- Advertisement -

Θανάσης Ψαρόπουλος στα ΝΕΑ: «Στη φωτιά είμαστε όλοι ίσοι, όλοι μαζί παλεύουμε»

Θανάσης Ψαρόπουλος στα ΝΕΑ: «Στη φωτιά είμαστε όλοι ίσοι, όλοι μαζί παλεύουμε»
4

- Advertisement -

Συναντηθήκαμε στην Τούμπα. Εφτασα πρώτος στο μαγαζί με λίγα λεπτά διαφορά από τον Θανάση. Οταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, κατάλαβα ότι μπορεί να έχω πετύχει πολλούς «Θανάσηδες» στη ζωή μου και απλά να μην το γνωρίζω. Η δουλειά του είναι σπουδαία και απαραίτητη για την επιβίωση του φυσικού περιβάλλοντος – τελικά, του ίδιου του πλανήτη. Εκείνος, όμως, είναι ένας απλός άνθρωπος. Θα μπορούσε να ήταν γείτονας, ο φίλος ή και η γνωριμία σε μια έξοδο ένα βράδυ. Σαν να περίμενα κάποιον που θα έρθει να μου πει «αυτός είμαι εγώ» με περίσσιο θάρρος, ο Θανάσης κάθισε απέναντί μου στο τραπέζι και η συζήτηση απέπνεε από την πρώτη κιόλας στιγμή μια αίσθηση ανθρωπιάς και κατανόησης. «Πλέον είμαι 46 χρονών και έχω 20 χρόνια στα μέτωπα», μου είπε μεταξύ άλλων ο ίδιος.

Ο Θανάσης Ψαρόπουλος είναι πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πυροσβεστικών Υπαλλήλων Ιδιωτικού Δικαίου – πολύ απλά, δηλαδή, της Ομοσπονδίας των εποχικών πυροσβεστών. Αυτών που βλέπουμε πολλές φορές κάθε καλοκαίρι, πότε από τις οθόνες της τηλεόρασης και τις φωτογραφίες στα σόσιαλ, ενίοτε δε και διά ζώσης, να δίνουν τη μάχη μαζί με τους μόνιμους συναδέλφους τους και τους εθελοντές. Με την ίδια αυταπάρνηση και τον ίδιο αντικειμενικό στόχο.

Πάνω από όλα, όμως, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει πάθος και αγάπη για το επάγγελμά του. Είναι από τους πυροσβέστες τους οποίους η πολιτεία ουσιαστικά «μετράει» δύο φορές – περίπου ως… διαφορετικούς ανθρώπους – μια και είναι τόσο εποχικός όσο και εθελοντής. «Το 2006 μια φίλη μου ήθελε να γίνει εθελοντής πυροσβέστης. Τότε ήμουν 26 χρονών. Πήγα μαζί της αλλά τελικά μόνο εγώ έκατσα στα μαθήματα, αφού εκείνη δεν ήρθε σε κανένα», θυμάται ο ίδιος και συνεχίζει: «Πλέον έχω τον βαθμό του εθελοντή πυρονόμου, με 20 χρόνια εθελοντισμού στην πλάτη μου και 8 χρόνια ως εποχικός. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλη χαρά να καταφέρνεις να κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα».

Ο Θανάσης έχει τελειώσει διακοσμητής εσωτερικών χώρων και στο παρελθόν έχει κάνει πολλές δουλειές – από οδηγός ασθενοφόρου μέχρι απορριμματοφόρου. Αλλά εδώ, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Ξεκινώντας από τις εργασιακές συνθήκες που βιώνουν σήμερα οι συνάδελφοί του στην Ελλάδα, σκιαγράφησε στη σύντομη συνεύρεσή μας μια εικόνα η οποία μόνο «μαύρη» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. «Οι πυροσβέστες παίρνουμε βαρέα ένσημα. Εγώ αυτή τη στιγμή, ως οδηγός, παίρνω 993 ευρώ καθαρά τον μήνα», ξεκινά να λέει.

