- Advertisement -

Φθινόπωρο του 1999. Συζητώ με τον Σταύρο Ψυχάρη, με ευκαιρία την έκδοση σε καθημερινή βάση του «Βήματος», όπου είχα κληθεί να επιμελούμαι τις σελίδες της αρθρογραφίας. Μπροστά μας είναι η λίστα των συνεργατών, παλιών και νεότερων. Ο Ψυχάρης προσπαθεί να μου υποβάλει την ιδέα ότι οι αρθρογράφοι πρέπει να γράφουν σύντομα κείμενα. Εκτός…
«Εκτός από τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά. Είναι ο στοχαστής που τον διαβάζουν όλοι. Τα κείμενά του δημοσιεύονται με προτεραιότητα. Και δεν τα περικόπτουμε ποτέ – επινοούμε χώρους για να δημοσιευτούν ολόκληρα».
Προερχόμενος από το «ΑΝΤΙ», ανεξάρτητο περιοδικό της Αριστεράς όπου η γνώμη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά ήταν περιζήτητη, εξεπλάγην ευχάριστα διαπιστώνοντας ότι είναι εξίσου περιζήτητη στη ναυαρχίδα του λεγόμενου «αστικού Τύπου». Στη συνέχεια, κατανόησα γιατί. Δεν ήταν ότι ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν, τότε, φίλος του Κώστα Σημίτη, από τους πιο στενούς, άρα λογικό ήταν να φιλοξενείται ως εκφραστής του εκσυγχρονισμού, που η εφημερίδα σε γενικές γραμμές στήριζε – άλλωστε, σπανίως παρενέβαινε για θέματα της τρεχούσης πολιτικής επικαιρότητας, δεν τον γοήτευε ιδιαίτερα το εφήμερο της εφημεριδογραφίας.
Ηταν επειδή οι παρεμβάσεις του, σύνθετες και συχνά διατυπωμένες μέσω της εξειδίκευσης του κοινωνιολόγου, περιέγραφαν περισσότερο τους κοινωνικούς μηχανισμούς που οδηγούσαν τις εξελίξεις και λιγότερο την επικαιρότητα. Αλλωστε, οι κοινωνικοί μηχανισμοί όριζαν την κοινωνική εξέλιξη, ορίζοντας σε ένα βαθμό και τα πολιτικά γεγονότα.
Αριστερά και Γαλλία
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν παιδί της ελληνικής Αριστεράς (του τρόπου με τον οποίο οι ιδέες της αριστερής χειραφέτησης, ουσιαστικά μιας ουτοπίας, συνάντησαν μια σειρά παιδιά μεσοαστών ή και μεγαλοαστών, που τελειώνοντας το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα έφυγαν στο εξωτερικό) και της γαλλικής σκέψης. Το Παρίσι της δεκαετίας του 1960 ήταν ο χώρος όπου οι προσωπικές αριστερές του αναφορές συνάντησαν τη σκέψη ουσιαστικά δύο προσωπικοτήτων: του Λουί Αλτουσέρ και του Πιερ Μπουρντιέ.
Σημαντικό ρόλο στις ιδεολογικές του ωσμώσεις έπαιξαν, ακόμα, ο έλληνας ιστορικός Νίκος Σβορώνος, τον οποίο συνάντησε στο Παρίσι, και ο συνοδοιπόρος και φίλος του Νίκος Πουλαντζάς, που αυτοκτόνησε τον Οκτώβριο του 1979. Από αυτό το περιβάλλον άντλησε εργαλεία του μαρξισμού, του αλτουσεριανού δομισμού και της ιστορικής κοινωνιολογίας, τα οποία χρησιμοποίησε όχι για να εφαρμόσει ένα έτοιμο θεωρητικό σχήμα, αλλά για να ερμηνεύσει τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κράτους, της εκπαίδευσης και των μηχανισμών κοινωνικής αναπαραγωγής. Αντίθετα, δεν τον ενέπνευσε, όπως πολλούς άλλους, ο γαλλικός Μάης του 1968. Τα νέα κοινωνικά κινήματα που προέκυψαν από τον Μάη, κατά τον Τσουκαλά, δεν είχαν κατευθυντήρια γραμμή που να ξεπερνά και να ενοποιεί τα συνθήματα «ανατροπή», «εξέγερση», «επανάσταση».
Εξαιρετικά ιδιαίτερη είναι η επιρροή που άσκησε στη σκέψη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά ο Πιερ Μπουρντιέ. Από το έργο του Μπουρντιέ, ο Τσουκαλάς κυρίως εμπνεύστηκε στην εξέταση των αθέατων μηχανισμών με τους οποίους οι κοινωνικές ανισότητες αναπαράγονται μέσα από θεσμούς που εμφανίζονται ως ουδέτεροι – τέτοιος μηχανισμός είναι κατεξοχήν η εκπαίδευση. Αλλά, προφανώς, ο Τσουκαλάς δεν αρκέστηκε στη μηχανιστική μεταφορά των επεξεργασιών του προτύπου του στα ελληνικά.
Στο βιβλίο του «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα» (Θεμέλιο, 1976), μετέφερε το ερώτημα στην ιδιομορφία της ελληνικής κοινωνίας: στη σχέση εκπαίδευσης, οικογένειας, στο κίνητρο της κοινωνικής ανόδου και ενός κράτους που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως εργοδότης, μηχανισμός κατανομής ευκαιριών και ταυτόχρονα το μέσο που διασφάλιζε την κοινωνική κινητικότητα. Οι επεξεργασίες του Τσουκαλά εντοπίζουν την τεράστια σημασία του κράτους και τον ρόλο της οικογένειας ως φορέα στρατηγικών κοινωνικής ανόδου· εξετάζει λοιπόν την υπερβολική επένδυση των ελληνικών οικογενειών στην εκπαίδευση και την αναζήτηση, μέσω του πτυχίου, μιας θέσης στον κρατικό μηχανισμό.
