- Advertisement -

Το ευρωπαϊκό δίλημμα της Ισλανδίας

Το ευρωπαϊκό δίλημμα της Ισλανδίας
8

- Advertisement -

Οι Ισλανδοί προσέρχονται σήμερα στις κάλπες, σε ένα δημοψήφισμα που, παρότι δεν αποφασίζει άμεσα την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, μπορεί να ανοίξει ξανά έναν δρόμο που έκλεισε πριν από 13 χρόνια. Το ερώτημα είναι εάν η Ισλανδία θα επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες και, πίσω από αυτό, εάν θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη βαθιά οικονομική και θεσμική της σύνδεση με την Ευρώπη σε πλήρη πολιτική συμμετοχή. Η αλιεία, ο έλεγχος των χωρικών υδάτων της χώρας – που συνδέεται στενά με την εθνική κυριαρχία και ταυτότητα –, η οικονομική ασφάλεια και οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες στην Αρκτική συνθέτουν ένα δίλημμα που υπερβαίνει κατά πολύ το ζήτημα μιας ακόμη διεύρυνσης της ΕΕ.

Η σχέση της Ισλανδίας με την ΕΕ υπήρξε διαχρονικά μια σχέση στενής συνεργασίας χωρίς πλήρη ένταξη. Η χώρα υπέβαλε αίτηση για ένταξη το 2009, στον απόηχο της μεγάλης οικονομικής κρίσης, και άρχισε διαπραγματεύσεις το 2010. Η διαδικασία προχώρησε σημαντικά, με 27 από τα 35 διαπραγματευτικά κεφάλαια να έχουν ανοίξει και 11 να έχουν προσωρινά κλείσει. Ωστόσο, η ανάκαμψη της ισλανδικής οικονομίας περιόρισε το αρχικό κίνητρο για ένταξη, ενώ η αντίθεση στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ ενίσχυσε τον ευρωσκεπτικισμό. Το 2013 οι διαπραγματεύσεις ανεστάλησαν από την τότε κυβέρνηση και το 2015 το Ρέικιαβικ ενημέρωσε τις Βρυξέλλες ότι δεν επιθυμούσε πλέον να θεωρείται υποψήφια χώρα.

Παρά την απόσταση από την πλήρη ένταξη, η Ισλανδία παρέμεινε βαθιά ενσωματωμένη στην ευρωπαϊκή οικονομία. Μέσω της EFTA (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών) και, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου από το 1994, έχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά, ενώ η συμμετοχή της στον χώρο Σένγκεν εξασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία. Αυτό σημαίνει ότι απολαμβάνει πολλά από τα οφέλη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χωρίς να συμμετέχει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των Βρυξελλών.

Η νέα στροφή ήρθε το 2024, με την ανάληψη της εξουσίας από φιλευρωπαϊκό συνασπισμό, ο οποίος δεσμεύτηκε για δημοψήφισμα σχετικά με την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Στο μεταξύ, όμως, άλλαξε και το γεωπολιτικό περιβάλλον. Η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Αρκτικής, οι εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία και η αβεβαιότητα για τη μελλοντική ευρωπαϊκή ασφάλεια έδωσαν νέο περιεχόμενο στη συζήτηση. Οπως έχει επισημάνει η ισλανδή υπουργός Εξωτερικών Θόρνγκερντουρ Κατρίν Γκούναρσντοτιρ, το διεθνές σύστημα που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο «κλονίζεται», καθιστώντας τη βαθύτερη συνεργασία με την ΕΕ βασική παράμετρο για την προστασία των ισλανδικών συμφερόντων.

Η πρωθυπουργός Κρίστρουν Φροστάντοτιρ επιμένει ότι οι πολίτες δεν καλούνται τώρα να αποφασίσουν για την ένταξη, αλλά να δώσουν εντολή για διαπραγμάτευση. Και, όπως υποστηρίζει, ο ισλανδικός λαός θα έχει τόσο τον πρώτο όσο και τον τελευταίο λόγο. Σύμφωνα με τον αναλυτή του Atlantic Council Τζέιμς Μπάτσικ, άλλωστε, ακόμη και μια θετική απόφαση δεν θα οδηγήσει αυτόματα στην ένταξη: εάν υπάρξει συμφωνία, θα χρειαστεί νέο δημοψήφισμα.

Μια δημοσκόπηση αυτής της εβδομάδας από την εταιρεία μετρήσεων Maskina έδειξε το «Ναι» να προηγείται με 51,3% έναντι 48,7% του «Οχι», ενώ σε προγενέστερη δημοσκόπηση οι δύο πλευρές εμφανίζονταν να δίνουν μάχη στήθος με στήθος. Ολες οι μετρήσεις έδειχναν σταθερά προβάδισμα του «Ναι» αλλά και σταδιακή μείωση της διαφοράς.

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει πρόβλεψη», δηλώνει ο Εΐρικουρ Μπέργκμαν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Bifröst. «Και τα δύο στρατόπεδα ρίχνουν στη μάχη όλες τους τις δυνάμεις».

Τι θα γίνει σε κάθε περίπτωση

ΝΑΙ

Ενα «Ναι» δεν σημαίνει ένταξη στην ΕΕ, αλλά επανεκκίνηση της πορείας προς αυτήν. Θα έδινε στην κυβέρνηση εντολή να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και θα μπορούσε να οδηγήσει σχετικά γρήγορα σε συμφωνία, καθώς η Ισλανδία είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμισμένη με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Οπως επισημαίνει ο Τζέιμς Μπάτσικ, αναπληρωτής διευθυντής στο Europe Center του Atlantic Council, η χώρα δεν θα ξεκινούσε από το μηδέν. Η διαδικασία, ωστόσο, θα δοκίμαζε τα όρια της ΕΕ σε ζητήματα όπως η αλιεία αλλά και θα έδινε μια ευπρόσδεκτη ώθηση στην ατζέντα της διεύρυνσης, προσθέτοντας γεωγραφική και οικονομική ισορροπία στον κατάλογο των υποψήφιων μελλοντικών μελών.

ΟΧΙ

Ενα «Οχι» θα έκλεινε, τουλάχιστον για αρκετά χρόνια, την ευρωπαϊκή πόρτα. Δεν θα αποτελούσε απλώς απόρριψη της επανέναρξης των συνομιλιών, αλλά σοβαρό πολιτικό πλήγμα για την κυβέρνηση Φροστάντοτιρ και για τη δυναμική διεύρυνσης της ΕΕ. Θα ενίσχυε τις δυνάμεις που θεωρούν ότι η σημερινή σχέση μέσω του ΕΟΧ επαρκεί και θα μπορούσε να παγώσει την προοπτική ένταξης για χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες. Για τις Βρυξέλλες, αντίθετα, θα ήταν απώλεια μιας στρατηγικής ευκαιρίας στην Αρκτική και ένα αρνητικό μήνυμα για τη διεύρυνση. Οπως υπογραμμίζουν αναλυτές του Atlantic Council, η θετική έκβαση θα έδειχνε ότι η ΕΕ εξακολουθεί να μπορεί να προωθεί αποτελεσματικά τη διεύρυνσή της και να ενισχύει, μέσα από αυτήν, την ευρωπαϊκή ισχύ.

- Post Down -

Comments are closed.