- Advertisement -

Μια σύγχρονη αναφορά σε ένα έργο που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ελληνική μουσική ξαναζωντανεύει μέσα από τη ματιά και τη φωνή της νεότερης γενιάς ερμηνευτών, που συναντιούνται με τον Γιώργο Νταλάρα. Η Λαϊκή Ορχήστρα «Απόστολος Καλδάρας» παρουσιάζει στο Θέατρο Βράχων τη μουσική παράσταση – αφιέρωμα «Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω…», τιμώντας τον Απόστολο Καλδάρα, έναν δημιουργό ο οποίος έγραψε τη δική του λαμπερή σελίδα στο ελληνικό τραγούδι.
Η νέα γενιά εξαιρετικών λαϊκών ερμηνευτών – δίπλα στον τραγουδιστή που συνέδεσε τη φωνή του άρρηκτα με τον σπουδαίο δημιουργό – παίρνει τη σκυτάλη για να δώσει ξανά φωνή σε μελωδίες που διατρέχουν τη συλλογική μας μνήμη. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένας από τους πλέον χαρισματικούς εκπροσώπους της, ο Γιάννης Διονυσίου, ο οποίος αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Απ. Καλδάρα έναν από τους κεντρικούς πυλώνες της ελληνικής λαϊκής μουσικής. «Για έναν νέο ερμηνευτή που καταπιάνεται με το λαϊκό τραγούδι, το ρεπερτόριο του Καλδάρα είναι το απόλυτο “σχολείο”. Το έργο του απαιτεί σεβασμό και βαθιά μελέτη. Σημαίνει να έρχεσαι αντιμέτωπος με την ίδια την ιστορία και τον πόνο του λαϊκού μας πολιτισμού, προσπαθώντας να φανείς αντάξιος αυτού του βάρους».
Η πρώτη του δυνατή ανάμνηση είναι το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι». «Θυμάμαι να το ακούω και να το τραγουδάω μικρός και, παρότι δεν είχα τότε τα βιώματα για να κατανοήσω πλήρως το βάρος των στίχων του – για την εξορία, τη φυλακή και το σκοτάδι της εποχής – η ίδια η μελωδία, γραμμένη σε δρόμο χιτζάζ, μου προκαλούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εχει μια εσωτερικότητα κι έναν δωρικό πόνο που με καθήλωνε». Δίπλα σε αυτό, όμως, προτείνει τραγούδια που αγαπά λιγότερο γνωστά και συστήνει στο κοινό όπως το «Πετροβολούσα τη ζωή» σε στίχους του Γιώργου Σαμολαδά ή «Το ράκος» σε στίχους του Κώστα Βίρβου και τα δύο τραγουδισμένα από τον νεαρό τότε Γιάννη Πάριο. Ανήκουν και τα δύο στον πρώτο ολοκληρωμένο δίσκο του μεγάλου ερμηνευτή που κυκλοφόρησε το 1971.
Το έργο του Απόστολου Καλδάρα διατρέχει διαφορετικές περιόδους και δεκαετίες. Από το ρεμπέτικο του 1940 έως τις μεγάλες θεματικές του 1970. Ποια σας εκφράζει περισσότερο και γιατί;
Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση, γιατί και οι δύο περίοδοι είναι μνημειώδεις. Ωστόσο, ως άνθρωπος που έχω ασχοληθεί περισσότερο με το ρεμπέτικο, ομολογώ πως η περίοδος του ’40 και του ’50 με αγγίζει περισσότερο. Είναι η εποχή που το λαϊκό τραγούδι «ψηνόταν» μέσα στη φωτιά της φτώχειας, του πολέμου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Υπάρχει μια ακατέργαστη, ατόφια αλήθεια σε εκείνα τα πρώτα του ρεμπέτικα που με συγκλονίζει. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να μην υποκλιθώ στο μουσικό μεγαλείο δίσκων όπως η «Μικρά Ασία» και ο «Βυζαντινός Εσπερινός» του ’70. Εκεί η μελωδικότητα και οι ενορχηστρωτικές ιδέες και αποτυπώσεις είναι εξαιρετικές.
