- Advertisement -

1. «Eξημερωμένος από το ανθρώπινο πνεύμα»
Η νεωτερικότητα προσπάθησε συστηματικά να αξιολογήσει και να ρυθμίσει τον πόλεμο. Η θεωρία του δίκαιου πολέμου προσεγγίζει τον πόλεμο ως ένα φαινόμενο επιδεκτικό νομικής αξιολόγησης, εννοιολογικής διασαφήνισης και κανονιστικής δικαιολόγησης. Τα κίνητρα πίσω από αυτές τις προσπάθειες ποικίλλουν. Ολες όμως οι προσπάθειες αναγνωρίζουν τον πόλεμο ως μια πραγματικότητα με κανονιστικές επιπτώσεις στη ζωή των κρατών και των λαών. Είναι μια κατάσταση που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ή να ξεχάσουμε.
Η παρουσία της συλλογικής βίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι φυσιολογική και ότι πρέπει να γίνει αποδεκτή ως τέτοια. Οπως σημειώνει ο Γκρότιους: «Η βία είναι χαρακτηριστικό των ατίθασων θηρίων, και η βία εκδηλώνεται εντονότερα στον πόλεμο· γι’ αυτό θα πρέπει να προσπαθούμε να την εξημερώσουμε με ανθρώπινο πνεύμα, γιατί αν μιμούμαστε απλώς τα αγρίμια κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι είμαστε άνθρωποι» (De jure belli ac pacis, III, 25.1, 2).
Τα δεινά του πολέμου και η ηθική διάβρωση των εμπόλεμων κοινωνιών υπονομεύουν το παρόν και το μέλλον τους. Δεν υπάρχει τίποτα ηρωικό ή πατριωτικό στο να αφαιρείς τη ζωή άλλων ανθρώπων, και οι στρατιώτες που έχουν εμπλακεί σε τέτοιες δραστηριότητες φέρουν συνήθως το βάρος για το υπόλοιπο της ζωής τους, όπως ένας οδηγός που σκότωσε έναν πεζό χωρίς δική του υπαιτιότητα.
2. Ακατάλληλο εργαλείο για κρατική πολιτική
Για αιώνες τα σύγχρονα κράτη χρησιμοποίησαν τον πόλεμο ως εργαλείο για την αναζήτηση πόρων, την εδαφική επέκταση και την εμπέδωση της ισχύος τους. Ωστόσο, με βάση την εμπειρία μας από τον 20ό αιώνα, αναγνωρίσαμε σταδιακά ότι οι λεγόμενοι λόγοι κρατικού συμφέροντος δεν καθιστούν τον πόλεμο νόμιμο. Το γεγονός ότι ο πόλεμος μπορεί να αποφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε ένα έθνος και στους ηγέτες του δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί επαρκή λόγο για να σκοτώνει κανείς και να σκοτώνεται. Ακόμη και οι ισχυρότεροι δεν μπορούν μακροπρόθεσμα να περιμένουν ότι θα ωφεληθούν πραγματικά από αυτόν. Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος είναι τοξικός για όλους, φίλους και εχθρούς, θύτες και θύματα, ισχυρούς και αδύναμους. Αλλά οι πόλεμοι εξακολουθούν να συμβαίνουν και να επισύρουν βαρύ τίμημα.
3. Ο πόλεμος ως αναπόφευκτη ανωμαλία
Τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν το αναπόφευκτο του πολέμου. Παρόλο που οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές ως αποτέλεσμα του πολέμου μειώθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ένοπλες συγκρούσεις ανά την υφήλιο δεν υποχώρησαν πραγματικά ποτέ. Από την άλλη πλευρά, οι κανονιστικές διαισθήσεις και οι ηθικές και νομικές αρχές υποστηρίζουν το αντίθετο συμπέρασμα, δηλαδή ότι ο πόλεμος συνιστά μια πολιτική, νομική και ηθική ανωμαλία.
