- Advertisement -

Είχαμε πάει ο αδελφός μου και ο δεκαπεντάχρονος γιος του, ο Νίκος, στο πατρικό μας στη Μεσόπολη. Φτάσαμε αργά, ακόμα άνοιξη και το σπίτι γεμάτο υγρασία. Ανάψαμε το τζάκι, βάλαμε λουκάνικα με αβγά στο τηγάνι, λίγο κόκκινο κρασί για τους μεγάλους, κόκα κόλα για τον μικρό, και καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Ο ανιψιός μου κάποια στιγμή ζήτησε να του αφηγηθώ πάλι την παλιά ιστορία με την κλοπή πινάκων στην οποία είχα εν μέρει πρωταγωνιστήσει.
Νεαρός εργαζόμουν στο καφέ στο ισόγειο της τοπικής Πινακοθήκης Παλαιολόγου. Θα ήταν μεσημέρι όταν άνοιξα την εφημερίδα και είδα για την κλοπή στην Πινακοθήκη. Χαμπάρι δεν είχα πάρει. Η εφημερίδα έγραφε για την κλοπή τριών σημαντικών πινάκων ελλήνων εικαστικών του 19ου αιώνα. Το καφενεδάκι όπου δούλευα ήταν στο ισόγειο της Πινακοθήκης. Κοίταξα και τους τρεις κλαπέντες πίνακες, Βολανάκης, Βρυζάκης, Πανταζής. Τους ήξερα, στα δυο χρόνια που εργαζόμουν εκεί τους είχα δει εκατοντάδες φορές ανεβοκατεβάζοντας καφέδες στον διευθυντή, στην επιμελήτρια, στους διάφορους εργάτες που έρχονταν για μικροεπισκευές, σε κανά δυο επισήμους που μας επισκέφθηκαν. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν πολύ του γούστου μου, ίσως μόνον αυτός με τα καράβια μου άρεσε επειδή μου θύμιζαν την Ανδρο, στο Ανω Γαύριο, όπου ξεκαλοκαιριάζαμε παλιά σε μια παράγκα, με το όνομα «το εξοχικό», πριν την πουλήσουμε και αυτήν. Εκεί ψηλά καθόμουν σε ένα πλάτωμα και έβλεπα τα καράβια να περνούν μακριά στον ορίζοντα, σφυρίζοντας τον χαιρετισμό τους σε μας τους στεριανούς.
Η εφημερίδα έγραφε πως κάποιοι έκαναν ριφιφί, μπήκαν από ένα σπασμένο παράθυρο και αφού διέρρηξαν μια εσωτερική πόρτα έφθασαν στην κυρίως αίθουσα. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης, ο κ. Ευστρατίου, έκανε δηλώσεις απορώντας γιατί δεν κτύπησε ο συναγερμός. Η Πινακοθήκη Παλαιολόγου είναι το κόσμημα της μικράς μας πόλης. Ο Παλαιολόγου ήταν ο μεγάλος ευεργέτης μας. Με πολλά καράβια και επιχειρήσεις στην πληροφορική, σε χρεόγραφα και αλλού, τιμούσε τη γενέτειρά του με αγαθοεργίες. Είχε ξανακτίσει το παλιό πέτρινο σχολείο, ασφαλτόστρωσε του δύο κεντρικούς δρόμους, πεζοδρόμησε το δρομάκι μπροστά στην Πινακοθήκη που φέρνει το όνομά του, έδινε υποτροφίες σε όσους περνούσαν στις Πανελλήνιες και κατάγονταν από τη Μεσόπολη – το όνομα της μικρής μας πόλης. Ονομάστηκε έτσι γιατί βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μεγάλες πόλεις της Περιφέρειας στην οποία ανήκουμε. Ο Παλαιολόγου όχι μόνον έκτισε την Πινακοθήκη αλλά την εμπλούτισε με σπάνιους πίνακες από την προσωπική του συλλογή. Επιπλέον πλήρωνε τον διευθυντή, την επιμελήτρια, τον ταμία, τους δύο υπαλλήλους γενικών καθηκόντων κι εμένα που κρατούσα το μικρό καφέ στην είσοδο. Η συλλογή πινάκων του φαίνεται πως ήταν πολύ σημαντική γιατί έρχονταν πολλοί επισκέπτες και από άλλες πόλεις να την δουν. Και πολλές εφημερίδες είχαν γράψει επαινετικά λόγια για τη συλλογή αλλά και για μας: ότι είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτόν τον θησαυρό στην πόλη μας και πως πολλοί θα ήθελαν να τον έχουν στις δικές τους. Σου τα λέω αυτά για να ξέρεις ότι δεν ήμασταν τυχαία πόλη.
