- Advertisement -

Την επόμενη μέρα από την πρώτη της χημειοθεραπεία, η Ιωάννα Γ, 37 χρονών, είχε επαγγελματική συνέντευξη για μια δουλειά που ήθελε πολύ. Τα πήγε περίφημα, δεν ανέφερε ότι νοσεί από καρκίνο. Ένιωθε δυνατή, τα είχε καταφέρει. Η τελευταία ερώτηση του υπεύθυνου ανθρώπινου δυναμικού την προσγείωσε απότομα. «Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε 5 χρόνια;» Η Ιωάννα έβαλε τα κλάματα. Δεν πήρε τη θέση.
Η Κατερίνα, 29 χρονών εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχει γνωστοποιήσει ότι νοσεί, αλλά έχει ζητήσει άδεια για χειρουργείο στο μαστό ένα μήνα αργότερα. Βρίσκεται σε στάδιο χημειοθεραπειών.
«Χθες πονούσε όλο μου το σώμα, είχα ναυτίες και ζαλάδα όλη τη μέρα στο γραφείο. Δεν μπορούσα να φύγω, είχαμε πολύ σημαντικό μίτινγκ. Άλλωστε δεν το ξέρει κανείς στο γραφείο, δεν έχω πει τίποτα. Σίγουρα με βλέπουν ταλαιπωρημένη. Δεν θέλω να το πω, ξέρω οτι αν μάθουν ότι έχω καρκίνο θα με θεωρούν καμένο χαρτί. Ευτυχώς δεν έχω χάσει τα μαλλιά μου, οπότε μπορώ ακόμα να κρύβομαι. Μετά θα δούμε.»
Οι μαρτυρίες στα tanea.gr ανθρώπων που νοσούν από καρκίνο αποτυπώνουν ότι εκτός από τον πόνο της ίδιας της αθένειας, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν και τον φόβο ότι αλλάζει πλέον η επαγγελματική τους ζωή. Ο φόβος αυτός είναι υπαρκτός και συνήθως αποσιωπείται.
Οι εργαζόμενοι ανησυχούν ότι αν αποκαλύψουν στον εργοδότη ότι νοσούν θα θεωρηθούν λιγότερο παραγωγικοί, λιγότερο αξιόπιστοι ή πιο «ακριβοί» για την επιχείρηση. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποκρύπτουν εντελώς την ασθένεια, ή καθυστερούν όσο περισσότερο τους επιτρέπει η εικόνα τους να το αποκαλύψουν.
Οι φόβοι που περιγράφονται μπορούν να εμφανιστούν στην πρόσληψη, στην επαγγελματική εξέλιξη, στην κατανομή καθηκόντων, στην πρόσβαση σε προσαρμογές.
Ευρωπαϊκή ποιοτική έρευνα σε Βέλγιο, Ολλανδία, Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο εντόπισε ως κοινό πρόβλημα την ανεπαρκή γνώση για τον καρκίνο και τις επιπτώσεις του στην εργασία. Η άγνοια συνδεόταν με στίγμα, λανθασμένες αντιλήψεις και δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ εργαζομένων, εργοδοτών και επαγγελματιών υγείας.
Σε μελέτη της Γαλλίας, που αφορούσε 2.130 γυναίκες με καρκίνο του μαστού, κάτω των 57 ετών κατά τη διάγνωση και εργαζόμενες δύο χρόνια αργότερα, το 26% δήλωσε ότι είχε βιώσει διάκριση στον χώρο εργασίας μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Δηλαδή περίπου μία στις τέσσερις γυναίκες.
Σε ποιοτική μελέτη με 40 συνεντεύξεις ανθρώπων που είχαν νοσήσει από καρκίνο, επαγγελματιών υγείας και εκπροσώπων εργοδοτών καταγράφηκε ένα σημαντικό χάσμα στις αντιλήψεις. Οι περισσότεροι επαγγελματίες υγείας και εργοδότες δεν θεωρούσαν πιθανό οι άνθρωποι που είχαν νοσήσει από καρκίνο να αντιμετωπίσουν στιγματισμό στην εργασία. Οι ίδιοι οι ασθενείς και επιζώντες, αντίθετα, αντιλαμβάνονταν τον καρκίνο ως ιδιαίτερα στιγματισμένη ασθένεια στον εργασιακό χώρο.
Ιστορικό καρκίνου και επιπτώσεις στην αξιολόγηση βιογραφικών υποψηφίων
Συστηματική ανασκόπηση του 2024, που συγκέντρωσε 85 μελέτες από 18 ευρωπαϊκές χώρες, έδειξε ότι η επιστροφή στην εργασία μετά τον καρκίνο επηρεάζεται από πολύ περισσότερα από την ίδια την ασθένεια και τη θεραπεία.