Θα πρέπει επομένως να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να εξαλείψουμε αυτή την ανώμαλη πραγματικότητα. Η αναγνώριση αυτού του παραδόξου απαιτεί από μας μια ηθική και πολιτική στάση. Μια θεμελιώδης δέσμευση θα πρέπει να είναι η απόρριψη του πολέμου ως ενδεικνυόμενης μεθόδου για την επιβολή του δικαίου. Αντίθετα με ό,τι πίστευε ο Γκρότιους, ο πόλεμος δεν είναι μέσο για να βρούμε το δίκιο μας ή να λύσουμε τις διαφορές μας. Αυτό στο οποίο θα πρέπει να αποσκοπεί κανείς είναι η ειρήνη με δίκαια μέσα, δηλαδή η ειρήνη που δεν επιβάλλεται με τη βία. Αλλωστε, μόνο η δίκαιη ειρήνη μπορεί να είναι και μια διαρκής ειρήνη.
Η προσέγγιση του Γκρότιους ήταν πιθανότατα κατάλληλη για την εποχή του, δηλαδή την εποχή των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη που κατέληξαν στην ειρήνη της Βεστφαλίας. Ηταν η εποχή της σταδιακής κατάρρευσης της «μεσαιωνικής αναρχίας», η οποία επιβίωνε χάρη στην οικουμενική δικαιοδοσία του Πάπα και του Αυτοκράτορα και συνέπιπτε με το άνοιγμα των εμπορικών δρόμων προς την Ανατολή.
Τη «μεσαιωνική αναρχία» διαδέχθηκε το βεστφαλιανό «εδαφικό» κράτος που ασκούσε την κυριαρχία του σε συγκεκριμένη επικράτεια και χαρακτηριζόταν από θρησκευτική ομοιομορφία. Η θεωρία του δίκαιου πολέμου από την άλλη πλευρά, ενώ δεν διεκδικούσε πια οικουμενική δικαιοδοσία σε κατακτημένους λαούς και εδάφη, όπως συνέβαινε την περίοδο της επέκτασης των καθολικών ηγετών, είχε αξία για οποιονδήποτε υποστήριζε ότι προστατεύει ένα δικαίωμα ή αποκαθιστά μια αδικία. Αν και η κυριαρχία στο βεστφαλιανό κράτος εννοείτο στενά, η αντίληψη του Γκρότιους για ένα σύστημα ανεξάρτητων κρατών ήταν κανονιστικά πιο γόνιμη γιατί βασιζόταν στην ιδέα της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας και αυτονομίας. Παρά την πολιτική του μεροληψία που ευνοούσε εκ του αποτελέσματος τα ολλανδικά συμφέροντα, το διανοητικό επίτευγμα του Γκρότιους ίσχυε ουσιαστικά για όλους.
4. Τα κράτη υπάρχουν για να μας προστατεύουν
Η απώτατη νομιμοποίηση ενός κράτους εξαρτάται από την ικανότητά του να ιεραρχεί και να προστατεύει την ελευθερία, τα δικαιώματα και την ευημερία των πολιτών του. Τα κράτη είναι σύνθετοι θεσμοί με τεράστια ισχύ και η τελική νομιμοποίησή τους εξαρτάται από την προστασία των πολιτών τους. Ωστόσο οι πολίτες ενός κράτους δεν αποτελούν το μοναδικό μέλημά του. Τα κράτη δεν αυτονομιμοποιούνται και η κυριαρχία τους είναι πιο διαπερατή και δυναμική από όσο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει. Αντλούν νομιμοποίηση και από τις συναλλαγές τους με άλλους (κράτη, λαούς και ανθρώπους που δεν είναι πολίτες τους), πράγμα που σημαίνει ότι η επιδίωξη της ελευθερίας των δικών τους πολιτών δεν μπορεί να εξουδετερώνει πλήρως ή να επικαλύπτει τις προσδοκίες των άλλων. Το διεθνές δίκαιο και η ηθική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενσωματώνουν αυτήν την οικουμενικότητα προσδοκιών.
Επιπλέον, επειδή μια καλή διακυβέρνηση θα πρέπει να είναι πάντα σε θέση να εξηγήσει πώς ακριβώς η βία του πολέμου προστατεύει τους πολίτες της, η εστίαση στις ελευθερίες και τα δικαιώματα των δικών της πολιτών ασκεί μια επιπλέον πίεση στην κρατική πολιτική και την επιλογή της άσκησης βίας ως μεθόδου επίλυσης διαφορών.