Ξαφνικά όμως διέκοψε, γιατί τη στιγμή εκείνη, πέρασε από το τραπέζι μας η «αδελφή» του Θανάση, Ελένη Ανδρεάδη. Η Ελένη έχασε τον βιολογικό αδελφό της, τον Ανδρέα, σε ηλικία 49 ετών το καλοκαίρι του 2024, μετά από μια ακόμα υπερωριακή βάρδια, η οποία εκείνη την ημέρα είχε διαρκέσει 37 ώρες. Ο Ανδρέας ήταν τότε εποχικός πυροσβέστης και σκοτώθηκε σε τροχαίο κατά τη διάρκεια της επιστροφής στο σπίτι του. «Ηθελα να γνωρίσεις την Ελένη», μου είπε ο Θανάσης και εκείνη κάθισε μαζί μας για λίγα λεπτά. «Τον Θανάση τον γνώρισα σε μια πορεία και από τότε είναι αδελφός μου», πήρε τον λόγο εκείνη – και μετά μίλησε για τον θάνατο του αδελφού της, αλλά και για την εκμετάλλευση των εποχικών πυροσβεστών.

Η αλήθεια είναι ότι στην Πυροσβεστική, πρόβλημα δεν είναι μόνο η εντατικοποίηση και το γεγονός ότι οι εποχικοί καλούνται να δουλέψουν περισσότερο, φτάνοντας στα όρια της φυσικής αντοχής τους. Είναι και ότι γίνεται και παράβαση των συμβάσεων που έχουν υπογράψει, με την ευθύνη να ανήκει στους ίδιους τους διοικητές ή τους προϊσταμένους τους. Ο διοικητής, άλλωστε, είναι αυτός που δέχεται να υπογράψει και να βάλει στο πρόγραμμα έναν εποχικό πυροσβέστη για να δουλέψει 37 συνεχόμενες ώρες.

Οσον αφορά τον Ανδρέα, που μοιάζει σαν για λίγο να μετείχε στη συζήτησή μας και να καθόταν στο τραπέζι μας, επρόκειτο να γίνει μόνιμος πυροσβέστης. Πήγαινε στην Καβάλα τον χειμώνα για να βγάλει την Γ’ Γυμνασίου, ώστε να αποκτήσει τα απαιτούμενα προσόντα που θα του επέτρεπαν να μονιμοποιηθεί, να γίνει πενταετής. Κάτι το οποίο δεν πρόλαβε. Αν ζούσε σήμερα, πάντως, η νέα νομοθεσία θα τον είχε «πετάξει εκτός», σημειώνουν και οι δύο, μιας και εφαρμόστηκαν νέα όρια ηλικίας με την προκήρυξη των θέσεων που έγινε το 2025. Υστερα, η Ελένη έφυγε – αλλά το κλίμα είχε ήδη βαρύνει.

Χωρίς πρόληψη

«Οι εποχικοί δουλεύουμε για 8 μήνες και τους υπόλοιπους είμαστε στο ταμείο ανεργίας. Ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει ότι η πυρκαγιά δεν αντιμετωπίζεται μόνο όταν καίει, αλλά και όταν υπάρχει πρόληψη. Στην Ελλάδα όχι μόνο δεν μας μονιμοποιούν ώστε να υπάρξει πρόληψη, αλλά και τα δασαρχεία από το 1996 φθίνουν. Φύγανε άνθρωποι με συνταξιοδοτήσεις και πλέον δεν υπάρχει κόσμος για να δημιουργήσει την υποδομή του καθαρισμού των αντιπυρικών ζωνών», συνεχίζει ο Θανάσης, προσπαθώντας να πιάσει το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εποχικοί πυροσβέστες σε αυτή τη χώρα ζουν μια… τρέλα. Και το εξηγεί: «Το καλοκαίρι τρέχουμε ασταμάτητα από μέτωπο σε μέτωπο και τον χειμώνα δεχόμαστε απίστευτη καταστολή στις πορείες και στις διαμαρτυρίες μας. Μιλάμε για περίπου 2.500 οικογένειες οι οποίες ζούμε στην αβεβαιότητα. Ο τότε υπουργός αποκάλεσε τους εποχικούς πυροσβέστες “εισβολείς” πριν δύο χρόνια. Ο ίδιος υπουργός είπε για τους πενταετείς ότι είναι “το λάθος, η μαύρη σελίδα” του Πυροσβεστικού Σώματος», προσθέτει. Και εγώ, με τη σειρά μου, αναρωτιέμαι ποιους θα εξυμνεί η πολιτεία όταν σωθούν τα σπίτια δικών της στελεχών από κάποια πύρινη λαίλαπα των καλοκαιριών. Μήπως αυτούς που δεν βλέπει καν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και τους θεωρεί «εισβολείς»;