Η εφημερίδα έγραφε ότι ο κύριος ύποπτος ήταν ο ένας από τους δύο υπαλλήλους, ο Παναγής, γιατί την επομένη της ληστείας δεν ήρθε στη δουλειά του. Τον έψαχναν. Ο άλλος υπάλληλος, ο Μιχάλης, ήρθε την επομένη κανονικά στην υπηρεσία του. Ηταν φύλακας στην κεντρική αίθουσα. Οταν εμφανίστηκε το πρωί να πάρει τον καφέ του, πάντα μαζί με ένα μικρό κουλούρι με γέμιση ανθότυρο και γαλοπούλα, τον ρώτησα λίγο συνεσταλμένα.
– Λες να είναι αλήθεια πως τις έκλεψε ο Παναγής; Δεν απάντησε, ήταν κάπως ταραγμένος, μαζεμένος ενώ γενικά ήταν έξω καρδιά τύπος.
– Μην πιστεύεις τίποτα αν δεν καταλήξουν οι έρευνες. Εφυγε σκυφτός.
Τον διευθυντή τον είχα ρωτήσει ευθέως όταν του σερβίρισα τον πρωινό καφέ του. Πάντα γλυκύ βραστό – μα είναι καφές αυτό το πράγμα;
– Δεν ξέρω Τάκη, κανείς δεν ξέρει.
– Και ο Παναγής.
– Αφαντος… περιμένουμε μήπως εμφανιστεί. Τον ψάχνουν στο χωριό του στα Κουκλέικα γιατί στο σπίτι του στην πόλη δεν βρέθηκε.
***
Δύο μέρες μετά, η κλοπή έγινε Πέμπτη βράδυ προς Παρασκευή, αργά το Σάββατο είχα βγει με τον Σωκράτη τον κολλητό μου για μπίρες στον «Γίγαντα», το μπαράκι – καφενείο και ενίοτε εστιατόριο στην είσοδο της πόλης. Στον γυρισμό άφησα τον Σωκράτη στην κεντρική πλατεία και πήρα τον δρόμο για το πατρικό μας. Περνώντας έξω από το μισοφωτισμένο σπίτι του Μιχάλη μού φάνηκε πως τον είδα να μιλάει με κάποιον. Κοντοστάθηκα, η δεύτερη σκιά είχε το σουλούπι του Παναγή. Μα ο Παναγής; Ασυναίσθητα έμεινα στη σκιά ενός δέντρου. Δεν μπορούσα να διακρίνω πρόσωπα αλλά τα σουλούπια τους τα ήξερα καλά. Στη συζήτησή τους υπήρχε μάλλον ένταση γιατί έβλεπα να κουνάνε και οι δύο νευρικά τα χέρια τους. Σε λίγο ο Παναγής έφυγε και ο Μιχάλης μπήκε στο σπίτι του.
Εφυγα κι εγώ. Αλλά πώς να ησυχάσω; Τον Παναγή τον κυνηγούσε πια η αστυνομία όλης της χώρας κι αυτός κρυβόταν ακόμα στη μικρή μας πόλη; Ισως θα έπρεπε να τον ακολουθήσω αλλά δεν είχα τέτοιο θάρρος. Τι θάρρος, φοβόμουν και τον ίσκιο μου.