Οι όροι που θέτει το jus ad bellum (το κατ’ αρχήν δικαίωμα προσφυγής στον πόλεμο), ιδιαίτερα οι προϋποθέσεις της «δίκαιης αιτίας», του «έσχατου μέσου» και της «αναλογικότητας» μεταφέρουν, θεωρητικά τουλάχιστον, ένα βάρος απόδειξης σε όσους επιλέγουν τον πόλεμο. Μια καλή διακυβέρνηση θα πρέπει πάντα να είναι σε θέση να εξηγήσει πώς ακριβώς η βία του πολέμου προστατεύει τους πολίτες της. Αλλά αυτή η πτυχή, στην οποία πρυτανεύει πρωτίστως ο εθνικός εγωισμός, είναι ευεργετική και για τους πολίτες των αντιπάλων.
5. Τι θα πρέπει επομένως να κάνει ένα κράτος που παίρνει σοβαρά τους πολίτες του;
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ερμηνείας αυτού του απαιτητικού καθήκοντος. Εάν ένα κράτος αποβλέπει στη δίκαιη ειρήνη, τότε ο πόλεμος δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί επιλογή. Η βίαιη επίλυση των συγκρούσεων θα πρέπει να αντικατασταθεί από διαπραγματεύσεις σε ακριβοδίκαιο πλαίσιο, θεσμούς διαιτησίας ή διεθνή δικαστήρια. Αυτή οφείλει να είναι η σταθερή επιδίωξη κάθε υποκειμένου της διεθνούς κοινωνίας. Ωστόσο, η βολονταριστική και μεροληπτική ανάγνωση των ιδίων συμφερόντων και δικαιωμάτων περιπλέκει τα πράγματα. Η ειρήνη μπορεί να αποβεί μια υπερβολικά ισχυρή δέσμευση απέναντι στην ωμή επιθετικότητα που συχνά ενθαρρύνεται και από τη διαφορά ισχύος. Εάν απορρίπτουμε τη βία ακόμη και όταν δεχόμαστε επίθεση, αυτό μπορεί να είναι ηρωικό για εμάς, αλλά έχει συνέπειες για τους πολίτες που δεν είναι διατεθειμένοι να παραδώσουν τα δικαιώματα και την ελευθερία τους.
Προφανώς, δεν δικαιούται κανείς να προκαλέσει τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο για να υπερασπιστεί ένα χωριό, αλλά υπάρχουν σαφή όρια στο τι απαιτεί η λογική από μια χώρα που αντιμετωπίζει επιθετικότητα. Δυστυχώς, η συγκρουσιακή δυναμική φτάνει μερικές φορές σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Αλλά ακόμη και τότε, δεν πρέπει ποτέ κανείς να χάνει από τα μάτια του τον βασικό στόχο που είναι η δίκαιη ειρήνη. Πιστεύω ότι οι απαιτήσεις του jus in bello, του δικαίου ως προς τη διεξαγωγή του πολέμου, και οι κανόνες του ανθρωπιστικού δικαίου αναπτύχθηκαν για αυτό τον λόγο. Η τήρηση των κανόνων κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο σεβασμός για τον εχθρό, τους στρατιώτες του και πάνω απ’ όλα τους αμάχους πολίτες του (βλ. αρχή της διάκρισης) καθιστούν δυνατή την ειρήνη την επαύριον του πολέμου.
