- Advertisement -

«Η ζωή μπροστά»: Η αέναη προσδοκία του ανθρώπου να βρει τη θέση του στον κόσμο

«Η ζωή μπροστά»: Η αέναη προσδοκία του ανθρώπου να βρει τη θέση του στον κόσμο
2

- Advertisement -

Το 1975 στη Γαλλία το μυθιστόρημα «Η ζωή μπροστά» του Εμίλ Αζάρ, ψευδώνυμο του Ρομαίν Γκαρύ, αποτέλεσε λογοτεχνικό φαινόμενο, χαρίζοντας στον συγγραφέα ένα δεύτερο Γκονκούρ. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα επιστρέφει στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Δώμα, σε νέα μετάφραση και με σχόλια του Αχιλλέα Κυριακίδη. Το βιβλίο μιλά για τους ανθρώπους του περιθωρίου, τις λούμπεν ζωές που περνούν και σβήνουν αθόρυβα, δίχως ίχνος, χωρίς να συναντήσουν ποτέ το βλέμμα της κοινωνίας. Ο Γκαρύ δίνει φωνή και υπόσταση σε αυτές τις εύθραστες ζωές, τις τραβά από το σκοτάδι και τις τοποθετεί με τρυφερότητα μπροστά στα μάτια όλων.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο μικρός Μομό, ένα παιδί μεταναστευτικής καταγωγής που μεγαλώνει στο Μπελβίλ του Παρισιού, μαζί με την μαντάμ Ρόζα, μια ηλικιωμένη πρώην πόρνη και επιζήσασα του Άουσβιτς. Γύρω τους συγκεντρώνεται ένας μικρόκοσμος ανθρώπων που η κοινωνία έμαθε να μη βλέπει: φτωχοί, μετανάστες, ηλικιωμένοι, άνθρωποι διαφορετικής θρησκείας ή σεξουαλικής ταυτότητας. Κι όμως, μέσα σε αυτό το ετερόκλητο περιβάλλον γεννιέται μια βαθιά αίσθηση κοινότητας. Ο Γκαρύ δεν γράφει απλώς για την περιθωριοποίηση· στρέφει το βλέμμα του στην ίδια την ανάγκη της κοινωνίας να κατατάσσει τους ανθρώπους σε κατηγορίες. Η ταυτότητα, στο έργο του, είναι ρευστή, σύνθετη, μεταβαλλόμενη και συχνά αντιφατική. Ίσως γι’ αυτό και η επιλογή του να γράψει ως «Εμίλ Αζάρ» δεν αποτελεί απλώς ένα ευφυές λογοτεχνικό τέχνασμα, αλλά μοιάζει να συνομιλεί βαθύτερα με τον ίδιο τον πυρήνα του βιβλίου: την επιθυμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τις ταυτότητες που του επιβάλλουν οι άλλοι.

Η μεγάλη δύναμη του μυθιστορήματος βρίσκεται στον Μομό και στη μοναδική φωνή του. Ένα παιδί που έχει μεγαλώσει χωρίς γονείς, μέσα στη φτώχεια, την εγκατάλειψη και την κοινωνική αδικία. Ο Μομό διαθέτει μια παράξενη σοφία, χωρίς να έχει χάσει την παιδική του ματιά. Αντιλαμβάνεται την αδικία πριν μπορέσει να την κατανοήσει, στην προσπάθειά του να εξηγήσει τον κόσμο γύρω του και να προσταυτευθεί. Συχνά καταλήγει σε συμπεράσματα αδέξια, αστεία ή παράδοξα, τα οποία όμως αποκαλύπτουν μια βαθύτερη αλήθεια από εκείνη των «μορφωμένων» ενηλίκων. Το χιούμορ του Μομό συνυπάρχει με τον πόνο. Πίσω από την αφέλεια της αφήγησής του διακρίνεται η καταγγελία του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, του σεξισμού και κάθε μορφής κοινωνικού αποκλεισμού.

Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η σχέση του με την μαντάμ Ρόζα: δύο άνθρωποι που έχουν γνωρίσει την εγκατάλειψη βρίσκουν ο ένας στον άλλον αυτό που τους έλειψε περισσότερο, έναν άνθρωπο να αγαπήσουν και να φροντίσουν. Όταν εκείνη γερνά και καταρρέει, ο Μομό μένει δίπλα της μέχρι το τέλος, αντιστρέφοντας σχεδόν τους ρόλους γονιού και παιδιού. Η αγάπη τους δεν είναι τέλεια ούτε εξιδανικευμένη· είναι μια αγάπη καθημερινή, αμήχανη, συχνά κωμική, αλλά βαθιά αληθινή.

Στον κόσμο που περιγράφει ο Γκαρύ, η μοναξιά και η σκληρότητα έχουν διαβρώσει τον ψυχισμό των ανθρώπων κι αυτό που απομένει —το πιο απλό— είναι και το πιο δύσκολο: να υπάρχεις για κάποιον άλλον. Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται ο πυρήνας της ιστορίας: στο ερώτημα του Μομό, που διατρέχει όλο το βιβλίο και αγγίζει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη: «Μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς αγάπη

- Post Down -

Comments are closed.