- Advertisement -

Τα πλοία έφευγαν, οι άνθρωποι έφταναν στα νησιά, τα παντζούρια έμεναν ανοιχτά μέχρι αργά το βράδυ, κι όταν δρόσιζε, οι παρέες μετακινούνταν στις αυλές και στα μπαλκόνια. Ο Σεφέρης ζούσε στην Αίγινα έναν έρωτα που μόλις ξεκινούσε· ο Ρίτσος στο Καρλόβασι έγραφε ή ζωγράφιζε βότσαλα και τα βράδια απήγγελλε στο μπαλκόνι· ο Σικελιανός στους Δελφούς προσπαθούσε να κάνει πραγματικότητα ένα όραμα μεγαλύτερο από την εποχή του, ενώ ο Βάρναλης «ρουφούσε» τις ομορφιές της ζωής. Ψάχνοντας στα ημερολόγια, στις επιστολές, στις αφηγήσεις και στις παλιές φωτογραφίες, τα καλοκαίρια των ποιητών και των λογοτεχνών ξεδιπλώνονται με φόντο το γαλάζιο, τη γεύση της αρμύρας, τις φωνές από τις αναπάντεχες συναντήσεις. Και φτιάχνουν έναν νέο μύθο, δίπλα στην ιστορία εκείνων που έκλεισαν στους στίχους τους ένα κομμάτι της Ελλάδας.
Ανδρέας Εμπειρίκος: Η Ανδρος, ο παράδεισος
Για τον Ανδρέα Εμπειρίκο, η Ανδρος δεν υπήρξε απλώς ένας καλοκαιρινός προορισμός. Ηταν ο τόπος της επιστροφής. Την πρωτογνώρισε παιδί, μόλις πέντε ετών. Τα καλοκαίρια πήγαινε στη Χώρα, στο σπίτι του παππού του, και αργότερα ακολουθούσε τον πατέρα του, τον εφοπλιστή Λεωνίδα Εμπειρίκο, στις πολιτικές περιοδείες του στα χωριά του νησιού.
«Η Ανδρος από την πρώτην στιγμήν που την αντίκρυσα μου ενεποίησε εντύπωσιν αληθινού Παραδείσου», έγραψε. Εκεί, όπως εξηγούσε, ένιωσε για πρώτη φορά «την ποίηση που περιέχει και αναδίδει ένα τοπίο».
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 επιστρέφει ξανά και ξανά στο Μπατσί, όπου το ξενοδοχείο «Κρίνος» γίνεται για εκείνον και τη σύζυγό του Βιβίκα, κάτι σαν δεύτερο σπίτι τους. Το 1955, ένα καλοκαίρι που μοιάζει σήμερα βγαλμένο από μυθιστόρημα, στην παρέα βρίσκονται η Νίκη Καραγάτση, ο Οδυσσέας Ελύτης και η 19χρονη τότε Μαρίνα Καραγάτση. Ο Εμπειρίκος έχει πάντα τη φωτογραφική του μηχανή. Φωτογραφίζει τον Ελύτη με τη Μαρίνα σε μια ιστορική φωτογραφία και μαγνητοφωνεί τις συζητήσεις της παρέας.
Η μηχανή του, όμως, δεν προορίζεται μόνο για τους διάσημους φίλους του. Επί σχεδόν δύο δεκαετίες καταγράφει την Ανδρο ολόκληρη: δρόμους, σπίτια, καφενεία, ζώα, λουόμενους, καραβομαραγκούς, βιολιστές, παιδιά, ντόπιους και παραθεριστές. Από τα περίπου 30.000 αρνητικά του αρχείου του, ένα μεγάλο μέρος αφορά αυτόν τον κόσμο. Ως τα τελευταία του χρόνια, διασχίζει την Ανδρο απ’ άκρη σ’ άκρη.
Ακόμη κι όταν είχε κυριευτεί από κατάθλιψη, το νησί παρέμενε, σύμφωνα με τον γιο του, «η μόνη πραγματική όαση στην έρημο, τη δημόσια και την ιδιωτική». Κι έτσι, κάθε φορά που πατούσε το πόδι του στο νησί, δεν επέστρεφε απλώς σε έναν τόπο των παιδικών του χρόνων· επέστρεφε σε μια Ελλάδα που είχε κρατήσει μέσα του αναλλοίωτη: στη θάλασσα, στα πρόσωπα, στα καφενεία, στα βουνά και στο φως.