Ορισμένοι, όταν αναζητούσαν νέα εργασία, επέλεγαν να αποκρύψουν το ιστορικό καρκίνου και να στηριχθούν περισσότερο στο προσωπικό τους δίκτυο. Για κάποιους ανθρώπους η αποκάλυψη της διάγνωσης δεν είναι μια απλή πράξη ειλικρίνειας. Είναι μια απόφαση με πιθανές επαγγελματικές και οικονομικές συνέπειες.
Σε πείραμα που εξέτασε την αξιολόγηση υποψηφίων με ιστορικό καρκίνου, τα βιογραφικά των υποψηφίων που είχαν περάσει καρκίνο αξιολογήθηκαν λιγότερο θετικά σε σχέση με αντίστοιχα βιογραφικά χωρίς τέτοιο ιστορικό. Οι χαμηλότερες αξιολογήσεις συνδέονταν κυρίως με την προσδοκία ότι οι υποψήφιοι θα χρειάζονταν περισσότερες αναρρωτικές άδειες και θα δημιουργούσαν μεγαλύτερο κόστος για τον εργοδότη. Έτσι, η διάγνωση μπορεί να λειτουργήσει ως ένα αόρατο επαγγελματικό μειονέκτημα, ακόμη και όταν ο άνθρωπος έχει ολοκληρώσει τη θεραπεία του και είναι σε θέση να εργαστεί.
Τα ευρήματα από τη Γαλλία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Σε μελέτη 4.270 ανθρώπων που είχαν διαγνωστεί με καρκίνο πριν από την ηλικία των 58 ετών, η αυτοαναφερόμενη διάκριση στον χώρο εργασίας συνδεόταν, ακόμη και μετά τον συνυπολογισμό άλλων παραγόντων, με 15% υψηλότερη πιθανότητα απώλειας της εργασίας.
Πίσω από αυτό το στίγμα βρίσκονται επίμονες αντιλήψεις: ότι ο καρκίνος συνδέεται με τον θάνατο, ότι ένας άνθρωπος που έχει νοσήσει δεν θα μπορεί να εργαστεί όπως πριν, ότι θα είναι λιγότερο παραγωγικός ή αξιόπιστος, ότι θα χρειάζεται περισσότερες άδειες ή προσαρμογές και ότι μια πιθανή υποτροπή θα έχει κόστος για την επιχείρηση.
Περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν διάκριση είχαν γυναίκες που δεν αισθάνονταν ότι είχαν την υποστήριξη των συναδέλφων τους, αλλά επέστρεψαν στην εργασία επειδή φοβούνταν ότι θα έχαναν τη θέση τους. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: η οικονομική ανάγκη μπορεί να επισπεύσει την επιστροφή, ακόμη και όταν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται πραγματικά έτοιμος.
Δικαιώματα των εργαζομένων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα
Τι γίνεται όμως στην πράξη; Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται ένας άνθρωπος που κάνει χημειοθεραπεία; Μπορεί να ζητήσει άδεια όταν η θεραπεία τον εξαντλεί; Και τι γίνεται αν χρειάζεται να αλλάξει ωράριο ή καθήκοντα;
Έρευνα στην Ιρλανδία με γυναίκες με καρκίνο του μαστού, επαγγελματίες υγείας και εργοδότες έδειξε ότι οι περισσότερες γυναίκες και οι επαγγελματίες υγείας δεν γνώριζαν επαρκώς τα εργασιακά δικαιώματα που συνδέονται με τη διάγνωση. Για ορισμένες γυναίκες, η οικονομική πίεση συνέβαλε στην ανάγκη να επιστρέψουν νωρίτερα στην εργασία, ενώ καταγράφηκαν και περιπτώσεις έμμεσης διάκρισης μέσα από άδικες ή μη ρεαλιστικές προσδοκίες συναδέλφων. Γι’ αυτό η ενημέρωση δεν αφορά μόνο τον εργαζόμενο. Αφορά τον εργοδότη, το HR, τους συναδέλφους, τους επαγγελματίες υγείας και, όπου υπάρχει, τον ιατρό εργασίας.
Η εργατολόγος Μάρλεν Θ. Ασημακοπούλου μιλάει στα tanea.gr για τα εργασιακά δικαιώματα και τις δυνατότητες διεκδίκησης.
«Ειδικά ως προς το ωράριο εργασίας, στον Δημόσιο Τομέα προβλέπεται μειωμένο ωράριο κατά μία (1) ώρα την ημέρα, χωρίς ανάλογη περικοπή των αποδοχών, για τακτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που είναι τυφλοί, παραπληγικοί-τετραπληγικοί, νεφροπαθείς τελικού σταδίου ή έχουν πιστοποιημένη αναπηρία σε ποσοστό 67% και άνω. Επομένως, η διάγνωση του καρκίνου από μόνη της δεν συνεπάγεται αυτομάτως δικαίωμα μειωμένου ωραρίου· εφόσον όμως ο εργαζόμενος διαθέτει την απαιτούμενη πιστοποίηση αναπηρίας ή εμπίπτει σε άλλη προβλεπόμενη ειδική κατηγορία, μπορεί να κάνει χρήση της σχετικής ρύθμισης.»