Τη Δευτέρα το πρωί, η τοπική εφημερίδα με τίτλο «Μην τον είδατε τον Παναγή» έγραφε ότι ο ύποπτος μάλλον είχε περάσει τα σύνορα της χώρας. Ο Μιχάλης όταν ήρθε για τον πρωινό του φραπέ ήταν αμίλητος. Δεν με καλημέρισε καν, έκανε συνέχεια ότι κοιτάει το κινητό του σαν να απόφευγε μια πιθανή ερώτηση από μέρους μου.
Λίγο αργότερα μπήκε στο καφέ ο αστυνόμος Μήτσος Ανδρέου.
– Εμείς δεν τα είπαμε, μίλησε χαμογελώντας.
– Κύριε αστυνόμε, τι να πούμε, εξάλλου δεν με ρωτήσατε.
– Αρα για να λες ότι δεν σε ρώτησα κάτι ξέρεις.
– Ρωτήστε με πρώτα. Πώς μου ξέφυγε και είπα κάτι τέτοιο, αναρωτήθηκα.
– Ωραία. Ξέρεις κάτι που θα βοηθούσε στις έρευνες; Επεσε κάποια ύποπτη κίνηση στην αντίληψή σου;
Κόλλησα. Να του φανέρωνα τι είδα το προηγούμενο βράδυ; Θα έμπλεκα, από την άλλη είναι ντροπή για την πόλη μας που φημίζεται για την ησυχία της να κηλιδωθεί το καλό της όνομα. Θα χάναμε και τους λίγους επισκέπτες που έρχονται και το χειρότερο οι ανταγωνίστριες μας πόλεις, αυτές οι δύο μεγάλες που βρίσκονταν κοντά μας, θα μας χλεύαζαν στον αιώνα τον άπαντα. Το χωριό δεν σήκωνε τέτοια.
– Κάτι έχω, να τα πούμε κάπου αλλού.
– Πέρνα το βράδυ από τη «Βεράντα».
Με παραξένεψε που μου ζήτησε να βρεθούμε εκεί. Η «Βεράντα» ήταν ένα μπαρ λίγο έξω από την πόλη. Δεν το έλεγες καθαρό, είχε γυναίκες που έκαναν κάτι χορευτικά, ίσως και άλλα πράγματα. Δεν είχα πάει ποτέ. Και ο Ανδρέου γιατί μου έδωσε ραντεβού εκεί; Ακούγονταν διάφορα και γι’ αυτόν και για τις γυναίκες. Λέγανε ότι είχαν έρθει από άλλες χώρες, ήταν πολύ σέξι, κι αν πλήρωνες σε στέλνανε στους ουρανούς. Ντρεπόμουν που δεν είχα πάει αλλά αν πήγαινα και το μάθαιναν οι δικοί μου πάλι θα ντρεπόμουν.
Αργά το βράδυ, βγήκα προσεκτικά από τη διώροφη κατοικία μας, στο ισόγειο μένανε οι γονείς μας. Δεν ήθελα να με δουν. Περπατούσα δήθεν αμέριμνος σαν αυτούς που χαζεύουν τις ωραίες νύχτες της άνοιξης.
Η «Βεράντα», αν και προχωρημένα μεσάνυχτα, είχε ελάχιστους θαμώνες. Δύο χωρικοί πίναν στο μπαρ και στο βάθος καθισμένος σε μια κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα ήταν ο Ανδρέου. Γυναίκες πουθενά.
– Τι θα πάρεις;
– Κόκα κόλα.
– Πάρε κάτι αντρικό. Ασε θα κανονίσω εγώ. Εκανε νόημα στο βάθος.
Μια κακοφτιαγμένη γκαρσόνα εμφανίστηκε από το πουθενά αφήνοντας μπροστά μου ένα μακρόστενο ποτήρι με ένα πράσινο ποτό που στην άκρη του είχε δύο φυλλαράκια δυόσμου. Με έπιασε αηδία.
– Λέγε.