6. Η θεωρία του δίκαιου πολέμου θέτει φραγμούς
Ενα προσωρινό συμπέρασμα είναι συνεπώς ότι ο πόλεμος και η βία δεν μπορούν να αποφύγουν με μια μονοκοντυλιά τη νομική αξιολόγηση και δεν μπορούν να αποκλειστούν από την επικράτεια του δικαίου. Αν και έχουμε σοβαρούς λόγους να θέσουμε κάθε πόλεμο εκτός νόμου, δεν πρέπει ταυτόχρονα να παραλείψουμε να κάνουμε τις απαραίτητες διακρίσεις, διαφοροποιήσεις και κατηγοριοποιήσεις. Η νομιμότητα και η παρανομία έχουν πολλές αποχρώσεις.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η χρήση βίας μπορεί να είναι αναγκαία και να υπαγορεύεται από μια ισχυρότερη υποχρέωση όπως η υπεράσπιση της ελευθερίας. Επιπλέον, η «πραγματικότητα του πολέμου», ανεξάρτητα από τον κατ’ αρχήν χαρακτηρισμό της, αναγνωρίζει ιδιαίτερες υποχρεώσεις και δικαιώματα τόσο στους μάχιμους όσο και στους αμάχους. Μήπως όμως «αίροντας το άδικο» του πολέμου ανά περίπτωση συμβάλλουμε στη συσκότιση της φρίκης και τη δικαιολόγηση σταυροφοριών;
Πολλά εγκλήματα έχουν πράγματι διαπραχθεί στο όνομα της δικαιοσύνης. Η πολιτική ρητορική κινητοποιεί πολλές φορές υψηλά ιδεώδη αλλά η επίκληση αυτή γίνεται καταχρηστικά. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου αποτελεί εξέχον παράδειγμα. Πολλές επεμβάσεις («ανθρωπιστικές», «αλλαγή καθεστώτος», «όπλα μαζικής καταστροφής» κ.λπ.) ήταν εξαρχής ψευδεπίγραφες. Δεν φταίει η «θεωρία του δίκαιου πολέμου» για αυτό. Η θεωρία θέτει αντίθετα φραγμούς σε αφανή κίνητρα και υποβολιμαίους στόχους που δεν είναι αποδεδειγμένα αμυντικού χαρακτήρα και επιδιώκονται με δυσανάλογο τρόπο για όλους. Κάνει όμως κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Αποτρέπει αναδρομές στην προϊστορία των συγκρούσεων που γίνονται σε αναζήτηση δικαιολογητικής βάσης για το σήμερα. Η ΘΔΠ επικεντρώνεται στο «εδώ και τώρα» και αυτό έχει μεγάλη πρακτική σημασία, αν σκεφτούμε το υπόβαθρο των συγκρούσεων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Επιχειρήματα που αφορούν εγκλήματα που συνέβησαν στο απώτατο παρελθόν, βίαιες κατακτήσεις, γενοκτονίες και εκτοπίσεις πληθυσμών, πολιτικές πάσης φύσεως διακρίσεων, φριχτές πράξεις που έχουν τελεσθεί από ιμπεριαλιστικές και αποικιοκρατικές δυνάμεις εις βάρος αυτοχθόνων, δεν έχουν καμία ισχύ εδώ και για έναν συγκεκριμένο λόγο. Η ανάληψη ευθύνης για κάτι που συνέβη στο απώτατο παρελθόν και το ηθικό εκτόπισμα αυτού του καταλογισμού (που ασφαλώς οφείλει να γίνει στο κατάλληλο πλαίσιο) δεν μπορεί να δικαιολογήσει έναν νέο κύκλο βίας. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε την Ορέστεια του Αισχύλου και τα διδάγματά αυτού του τεράστιου έργου. Για ένα δώσει ένα τέλος στους ατελείωτους, κύκλους της βίας στον οίκο των Ατρειδών η θεά Αθηνά ιδρύει ένα δημόσιο δικαστήριο που αποφασίζει αυθεντικά για την αθώωση του Ορέστη. Ο,τι και να έχει συμβεί στο παρελθόν, άλλο αίμα δεν θα πρέπει να χυθεί.
7. Η θεωρία του δίκαιου πολέμου και το ευρύτερο πλαίσιο
Οπως είπαμε πιο πριν, η θεωρία του δίκαιου πολέμου προϋποθέτει την ύπαρξη μιας (αναλογικής) δίκαιης αιτίας για τον πόλεμο, η οποία σήμερα δεν είναι άλλη από την άμυνα (στο παρελθόν η δίκαιη αιτία περιλάμβανε την αποκατάσταση αδικιών και την τιμωρία τους). Κανονικά λοιπόν οι αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει η θεωρία του δίκαιου πολέμου θα έπρεπε να δημιουργούν ένα ανάχωμα σε κάθε σκόπιμη εκμετάλλευση συμβάντων από το απώτατο παρελθόν ως δικαιολόγηση για την άσκηση βίας σήμερα.