«Βάσει της Ομοσπονδίας των μόνιμων πυροσβεστών, πρέπει να είμαστε γύρω στους 20.000. Αλλά είμαστε 18.000, εκ των οποίων 2.500 είναι εποχικοί που συμπεριλαμβάνονται κατά το δοκούν στο οργανόγραμμα. Τον χειμώνα πέφτουμε στους 15.500, εκ των οποίων δεν είναι όλοι ενεργοί στη μάχιμη γραμμή καθώς πολλοί εργάζονται σε γραφεία και υπηρεσίες. Δυστυχώς, παίρνουμε μόνο αστυνομικούς με fast – track διαδικασίες, σωφρονιστικούς υπαλλήλους, ειδικούς φρουρούς, συνοριοφύλακες κ.λπ.», σημειώνει ο Θανάσης.

Την ίδια στιγμή, όπως κάθε χρόνος που περνά γερνάει και το Πυροσβεστικό Σώμα, καθώς αποχωρεί κόσμος με συνταξιοδοτήσεις. Κάθε χρόνο παλιώνουν και τα οχήματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το έργο της πυρόσβεσης και τη δουλειά μονίμων, εποχικών και εθελοντών. «Αυτή τη στιγμή, σε ορισμένες περιοχές έχουμε αυτοκίνητα του 1978! Στην επαρχία έχουν αυτοκίνητα του ’78, του ’80, του ’90, από την παλιά Δασική Υπηρεσία, ενώ στην υπηρεσία έρχονται πολύ λίγα νέα αυτοκίνητα», υπογραμμίζει.

Τα καμένα σπίτια

Κάπου σε αυτό το σημείο, θέλησα να τον ρωτήσω ποιο θεωρεί ότι έχει υπάρξει το πιο συγκλονιστικό πράγμα που έχει βιώσει στη διάρκεια της πολυετούς του θητείας. Η απάντηση που πήρα δεν ήταν «κινηματογραφική», ούτε είχε δόσεις υποκρισίας – ήταν πέρα για πέρα αληθινή.

«Επειδή επιχειρώ και ως εθελοντής πυροσβέστης σε αστικά συμβάντα – γιατί οι εποχικοί δεν έχουν το δικαίωμα να πάνε σε αστικά και δεν μας έχουν κάνει εκπαίδευση – το πιο δύσκολο που έχω βιώσει είναι η θλίψη του ατόμου που καίγεται το σπίτι του. Εμένα μου κάνει μεγάλη αίσθηση όταν μαζεύω τις σωλήνες για να φύγουμε. “Αυτός ο άνθρωπος τώρα πού θα μείνει; Τι αναμνήσεις είχε από αυτό το σπίτι;”, σκέφτομαι. Δυστυχώς τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια δεν θα ξαναφτιαχτούν. Η κυβέρνηση μας λέει ότι θα βοηθήσει, αλλά δεν το έχει κάνει και ποτέ ουσιαστικά. Οπως δεν βοήθησε στο Μάτι, στη Ρόδο, στη Βόρεια Εύβοια, στη Δαδιά. Το σπίτι δεν πρόκειται να ξαναφτιαχτεί για τον μέσο Ελληνα και η κυβέρνηση δεν θα δώσει χρήματα, γιατί τα δίνει αλλού», λέει χωρίς περιστροφές.