Του τα είπα, κομπιάζοντας και κοιτώντας δεξιά και αριστερά μην μπουκάρει κανένας γνωστός μου. Τον είδα ταραγμένο. Μάζεψε τον καπνό και το κινητό του, και σηκώθηκε.
– Νυστάζω, έχω και πολλή δουλειά αύριο. Το ποτό είναι κερασμένο.
Εμεινα μόνος. Και δεν υπήρχαν γυναίκες.
***
Το επόμενο πρωί μαθεύτηκε το συνταρακτικό νέο. Βρέθηκε νεκρός ο Παναγής. Η τοπική εφημερίδα είχε φωτογραφία του· ήταν ξαπλωμένος σε ένα παγκάκι. Εμοιαζε να κοιμάται.
Ο Μιχάλης συνελήφθη και του φόρτωσαν τον φόνο κατηγορώντας τον για συνεργασία με τον Παναγή. Στοιχεία συγκεκριμένα δεν υπήρχαν παρά μόνον η δική μου μαρτυρία, η οποία ήταν αρκετά θολή για να σταθεί στο δικαστήριο,
– Και τι απέγινε ο Μιχάλης;
– Τίποτα, αφέθηκε ελεύθερος αλλά διακόπηκε η σύμβασή του με την Πινακοθήκη.
– Οι πίνακες, βρέθηκαν;
– Κάτσε, μη βιάζεσαι.
Δέκα χρόνια μετά σε μια δημοπρασία των Κρίστις εμφανίστηκε ο ένας από τους τρεις πίνακες, ο Βολανάκης. Κάποιος αστυνομικός ρεπόρτερ θυμήθηκε την κλοπή στη Μεσόπολη και το ανέφερε. Πιστοποιήθηκε ότι πράγματι ήταν ο ίδιος Βολανάκης που είχε δωριθεί στην Πινακοθήκη μας και είχε κλαπεί πριν από δέκα χρόνια. Εγινε διεθνής ντόρος. Ο οίκος Κρίστις ανέβαλε τη δημοπρασία μέχρι να δοθούν εξηγήσεις. Από το γραφείο των επενδυτικών επιχειρήσεων ΚΡ Investments, ιδιοκτησίας Παλαιολόγου, εκδόθηκε ανακοίνωση ότι τον πίνακα τον έδωσε προς δημοπρασία ο ίδιος ο Παλαιολόγου. Τον είχε χαρίσει στην αγαπημένη του κόρη, η οποία είχε πεθάνει πρόσφατα σε ατύχημα σε χιονοδρομικό κέντρο και τώρα ήθελε να τον ξεφορτωθεί να μην του την θυμίζει. Ηταν ο αγαπημένος της πίνακας.
Στη μικρή μας πόλη κυκλοφόρησαν πάλι φήμες. Πως ο πίνακας που είχε δωριθεί στην Πινακοθήκη μας ξαναβρέθηκε στα χέρια του Παλαιολόγου; Οποιος τον έκλεψε τον πούλησε πάλι στον Παλαιολόγο; Μήπως ο Παλαιολόγος μετάνιωσε που τον δώρισε στην Πινακοθήκη και για χάρη της αγαπημένης του κόρης έβαλε να τον κλέψουν; Ποιος σκότωσε τον Παναγή; Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ ο δολοφόνος του;
Ο μόνος που θα μπορούσε να απαντήσει ήταν ο Μιχάλης. Αλλά αυτός σκοτώθηκε λίγους μήνες μετά, σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στον αγροτικό δρόμο που οδηγούσε από τη Μεσόπολη στην εθνική οδό και από εκεί στην πρωτεύουσα.
– Και ο αστυνόμος, τι απέγινε;
– Πέθανε νωρίτερα από άγνωστη αιτία.
– Δεν γίνονται αυτά, θείε! κατέληξε ο ανιψιός μου.
Το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Μπασκόζου είναι «Η μπαλάντα των ανίδεων και καλών», Μεταίχμιο 2023
Comments are closed.