Οι στίχοι του σπουδαίου συνθέτη έχουν «ποιότητα και απλότητα», όπως διαβάζουμε για τη συναυλία. Μπορούν να αγγίξουν με τον ίδιο τρόπο σήμερα – ιδιαίτερα τους νέους – τραγούδια που γράφτηκαν πριν από τόσες δεκαετίες;
Ο Καλδάρας μαζί με τους σπουδαίους στιχουργούς που συνεργάστηκε, όπως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και ο Πυθαγόρας μιλούσε για πράγματα πανανθρώπινα: τον έρωτα, την ξενιτιά, την αξιοπρέπεια, τον πόνο του χωρισμού. Οι κόσμος σήμερα ζει σε μια ψηφιακή εποχή, γεμάτη ταχύτητα και πληροφορία, αλλά ο πόνος μιας προδοσίας ή το άγχος της επιβίωσης παραμένουν ακριβώς τα ίδια. Οταν ένα τραγούδι λέει μια τεράστια αλήθεια με πέντε απλές, σταράτες λέξεις, ο νέος το καταλαβαίνει αμέσως. Το αληθινό δεν έχει ημερομηνία λήξης.
Από τις περίτεχνες ανατολίτικες μελωδίες μέχρι τα δωρικά ζεϊμπέκικά του, όλα έχουν τεράστιες φωνητικές απαιτήσεις. Ποια είναι για εσάς η μεγαλύτερη πρόκληση;
Σε τεχνικό επίπεδο, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι οι λαϊκοί δρόμοι τους οποίους ο Καλδάρας ήξερε να χειρίζεται πολύ καλά. Τα μελίσματα και τα τσακίσματα στις μελωδίες του απαιτούν τρομερό έλεγχο της ανάσας και ακρίβεια στο κούρδισμα, χωρίς όμως η ερμηνεία να γίνει φλύαρη ή επιτηδευμένη. Σε συναισθηματικό επίπεδο, η παγίδα είναι η «μουσειακή» προσέγγιση ή η μίμηση. Ο Καλδάρας αναδείχτηκε και ανέδειξε φωνές – μεγαθήρια, όπως ο Καζαντζίδης. Η πρόκληση, λοιπόν, είναι να πάρεις αυτό το τεράστιο συναισθηματικό φορτίο, να σεβαστείς το πώς γράφτηκε, αλλά να το περάσεις μέσα από το δικό σου βίωμα σήμερα. Να ματώσεις εσύ για τον στίχο τώρα, και όχι να προσποιηθείς τον πόνο μιας άλλης εποχής.
Ο Καλδάρας ανήκει όντως στους συνθέτες που εμπιστευόταν και αναδείκνυε τους νέους. Αισθάνεσθε ότι μπαίνετε σε αυτόν τον κύκλο; Οτι συνεχίζεται οργανικά αυτή η παράδοση;
Είναι τεράστια τιμή και μόνο να το σκέφτεται κανείς αυτό. Ο Καλδάρας λειτούργησε σαν «πατέρας» για τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού στα πρώτα τους βήματα. Προσωπικά, αισθάνομαι ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης. Δεν τολμώ να βάλω τον εαυτό μου δίπλα σε εκείνους τους μύθους, αλλά νιώθω υπερήφανος να κρατήσω αυτή τη σκυτάλη. Το λαϊκό τραγούδι είναι ένας ζωντανός οργανισμός, μια σκυταλοδρομία. Οταν παίρνουμε εμείς οι νεότεροι αυτά τα τραγούδια, τα μελετάμε και τα λέμε στον κόσμο με την ίδια φλόγα, ναι, νιώθω ότι η παράδοση συνεχίζεται οργανικά. Δεν τα τραγουδάμε ως μνημόσυνο, τα τραγουδάμε γιατί είναι η ζωή μας σήμερα.
Comments are closed.