Νίκος Καζαντζάκης: Η Αίγινα και το «Κουκούλι»
«Κοιμούμαι στην ταράτσα και κρέμονται όλα τα άστρα από πάνω μου… Εγινα κατακόκκινος στον ήλιο, κάνω μπάνια, στεγνώνω, στο βράχο… ξυπνώ χαρούμενος κι αρχίζει ο ιερός κάματος της μέρας», έγραφε το 1933 ο Νίκος Καζαντζάκης στην Ελένη του από την Αίγινα. Δύο χρόνια αργότερα, μαζί με τον ζωγράφο Τάκη Καλμούχο, αγοράζει ένα χωράφι στα Πλακάκια και χτίζει εκεί ένα λιτό, σχεδόν ασκητικό, σπίτι.
Το «Κουκούλι» του, όπως το αποκαλούσε. Εκεί έγραψε μεγάλο μέρος της «Οδύσσειας», του έργου που θεωρούσε το κορυφαίο στη ζωή του, ενώ στα χρόνια της Κατοχής ολοκλήρωσε το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Η καθημερινότητά του είχε την αυστηρότητα ενός μοναχού και τις μικρές απολαύσεις ενός ανθρώπου που αγαπούσε τη ζωή. Ξυπνούσε νωρίς και εργαζόταν ατελείωτες ώρες. Οταν όμως κατέβαινε στο νησί, αγόραζε τρόφιμα από το μπακάλικο του Βέκιου και πάστες από το ζαχαροπλαστείο του Προκόπη Χατζηιωαννίδη, ενώ κάποια βράδια κατέληγε στην ταβέρνα του Μαρίνη στο Λιβάδι.
Αλλοτε περπατώντας και άλλοτε μπαίνοντας στο μόνιππο του γείτονά του Μιζάλη Τζίτζη, το «Βάσανο», όπως το έλεγαν χαριτολογώντας. Γύρω του δημιουργήθηκε στην Αίγινα μια μικρή, άτυπη «πνευματική» πολιτεία. Πρεβελάκης, Μυριβήλης, Βενέζης, Κακριδής, Μινωτής, Καββαδίας, Θεοτοκάς και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων περνούσαν από το νησί και κάθονταν γύρω από τα τραπέζια συζητώντας για τον Ομηρο, την Ιστορία και την Ποίηση.
Στα χρόνια της Κατοχής βρέθηκε εκεί και ο στενός φίλος και κουμπάρος του Αγγελος Σικελιανός, ο οποίος έμεινε κοντά του για μήνες. Οταν πια ο Καζαντζάκης είχε φύγει, η μνήμη τού νησιού τον τραβούσε πίσω. «Συλλογίζομαι την Αίγινα», έγραφε, «και λέω, τι τέρας πρέπει να είναι ο άνθρωπος, τι άπληστο θηρίο η ψυχή, για να αφήσει τέτοια ανεκτίμητα αγαθά και να περιπλανιέται μακριά, μέσα στη βροχή και στην ομίχλη».
Γιώργος Σεφέρης: Από την Αίγινα στον Πόρο
Για τον Γιώργο Σεφέρη το καλοκαίρι έχει δύο διευθύνσεις. Η πρώτη είναι η Αίγινα, όπου το 1936 αρχίζει ένας μεγάλος έρωτας. Η δεύτερη είναι ο Πόρος, δέκα χρόνια αργότερα, όταν ο ποιητής επιστρέφει σε μια Ελλάδα που έχει μόλις βγει από την Κατοχή.