Με βάση τα όσα είχα ακούσει μέχρι τώρα, αναρωτήθηκα δυνατά αν θα επέλεγε ξανά το επάγγελμα αυτό. «Αν με ρωτάς με την ιδιότητα του συνδικαλιστή, η απάντησή μου θα ήταν όχι. Γιατί δεν είναι μόνο η εκμετάλλευση και οι χαμηλοί μισθοί, είναι το ενοίκιο που θα πρέπει να δώσω σε ένα νησί στο οποίο φτάνει ή και ξεπερνά τα 500 ευρώ, τη στιγμή που εγώ παίρνω 900. Αλλά αν ρωτάς τον Θάνο, τότε ναι, θα ξαναπήγαινα. Εμένα μου αρέσει αυτή η δουλειά, γι’ αυτό και την κάνω πολλά χρόνια εθελοντικά. Το οκτάμηνο το κερδίσαμε μέσα από αγώνες. Βγήκαμε στα κανάλια, κάναμε ειρηνική κατάληψη στο υπουργείο, κλάψαμε στον Λαζόπουλο, γιατί ξέραμε ότι θα βγει η προκήρυξη και θα πετάξει κόσμο εκτός, βλέπαμε το κακό να έρχεται. Ηταν η ίδια η κυβέρνηση που μας είπε προβοκάτορες και εισβολείς. Στη φωτιά είμαστε όλοι ίσοι, όλοι μαζί παλεύουμε».

Στην ερώτηση πώς τα βγάζουν πέρα οι εποχικοί με τους συγκεκριμένους μισθούς, απάντηση δεν υπάρχει ακριβώς. «Κάποιοι σίγουρα κάνουν και δεύτερη δουλειά, αλλά αυτό είναι από μόνο του σχεδόν αδύνατο, μια και ποτέ δεν έχουμε σταθερό ωράριο. Παλαιότερα ήταν πιο εύκολα γιατί δεν υπήρχε τέτοια ακρίβεια. Το 2026, όμως, είναι αδύνατον κάποιος να μπορεί να ζήσει με 900 ευρώ αν έχει ενοίκιο και οικογένεια», εξηγεί.

Οσον αφορά την επιλογή που κάνουν ή σκέφτονται να κάνουν νέοι άνθρωποι και να ενταχθούν στο Πυροσβεστικό Σώμα, ο Θανάσης θεωρεί πως με τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχει μέλλον. «Για εμένα, εάν πας να δώσεις εξετάσεις και πιάσεις 16.000 – 17.000 μόρια για να περάσεις στην Πυροσβεστική, είναι τρελό. Πέρνα σε κάποια άλλη σχολή, παρά να γίνεις πυροσβέστης. Τα ωράρια είναι εξοντωτικά και απρόοπτα. Τα λεφτά λίγα και ο κίνδυνος μεγάλος. Τρεις συναδέλφους μας χάσαμε φέτος. Χάσαμε έναν εποχικό, έναν πενταετή και έναν αξιωματικό. Εναν από κάθε βαθμίδα – από τη χαμηλότερη, από τη μεσαία και από την ανώτερη. Ξαναλέω ότι στη φωτιά είμαστε όλοι ίδιοι».

Κινητοποιήσεις

Λίγο πριν το τέλος της συνάντησής μας, τον ρώτησα τι επιφυλάσσει το μέλλον για τον ίδιο και τους συναδέλφους του. Η απάντησή του δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρανόησης: «Στις 31 Αυγούστου θα είμαστε έξω από το Μέγαρο Μαξίμου, το ίδιο και στη ΔΕΘ. Η πολιτεία θα κάνει κάτι επιτέλους; Ζητάμε την άμεση μονιμοποίησή μας, όχι από την πίσω πόρτα αλλά μέσω του ΑΣΕΠ και με τις νόμιμες διαδικασίες. Δεν είναι όμως μόνο αυτά. Η Βουλή οφείλει να υιοθετήσει τα παιδιά των συναδέλφων μας που έχασαν τη ζωή τους εν ώρα εργασίας. Οφείλει να υιοθετήσει τον γιο του Ανδρέα που έμεινε χωρίς πατέρα στα 13 του χρόνια, και όχι μόνο στα 18 να του δώσει την υπερμοριοδότηση για να μπει στο Πυροσβεστικό Σώμα».

Με τον Θανάση χαιρετηθήκαμε και ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Είπαμε πως θα ξανασυναντηθούμε στους δρόμους, στηρίζοντας τον αγώνα τους. Και μέσα σε όλα αυτά εγώ αναρωτιέμαι για άλλη μια φορά: Πόσες φορές ακόμη θα μαστιγώσει ο καβαλάρης το άλογο μέχρι εκείνο να τον ρίξει;

- Post Down -

Comments are closed.