- Advertisement -

Πίσω από τις κλειστές πόρτες, στο σπίτι της φρίκης στην Κυψέλη, τα σημάδια ήταν εκεί. Οι προειδοποιήσεις είχαν καταγραφεί προτού η υπόθεση λάβει τις σημερινές της εφιαλτικές διαστάσεις. Υπήρξαν καταγγελίες, φάκελοι στις κοινωνικές υπηρεσίες, εισαγγελικές εντολές, παρεμβάσεις των υπηρεσιών, νοσηλείες σε νοσοκομεία, και επανειλημμένες απουσίες από το σχολείο. Όλα αυτά συνέθεταν ένα παζλ που δύσκολα θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Κι όμως, κανένα από αυτά τα κομμάτια δεν στάθηκε αρκετό για να κινητοποιήσει έγκαιρα έναν αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας των τριών παιδιών κι ενός νεκρού, πλέον, βρέφους.
Αντί γι’ αυτό, οι προειδοποιήσεις προστέθηκαν η μία πάνω στην άλλη, μέχρι που η παιδική προστασία αποδείχθηκε για ακόμη μία φορά πως είναι περισσότερο ένα δίκτυο «στα χαρτιά» και λιγότερο ένα πραγματικό δίχτυ ασφαλείας για τα παιδιά. Η πρωτοφανής υπόθεση της Κυψέλης δεν φέρνει απλώς στην επιφάνεια ένα οικογενειακό δράμα. «Ξεγυμνώνει» τις αδυναμίες ενός μηχανισμού που διαθέτει υπηρεσίες, αρμοδιότητες και θεσμικά εργαλεία, αλλά εξακολουθεί να χωλαίνει στην πράξη.
Αναδεικνύει με τον πιο οδυνηρό τρόπο πόσο εύκολα ένα παιδί μπορεί να χαθεί μέσα στις ρωγμές ενός συστήματος, όταν κανείς δεν έχει την πλήρη εικόνα, κανείς δεν έχει τη συνολική ευθύνη και κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ενώσει όλα τα κομμάτια.
Διαφορετικές κοινωνικές υπηρεσίες, διαφορετικές αρμοδιότητες
Έτσι, έρχεται ξανά στο προσκήνιο, το ίδιο κρίσιμο ερώτημα. Πόσα «καμπανάκια» πρέπει να χτυπήσουν για να προστατευτεί ένα παιδί και ποιος αναλαμβάνει τελικά την ευθύνη όταν όλοι έχουν δει τα σημάδια, αλλά κανείς δεν παρεμβαίνει εγκαίρως;
Ο Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος και διευθυντής στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, μιλώντας στο tanea.gr τόνισε πως στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται ο κατακερματισμός των υπηρεσιών στην Ελλάδα.
«Συγκεκριμένα, έχουμε 7 διαφορετικές δικτυώσεις κοινωνικοπρονοιακών υπηρεσιών, από διαφορετικά υπουργεία, που έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες, διαφορετικό μοντέλο διοίκησης και διαφορετικούς τρόπους δουλειάς. Και όλες τους, είναι υποστελεχωμένες με τα 2/3 του προσωπικού να είναι συμβασιούχοι, οπότε είναι και εναλλασσόμενο το δυναμικό».
Όπως εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης, άλλες είναι οι κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων, άλλες της Περιφέρειας, με διαφορετικές αρμοδιότητες, άλλες στα νομικά πρόσωπα της Γενικής Γραμματείας Πρόνοιας, άλλες στα νομικά πρόσωπα της εταιρείας προστασίας ανηλίκων του υπουργείου Δικαιοσύνης, άλλες στα νομικά πρόσωπα του υπουργείου Υγείας και στην εκπαίδευση.
Το αποτέλεσμα αυτού του διοικητικού και επιχειρησιακού κατακερματισμού είναι, όπως τονίζει, να μην υπάρχει κανείς που να έχει την πλήρη εποπτεία ενός περιστατικού. «Ο καθένας αναδιπλώνεται στο μικρό κομματάκι που αντιστοιχεί στην αρμοδιότητά του και εν τέλει “χάνεται” ο άνθρωπος που έχει το πρόβλημα».
Στα «χαρτιά» το ενιαίο εθνικό πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών
Για να λειτουργήσει, όμως, αποτελεσματικά η παιδική προστασία στη χώρα, δεν αρκεί ένας μόνο κρίκος της αλυσίδας να είναι επαρκής – αν και στην πραγματικότητα κανένας δεν είναι. Απαιτείται ένα συνεκτικό δίκτυο υπηρεσιών, με κοινή γραμμή δράσης και σαφείς ευθύνες.