Το καλοκαίρι του 1936 η Μαρίκα Λόντου, που είχε γνωρίσει τον Σεφέρη σε μια εσπερίδα στο σπίτι των Τσάτσων, του είπε: «Να έρθετε στην Αίγινα το καλοκαίρι, γιατί είναι Αττική και νησί μαζί, πράγματα που σας αρέσουν και τα δυο». Η Μαρίκα, η Μάρω του Σεφέρη, ήταν ακόμη παντρεμένη με τον Ανδρέα Λόντο, όμως ο γάμος της βρισκόταν σε κρίση. Ο ποιητής άρχισε να πηγαίνει στην Αίγινα τα Σαββατοκύριακα. Και κάπως έτσι, ανάμεσα στα πλοία του Πειραιά και στα καλοκαιρινά απογεύματα του νησιού, άρχισε ο δεσμός τους. Στις 22 Αυγούστου εκείνης της χρονιάς ο Σεφέρης σημειώνει στο ημερολόγιό του την εκδρομή με τη Μάρω στην Αφαία. Ο έρωτας δεν γράφεται ακόμη καθαρά στις σελίδες του· βρίσκεται όμως παντού γύρω από τις εικόνες που περιγράφει. Τα 175 γράμματα που θα ανταλλάξουν από το 1936 έως το 1940 κρατούν ζωντανή εκείνη την περίοδο, με τις επιθυμίες, τις αποστάσεις και τις μικρές αγωνίες της. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Πόρος θα γίνει το καλοκαίρι αναζήτησης της οικειότητας ύστερα από δύο χρόνια επιστροφής στην Ελλάδα. Στις 13 Αυγούστου 1946 ο Σεφέρης σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Ο Πόρος έχει κάτι από τη Βενετία: κανάλι, επικοινωνία ανάμεσα στα σπίτια με βάρκες, χλιδή, νωχέλεια, αισθησιακός πειρασμός». Στη «Γαλήνη», το μεγάλο κόκκινο σπίτι πάνω από το νερό, θα βρει κάτι που του είχε λείψει: «το αίσθημα του στερεού σπιτιού, όχι της προσωρινής κατασκήνωσης», όπως είχε πει. Εκεί θα φιλοξενήσει τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Στράτη Μυριβήλη και φίλους, με τις βάρκες, τα σπίτια, τις παρέες και τη θάλασσα να συνθέτουν έναν Πόρο «ανέγγιχτο», έστω και για λίγο, από τα γεγονότα της εποχής.
Γιάννης Ρίτσος: Οι πέτρες, το μπαλκόνι και το κρασί
Η σχέση του Γιάννη Ρίτσου με τη Σάμο ξεκίνησε το 1954, όταν παντρεύτηκε τη σαμιώτισσα γιατρό Γαρυφαλλιώ (Φαλίτσα) Γεωργιάδου. Το Καρλόβασι έγινε για εκείνον καταφύγιο και τόπος δημιουργίας, ένας τόπος ανάσας, ύστερα από τις εξορίες και τις πολιτικές διώξεις. Οι μέρες περνούσαν με ποίηση και ζωγραφική. Ο Ρίτσος μάζευε βότσαλα και πάνω τους ζωγράφιζε με σινική μελάνη αρχαιοελληνικές μορφές, κορίτσια και πουλιά, μια τέχνη που του είχε μάθει η χαράκτρια Βάσω Κατράκη. Τα βράδια, η ποίηση μετακόμιζε στο μπαλκόνι. «Μετά τη δημιουργική απασχόληση της μέρας στην ποίηση ή τη ζωγραφική στην πέτρα, στηνόταν ένα μικρό ταπεινό ποιητικό συμπόσιο», έχει αφηγηθεί ο Διονύσης Σταμάτης, που έζησε τον ποιητή από το 1978 έως το 1987. Ο Ρίτσος απήγγελλε τα μελοποιημένα έργα του από τον Θεοδωράκη κι ύστερα συνέχιζε η Φαλίτσα: «…όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι…». Μετά ερχόταν το σιγανό τραγούδι και το σαμιώτικο κρασί. Το επόμενο απόγευμα, στο Ποτάμι, ο Ρίτσος έκανε μπάνιο και μάζευε καινούργιες πέτρες. Η κόρη του, Ερη, κολυμπούσε και έψαχνε βατραχάκια στα νερά, ενώ εκείνος είχε πάντα μαζί του ένα μπλοκάκι και ένα μολύβι. Αλλοτε φορούσε το λευκό του σακάκι και χόρευε στις γιορτές του νησιού· κι άλλοτε καθόταν στον περίφημο «θρόνο» του Ρίτσου στο Καρλόβασι, όπου έγραφε, με το Αιγαίο να ανοίγεται μπροστά του.
Comments are closed.