόνο την ημέρα των ελέγχων», σημειώνει. Σαν συμβουλή σε κάποιον που θέλει να ζήσει στην περιφέρεια, η Μαρίζα προτείνει να νοικιάσει ένα σπίτι για έναν μήνα και να δει, δοκιμαστικά, αν του αρέσει αυτή η ζωή. «Δεν ταιριάζουν όλοι οι τόποι σε όλους», καταλήγει.

- Post Down -

Comments are closed.