«Χρειάζεται διακλαδική διατομεακή συνεργασία, ώστε να μπορούν να συνεργαστούν μεταξύ τους ο εισαγγελέας, ο αστυνομικός, ο κοινωνικός λειτουργός, ο παιδοψυχίατρος, ο παιδίατρος και ο εκπαιδευτικός. Στην Ελλάδα, έχουμε πάρα πολύ ισχνή παράδοση διακλαδικής διατομεακής συνεργασίας. Φανταστείτε να πρέπει να τους ρυθμίσεις όλους, να λειτουργούν με έναν ενιαίο τρόπο και με καθορισμένα βήματα. Αυτό παίρνει τη μορφή συγκεκριμένων πρωτοκόλλων, που δεσμεύουν ουσιαστικά τις υπηρεσίες να κάνουν τα πράγματα με τη συγκεκριμένη σειρά που πρέπει».
Το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού έχει παράξει τα τελευταία χρόνια αντίστοιχα πρωτόκολλα, ορισμένα μάλιστα στο πλαίσιο θεσμικών ρυθμίσεων. «Το 2023, με ΦΕΚ από την κυβέρνηση, ορίστηκε μία διακλαδική επιστημονική ομάδα συνεργασίας, η οποία διέθετε όλες τις απαραίτητες ειδικότητες, με αποτέλεσμα να φτιάξουμε ένα ενιαίο εθνικό πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Αυτό, περιελάμβανε σαφή βήματα για κάθε υπηρεσία που εμπλέκεται. Το καταθέσαμε τον Ιούλιο του 2023, και δεν έχει θεσπιστεί. Είναι ακόμη στα χαρτιά. Δεν υπάρχει γενικότερα, ενιαίο πρωτόκολλο για κανένα είδος κακοποίησης ή παραμέλησης παιδιών στην Ελλάδα».
Για τον κ. Νικολαΐδη, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον συντονισμό. Αφορά και τη δομή, τη στελέχωση και κυρίως την απουσία ενός φορέα που θα έχει την ευθύνη να παρακολουθεί ένα παιδί από τη στιγμή που εντοπίζεται ο κίνδυνος μέχρι τη στιγμή που θα βρεθεί σε πραγματικά ασφαλές περιβάλλον. «Έχουμε την πολυτέλεια να έχουμε αυτού του είδους τον κατακερματισμό και τελικά κανένας δεν έχει την εποπτεία ενός περιστατικού. Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή, τα παιδιά της Κυψέλης βρίσκονται σε νοσοκομεία και κανένας δεν έχει την εποπτεία του τι θα γίνει αργότερα. Μιλάμε για ένα τραγικό έλλειμμα του συστήματος. Σε όλη την υπόλοιπη γεωγραφική ευρωπαϊκή ήπειρο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς ένα παιδί θα πάει σε μία ανάδοχη οικογένεια, στο πλαίσιο της επαγγελματικής επείγουσας αναδοχής».
Η συναργμογή καίριων υπηρεσιών και η στελέχωσή τους
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος και Δρ. εγκληματολογίας Παναγιώτης Παπαϊωάννου επισημαίνει ότι η υπόθεση της Κυψέλης ανέδειξε με δραματικό τρόπο την απουσία ουσιαστικής συναρμογής ανάμεσα σε κρίσιμες υπηρεσίες, οι οποίες, την ίδια στιγμή, λειτουργούν με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Ανάμεσά τους και η Εισαγγελία Ανηλίκων.
«Όταν σε μία κοινωνία, χρειάζεται να υπάρχουν τρία άτομα για να γίνουν τρεις δουλειές, και τελικά υπάρχει μόνο ένας, δεν θα γίνει και η δουλειά σωστά. Είναι ανάγκη, να ενισχυθούν οι πρώτες γραμμές όλων των υπηρεσιών, με περισσότερους και καλύτερα εξειδεικευμένους και έμπειρους υπαλλήλους».
Παναγιώτης Παπαϊωάννου
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι τι συμβαίνει όταν οι υπηρεσίες έχουν ήδη εντοπίσει τον κίνδυνο. Όπως εξηγεί ο κ. Παπαϊωάννου, όταν με εισαγγελική παραγγελία αφαιρούνται από μία οικογένεια παιδιά που έχει κριθεί ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, έχει προηγηθεί κοινωνική έρευνα. Η διαδικασία ξεκινά από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία της περιοχής όπου διαμένουν τα παιδιά, η οποία καλείται να επισκεφθεί το περιβάλλον τους και να αποτυπώσει την κατάσταση σε σχετική έκθεση.
«Η πρώτη παραγγελία δίνεται στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία στην περιοχή που μένουν αυτά τα παιδιά. Όταν η κοινωνική υπηρεσία προχωρά σε επισκέψεις στο περιβάλλον και προχωρά σε έκθεση, πώς γίνεται να πέφτουμε από τα σύννεφα; Σημαίνει ότι ήταν γνωστό τι συνέβαινε με αυτή την οικογένεια».