Κράτος και κοινωνική κινητικότητα
Στη διαδρομή του, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς παρήγαγε πολύ και σημαντικό έργο. Αλλά τρία από τα βιβλία του είναι ιδιαίτερα σημαντικά: «Εξάρτηση και αναπαραγωγή» στο οποίο αναφέρθηκα, «Κράτος και κοινωνική ανάπτυξη» (Θεμέλιο, 1980) και «Κράτος, εργασία, κοινωνία στη μεταπολεμική Ελλάδα» (Θεμέλιο, 1985). Τα βιβλία αυτά διαμόρφωσαν για δεκαετίες τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές κοινωνικές επιστήμες προσέγγισαν το κράτος, την εκπαίδευση, την κοινωνική κινητικότητα και τις ιδιομορφίες της ελληνικής κοινωνίας.
Με το έργο του, αλλάζοντας τα ερωτήματα της ελληνικής κοινωνιολογίας, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς καθόρισε σε σημαντικό βαθμό το πρόσωπο της επιστήμης του. Εβαλε στο κέντρο το κράτος όχι μόνο ως θεσμό αλλά ως παραγωγό κοινωνικών σχέσεων, την εκπαίδευση ως μηχανισμό κοινωνικής αναπαραγωγής, την οικογένεια ως φορέα στρατηγικών κοινωνικής ανόδου, τη δημόσια απασχόληση και το πτυχίο ως κλειδιά για την κατανόηση της ελληνικής κοινωνικής κινητικότητας. Εφερε στην Ελλάδα τα μεγάλα θεωρητικά ερωτήματα της ευρωπαϊκής κοινωνικής επιστήμης, αλλά δεν αρκέστηκε να τα μεταφράσει. Τα χρησιμοποίησε για να εξηγήσει μια κοινωνία που ο ίδιος χαρακτήριζε «αδιαφανή και δυσανάγνωστη». Και, σε μεγάλο βαθμό, μετά τον Τσουκαλά η ελληνική κοινωνία διαβαζόταν διαφορετικά.
Πολιτικές επιλογές
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο Τσουκαλάς συμμετείχε στον Ομιλο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, μαζί με τον Κώστα Σημίτη, τον Βασίλη Φίλια, τον Γεράσιμο Νοταρά, τον Δημήτρη Δημητράκο και άλλους νέους τότε ανήσυχους και πολιτικοποιημένους διανοουμένους. Ο κύκλος αυτός αναζητούσε έναν πολιτικό φορέα εκδημοκρατισμού και μεταρρύθμισης, που θα μπορούσε να είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ολες αυτές οι ωσμώσεις διακόπηκαν από τη δικτατορία.
Η Μεταπολίτευση είχε μετασχηματίσει τα αιτήματα, ωστόσο ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς παρακολουθούσε τη διαδρομή του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, πίστευε μάλιστα ότι ο χώρος της ανανεωτικής Αριστεράς, που δεν κατάφερε να αποκτήσει σημαντική επιρροή, όφειλε να παραδειγματιστεί από το ΠΑΣΟΚ και τον τρόπο με τον οποίο διεκδικούσε και αποκτούσε λαϊκή επιρροή. Η νίκη του ΠΑΣΟΚ, το 1981, ήταν γι’ αυτόν ένα στοίχημα της ελληνικής κοινωνίας, που θα ευοδωνόταν αν γινόταν δυνατή η είσοδος στο κέντρο της πολιτικής ζωής κοινωνικών στρωμάτων που επί δεκαετίες βρίσκονταν στην περιφέρεια της εξουσίας.
Τη στάση του Κωνσταντίνου Τσουκαλά απέναντι στις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας την εκφράζει η σχέση του με τον Κώστα Σημίτη. Είχαν βρεθεί, νέοι, μαζί στον Ομιλο Παπαναστασίου. Μεταπολιτευτικά, ο Σημίτης μπήκε στο ΠΑΣΟΚ, έγινε υπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου και αργότερα τον διαδέχτηκε. Ο Τσουκαλάς έμεινε έξω από το ΠΑΣΟΚ, παραμένοντας ο διανοούμενος που παρατηρούσε και ερμήνευε την κοινωνική μεταμόρφωση που το ΠΑΣΟΚ προκάλεσε. Ο Τσουκαλάς, δηλαδή, βρέθηκε μέσα στο εργαστήριο όπου γεννήθηκε ένα μέρος της ελληνικής Κεντροαριστεράς, χωρίς τελικά να γίνει ποτέ οργανικό κομμάτι της.
Το 2015, όμως, δέχτηκε να στηρίξει το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, που ερχόταν, αφού τέθηκε επικεφαλής του ψηφοδελτίου του Επικρατείας και εξελέγη βουλευτής. Εζησε το ταραγμένο εξάμηνο εκείνης της χρονιάς από τα μέσα, ενώ μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, παρενέβη δημόσια υπέρ της ανάγκης σωτηρίας της χώρας και, μετά τη νίκη του «Οχι», υπέρ της συνέχειας μιας διαπραγμάτευσης και της ευρωπαϊκής πορείας μας. Εφυγε, σιωπηλά, έπειτα από εκείνη την περιπέτεια για τη χώρα. Ερωτηθείς για εκείνη την επιλογή, είχε δηλώσει: «Η σιωπή που έχω επιλέξει να κρατήσω μέχρι τώρα είναι μια ομιλούσα σιωπή. Μια εκκωφαντική, ίσως, σιωπή» («Το Βήμα», 5/11/2023).
Το 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα της Κοινωνιολογίας.
Comments are closed.