Θα πρέπει ωστόσο να συνυπολογίσουμε το ευρύτερο πλαίσιο μέσα από το οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις και το πλαίσιο αυτό δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Η θεωρία του δίκαιου πολέμου καθορίζει τη δικαιοσύνη ή αδικία του πολέμου πάντα μέσα από ένα πολιτικό πλαίσιο που συνήθως εμπεριέχει και τις κοινωνικές, οικονομικές ή πολιτιστικές (θρησκευτικές) αιτίες μιας πολιτικής ανισορροπίας. Η βία δεν προέρχεται από το πουθενά αλλά αντίθετα επηρεάζεται από την υποκείμενη ανισορροπία.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η ανισορροπία θα πρέπει να επιτραπεί να επηρεάσει το ζήτημα της δικαιοσύνης του πολέμου. Η σωστή απάντηση είναι ότι δεν θα έπρεπε. Ο πόλεμος δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος για τη διευθέτηση των διαφορών. Η απονομιμοποίηση της βίας θα πρέπει ωστόσο να συμβαδίζει με μια δικαιότερη πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή. Η καταπίεση, η εκμετάλλευση, η ανελευθερία φέρνουν τη βία. Η δίκαιη ειρήνη θα πρέπει με άλλα λόγια να είναι μια ηθικά και πολιτικά βιώσιμη επιλογή, αλλά θα πρέπει να εκπορεύεται από το δίκαιο, όχι από την ωμή ισχύ.
Αυτός είναι πρωτίστως ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε το δικαίωμα ενός λαού να ζει με τους δικούς του όρους, ελεύθερος από ξένη κυριαρχία και αυτόνομος, ως ένα ευγενές ιδεώδες. Ο Μάικλ Γουόλτσερ στο διάσημο έργο του «Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι» συνέδεσε το δικαίωμα ενός λαού να υπερασπίζεται τον εαυτό του με την αξία της αυτόνομης κοινοτικής ζωής.
Το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης ήταν ένα ιδανικό που είχε μεγάλη απήχηση την περίοδο του γέννησης εθνικών κρατών μετά τη διάλυση των αυτοκρατοριών αλλά και αργότερα εξαιτίας της αποαποικιοποίησης. Η επίκληση της ελευθερίας επανασυνδέει την κυριαρχία ενός λαού σε μια επικράτεια με μια βαθύτερη αξία. Ωστόσο, οι αγώνες για αυτοδιάθεση περιπλέκονται όταν σχετίζονται με ευρύτερους πολιτικούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς που προέκυψαν στον απόηχο της αποαποικιοποίησης.
Ο αγώνας για πολιτική, ιδεολογική, οικονομική και μερικές φορές θρησκευτική κυριαρχία είναι πολλές φορές το βαθύτερο υπόβαθρο των πολέμων. Στις μέρες μας φυσικά, η θεωρία του δίκαιου πολέμου και το διεθνές δίκαιο ορίζουν την άμυνα ως τη μόνη δίκαιη αιτία. Η άμυνα ωστόσο είναι μια σχετικά ελαστική έννοια και μπορεί να διευρυνθεί κατά βούληση. Οπως έχουν σήμερα τα πράγματα είναι αμφίβολο αν η εθνική αυτοδιάθεση επαρκεί ως δικαιολογητική βάση για έναν πόλεμο, ιδιαίτερα εφόσον η αναζήτηση της συλλογικής ελευθερίας μπορεί να γίνει αντικείμενο εύλογης διαπραγμάτευσης με ακριβοδίκαιους όρους. Ενα δημοκρατικό κράτος πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Εξάλλου, οι παγκόσμιοι ανταγωνισμοί και οι συναφείς συγκρούσεις μόνο με ειρηνικά μέσα μπορούν να επιλυθούν, δηλαδή με ένα νομικό πλαίσιο που θα ικανοποιεί το αίτημα της δίκαιης εκπροσώπησης συμφερόντων.
8. Εναλλακτικές στον πόλεμο
Η ειρήνη είναι συνώνυμη με το δίκαιο κατά την παροιμιώδη διατύπωση του Καντ και ο πόλεμος με την ανομία. Ποιος όμως θα θέσει τον πόλεμο εκτός νόμου αν δεν υπάρχει μια υπέρτατη αυθεντία, αρμόδια και ικανή να επιβάλει τον νόμο; Η εμπειρία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προσέφερε στη διεθνή κοινωνία ορισμένα ενδιαφέροντα θεσμικά εργαλεία. Το Διεθνές Δίκαιο και τα δικαστήρια απέκτησαν ισχύ στον βαθμό που μετά τον πόλεμο διαμορφώθηκαν εξ ανάγκης οι συνθήκες για συναίνεση. Επικράτησε έτσι, έστω και μέσα από τη βάρβαρη διαίρεση της Ευρώπης, η ειρήνη, γεννήθηκαν νέοι θεσμοί, και δημοσιεύτηκαν σπουδαία κείμενα. Οι διατυπώσεις του προοιμίου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών είναι αξιομνημόνευτες ως προς αυτό.