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σκληρό ερώτημα που αφήνει πίσω της η υπόθεση της Κυψέλης. Όχι εάν υπήρχαν σημάδια, αλλά τι έγινε όταν αυτά έγιναν γνωστά.
Ο ίδιος τονίζει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση πολλές διαφορετικές Αρχές και θεσμοί γνώριζαν πως τα παιδιά δεν θα έπρεπε να παραμένουν στο συγκεκριμένο περιβάλλον. «Από τη στιγμή που το ήξεραν και δεν μερίμνησαν για να μεταφερθούν σε ένα φυλαγμένο περιβάλλον, ενώ το έχουν διαπιστώσει, κάποιοι έχουν ευθύνες για αυτή την κατάληξη. Επίσης, τα παιδιά πηγαίνουν σε νοσοκομεία και επειδή αυτά δεν έχουν προσωπικό να τα επιτηρήσει, μπορεί, όπως φάνηκε, να μπει ο καθένας και να τα πάρει, όπως έκανε για παράδειγμα ο πατέρας».
Η διαδικασία που ακολουθείται για τα παιδιά που μένουν πίσω
Σε ρεπορτάζ των «ΝΕΩΝ» τον Ιούνιο, είχε καταγραφεί η διαδικασία που ακολουθείται και τις διαθέσιμες φωνές, για τα παιδιά που μένουν «πίσω» σε αυτές τις φρικιαστικές υποθέσεις.
Ο πρώτος σταθμός τους είναι ένα παιδιατρικό νοσοκομείο – το παιδί μεταφέρεται εκεί από την Αστυνομία, με συνδρομή κοινωνικών λειτουργών. «Εκεί γίνονται πλήρης έλεγχος, εξετάσεις και παιδοψυχιατρική εκτίμηση» είχε πει ο Κώστας Παπαδημητρόπουλος, υπεύθυνος Προγραμμάτων Φιλοξενίας και Αναδοχής των Παιδικών Χωριών SOS.
Τότε ξεκινάει η διαδικασία αναζήτησης ενός ασφαλούς πλαισίου φιλοξενίας. «Εάν κριθεί ότι οι γονείς είναι ακατάλληλοι γίνεται έρευνα για να βρεθεί αν υπάρχουν άλλοι συγγενείς. Αν όχι, αναζητείται ανάδοχη οικογένεια, ενώ σαν ύστατο μέτρο υπάρχει η αναζήτηση χώρου προσωρινής φιλοξενίας σε μονάδα παιδικής προστασίας» είχε αναφέρει ο Κ. Παπαδημητρόπουλος. Σύμφωνα με τον ίδιο, από το 2020 και έπειτα υπάρχει ηλεκτρονική πλατφόρμα στην οποία οι φορείς προστασίας «ανεβάζουν» όλα τα παιδιά που αναζητούν ανάδοχη οικογένεια.
Τα προβλήματα
Υπάρχουν ιδιωτικές και δημόσιες μονάδες παιδικής προστασίας. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής, σήμερα λειτουργούν συνολικά 84 μονάδες.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν βρίσκεται άμεσα διαθέσιμη θέση σε κάποια από αυτές ή ανάδοχη οικογένεια, ούτε κατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τα παιδιά να παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κάποιο νοσοκομείο – έως ότου τελικά βρεθεί το κατάλληλο πλαίσιο. Σύμφωνα με τον Μιχάλη Γιαννάκο, πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν 100 τέτοιες περιπτώσεις παιδιών (45 από αυτά στην Αττική). «Μπορεί να μείνουν στα νοσοκομεία για 5-8 μήνες, διότι δεν βρίσκονται θέσεις στις προνοιακές δομές».
Αυτό συμβαίνει, σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω έλλειψης προσωπικού, κάτι για το οποίο επιρρίπτει ευθύνες στο υπουργείο Οικογένειας. «Αναπτύσσονται παραβατικές συμπεριφορές μέσα στο νοσοκομείο από τα παιδιά αυτά. Δεν φταίνε αυτά, η παραμονή τους για μεγάλο διάστημα αποτελεί μια δεύτερη κακοποίηση» προσθέτει.
Από μεριάς του ο Κ. Παπαδημητρόπουλος συμπληρώνει ότι η αύξηση των περιστατικών και η υποστελέχωση των αρμόδιων υπηρεσιών οδηγεί και στην έλλειψη συνέχισης της παρακολούθησης μιας ανάδοχης ή θετής οικογένειας σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο φαινόμενο τα μεγαλύτερη σε ηλικία παιδιά να μη βρίσκουν τόσο εύκολα ανάδοχη οικογένεια, κάτι που προκύπτει και από τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου.
Comments are closed.