«Στον Ιδιωτικό Τομέα δεν υπάρχει αντίστοιχη γενική διάταξη που να παρέχει αυτομάτως σε κάθε εργαζόμενο με καρκίνο μία ώρα μειωμένο ημερήσιο ωράριο χωρίς μείωση αποδοχών. Ωστόσο ανάλογα με την πραγματική κατάσταση και τα καθήκοντα του εργαζομένου, μπορούν να γίνουν προσαρμογές που αφορούν, μεταξύ άλλων, την οργάνωση του χρόνου εργασίας, την αλλαγή βάρδιας ή άλλες κατάλληλες ρυθμίσεις. Η τηλεργασία μπορεί επίσης να εξεταστεί (κατόπιν αίτησης του εργαζομένου) όπου είναι πρακτικά και νομικά δυνατή, αλλά δεν αποτελεί αυτομάτως δικαίωμα σε κάθε περίπτωση.»
Η κ. Ασημακοπούλου εξηγεί ότι άμεση διάκριση μπορεί να υπάρχει όταν ένας εργαζόμενος αποκλείεται, για παράδειγμα, από προαγωγή επειδή έγινε γνωστή η ασθένειά του.
Έμμεση διάκριση μπορεί να υπάρχει όταν ένας φαινομενικά ουδέτερος κανόνας δημιουργεί στην πράξη ιδιαίτερο μειονέκτημα για εργαζόμενο με αναπηρία ή χρόνια πάθηση. Αντίστοιχα, άρνηση εύλογης προσαρμογής μπορεί να υπάρχει όταν ένας εργαζόμενος χρειάζεται μια κατάλληλη αλλαγή για να μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται και ο εργοδότης αρνείται να την εξετάσει χωρίς επαρκή δικαιολογία. Παρενόχληση, τέλος, μπορεί να συνιστούν επαναλαμβανόμενα προσβλητικά ή ταπεινωτικά σχόλια για την ασθένεια, τη θεραπεία ή τις απουσίες του εργαζομένου.
Φαίνεται ότι η στάση απέναντι στον καρκίνο στον εργασιακό χώρο έχει βελτιωθεί, όμως εξακολουθεί να υπάρχει φόβος και ανασφάλεια από την πλευρά αρκετών εργαζομένων.
«Πολλοί αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ένα υποστηρικτικό εργασιακό περιβάλλον και σχέση εμπιστοσύνης με τον εργοδότη και τους συναδέλφους. Ωστόσο, άλλοι επιλέγουν να μην αποκαλύψουν τη διάγνωσή τους ή να περιορίσουν την ενημέρωση στα απολύτως απαραίτητα, επειδή φοβούνται ότι μπορεί να θεωρηθούν λιγότερο ικανοί, να αποκλειστούν από επαγγελματικές ευκαιρίες, να αλλάξουν τα καθήκοντά τους ή ακόμη και να κινδυνεύσει η θέση εργασίας τους», συμπληρώνει η κ. Ασημακοπούλου.
Ο φόβος αυτός δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα μιας πραγματικής δυσμενούς συμπεριφοράς, αλλά συχνά συνδέεται και με την αβεβαιότητα που δημιουργεί η αποκάλυψη μιας σοβαρής ασθένειας, όπως δηλώνει η ίδια. «Εξακολουθούν να υπάρχουν στερεότυπα γύρω από τον καρκίνο, όπως η αντίληψη ότι ο εργαζόμενος δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας ή ότι θα απουσιάζει συχνά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει ορισμένους εργαζομένους να αποκρύπτουν τη διάγνωσή τους ακόμη και όταν θα χρειάζονταν κάποια εύλογη προσαρμογή στην εργασία.
«Γι’ αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό να δημιουργείται ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο ο εργαζόμενος να αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο και χωρίς να στιγματιστεί. Η ενημέρωση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με διακριτικότητα, σεβασμό στην ιδιωτικότητα και εχεμύθεια, ενώ η έμφαση θα πρέπει να δίνεται στις πραγματικές εργασιακές ανάγκες του ανθρώπου και όχι στη διάγνωσή του. Ο καρκίνος δεν σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος παύει να είναι ικανός ή παραγωγικός και, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τις κατάλληλες προσαρμογές μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία του.»
Η επιστροφή στην εργασία δεν μπορεί να είναι μια ακόμη μάχη για έναν άνθρωπο που ήδη παλεύει με τον καρκίνο. Δεν νοείται να πρέπει να αποδείξει ότι παραμένει δυνατός, ικανός ή παραγωγικός. Χρειάζεται ένα εργασιακό περιβάλλον που να του επιτρέπει να παραμένει άνθρωπος με τις αντοχές, τις ανάγκες και τα όνειρά του.
Μπορεί η πολιτεία να εγγυηθεί ότι κάθε εργαζόμενος με καρκίνο θα έχει ένα περιβάλλον απόλυτα νόμιμο, χωρίς να χρειάζεται να απολογείται για την ασθένειά του;
Comments are closed.