Φυσικά πολλά πήγαν στραβά κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά τουλάχιστον τα χειρότερα αποτράπηκαν. Τώρα βιώνουμε ξανά μια επιστροφή σε μια νεομεσαιωνική αναρχία. Τα κράτη (αλλά και οι μη κρατικές «συλλογικότητες») πρέπει πρώτα να κατανοήσουν ότι ο πόλεμος δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. Οι διαφορές και οι συγκρούσεις πρέπει να επιλύονται με μη βίαιο τρόπο που να βασίζεται σε κανόνες και όχι στην ωμή δύναμη. Η ισχύς πρέπει να ελέγχεται από κανόνες. Το δύσκολο καθήκον της δίκαιης ειρήνης μπορεί να εκπληρωθεί μόνο με τη δημιουργία διεθνών θεσμών που να είναι σε θέση να εγγυηθούν:
- Αντιπροσωπευτικότητα και δικαιοσύνη στη διαμόρφωση και την εφαρμογή των κανόνων (Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, διεθνή δικαστήρια και θεσμοί διαιτησίας).
- Ενα ακριβοδίκαιο πλαίσιο για το εμπόριο μεταξύ των εθνών και την εκμετάλλευση των ιδίων αλλά και των κοινών πόρων της γης (περιβάλλον).
- Ενα σύστημα αποτελεσματικής, μη βίαιης επιβολής ακριβοδίκαιων κανόνων, π.χ. ο αποκλεισμός των παραβατών από την οικονομική συνεργασία για τους ορθούς λόγους.
9. Σφίγγοντας τη θηλιά
Ο πόλεμος είναι το ακριβώς αντίθετο της δικαιοσύνης, αλλά η τοξική και επιβλαβής επενέργειά του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια ολοκληρωτική απόρριψη και καταδίκη. Η απλή καταδίκη του πολέμου ως παράνομης πράξης και η άρνηση ανάληψης δράσης ισοδυναμεί με το να εγκαταλείπουμε τη μοίρα μας στο έλεος του τυχαίου. Είναι σαν να αρνείσαι να μιλήσεις σε κάποιον που κρατάει ομήρους στα χέρια του. Από την άλλη δεν επιτρέπεται να παραβλέψουμε το δικαίωμα ενός λαού να υπερασπιστεί την ελευθερία του όταν αυτή απειλείται. Η απλουστευτική καταδίκη του πολέμου γενικώς μάς στερεί τέλος τις λεπτές διαφοροποιήσεις μεταξύ επιτιθέμενων και θυμάτων, υποκινητών και στρατιωτών, μαχητών και αμάχων. Αλλωστε, ο ειρηνισμός δεν είναι ποτέ η ορθή απάντηση απέναντι σε κάποιον που επιτίθεται, και σπάνια φέρνει την ειρήνη. Αντίθετα, το δίκαιο θα πρέπει να διαφοροποιεί τις εκδοχές του πολέμου («δίκαιος» ή «άδικος», «αναλογικός» ή «δυσανάλογος», «προστατευτικός ή βλαπτικός για τους αμάχους» κ.λπ.), να παρακολουθεί τις συνέπειές του και να αξιολογεί προσεκτικά τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων. Το δίκαιο, διεισδύοντας στο φαινόμενο του πολέμου και σε όλες τις διαφορετικές διαστάσεις του, μπορεί έτσι να σφίγγει σταδιακά τον βρόχο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος, αλλά για συγκεκριμένους λόγους, ως εσχάτη ανάγκη για την υπεράσπιση της ελευθερίας και υπό τον όρο ότι διεξάγεται με τον μέγιστο σεβασμό στους κανόνες του ανθρωπιστικού δικαίου (jus in bello).
Comments are closed.