- Advertisement -

Μεταναστευτικό: Η Ευρώπη φοβάται, η Ακροδεξιά κερδίζει

Μεταναστευτικό: Η Ευρώπη φοβάται, η Ακροδεξιά κερδίζει
3

- Advertisement -

Το σενάριο το μετέφερε πρώτος από τα σόσιαλ μίντια στην πολιτική συζήτηση ο πρόεδρος της Θέουτα Χουάν Χεσούς Βίβας, εκφράζοντας φόβους για μία νέα μαζική είσοδο επίδοξων μεταναστών από το Μαρόκο στον αυτόνομο ισπανικό θύλακο τον Δεκαπενταύγουστο. Αυτή τη φορά έχει κινητοποιηθεί τόσο η ισπανική όσο και η μαροκινή πλευρά, ενισχύοντας τα μέτρα ασφαλείας.

Αν – όπως είναι και το πιθανότερο – δεν επαναληφθούν οι εικόνες της 30ής Ιουλίου, όταν εισήλθαν στη Θέουτα δεκάδες χιλιάδες μετανάστες, η ιταλική κυβέρνηση έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα χαλαρώσει τους συνοριακούς ελέγχους, περιμένοντας από την Ισπανία να κάνει το ίδιο. Η αποκατάσταση των σχέσεων των δύο χωρών, όμως, θα είναι πολύ πιο δύσκολη. Εξίσου δύσκολο θα είναι να αναιρεθεί το μήνυμα που εστάλη σε όλους τους εχθρούς ή αντιπάλους της ΕΕ για το πόσο εύκολα πανικοβάλλεται και καταλήγει στον αλληλοσπαραγμό με την πρώτη εμφάνιση μεταναστών στις ακτές της.

Οπως σημειώνει χαρακτηριστικά στην «Guardian» ο Πολ Τέιλορ, χρειάστηκαν μόλις λίγες ώρες από τη στιγμή που έκαναν τον γύρο των σόσιαλ μίντια, τέλη Ιουλίου, οι πρώτες εικόνες από τη Θέουτα για να στραφούν ανοιχτά εναντίον της Μαδρίτης, αποδίδοντάς της ευθύνες, 22 ευρωπαίοι ηγέτες, η κυβέρνηση Τραμπ και η κυβέρνηση Νετανιάχου. Δεν το έκαναν από κοινού, οι 22 ευρωπαίοι ηγέτες, ανάμεσά τους και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, συνυπέγραψαν κοινή επιστολή προς τις Βρυξέλλες, με πρωτοβουλία της δεξιάς πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι και της σοσιαλδημοκράτισσας πρωθυπουργού της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν – ακόμα μία ανίερη συμμαχία των καιρών. Στην ουσία της, ωστόσο, η κριτική που ασκήθηκε στη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ ήταν κοινή: προκάλεσε τη μαζική άφιξη μεταναστών, επειδή επέτρεψε σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο μετανάστες χωρίς νόμιμο καθεστώς που ήδη ζούσαν και εργάζονταν στην Ισπανία να υποβάλουν αίτηση νομιμοποίησης της παραμονής τους. Αρκετά ευρωπαϊκά κράτη μάλιστα ζήτησαν από την ΕΕ να εξετάσει ακόμα και την αναστολή της συμμετοχής της Ισπανίας στη Ζώνη Σένγκεν.

Η κρίση της Θέουτα δείχνει να γεννήθηκε από έναν συνδυασμό παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα, πραγματικής απελπισίας και δράσης οργανωμένων δικτύων διακινητών. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, όμως, το γεγονός μετατράπηκε σε επιχείρημα για σκληρότερη ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, περισσότερους ελέγχους και επιστροφές. Η παραπληροφόρηση – και πιθανόν οι σκοπιμότητες – επηρέασε και την πολιτική αντίδραση της Ευρώπης. Οπως σχολίασε χαρακτηριστικά στους «New York Times» ο Ρίτσαρντ Χάας, επίτιμος πρόεδρος του Council on Foreign Relations, αυτή η έλλειψη ενότητας αναδεικνύει το θεμελιώδες πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στην προσπάθειά της να διαμορφώσει το μέλλον της: «Το σύνολο είναι πολύ μικρότερο από το άθροισμα των επιμέρους μερών του». Μία επίφαση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης αποκαταστάθηκε μετά την έκτακτη τηλεδιάσκεψη των ευρωπαίων υπουργών Εσωτερικών που οργανώθηκε εσπευσμένα.

Αλλά η Ιταλία, η μόνη που είχε επαναφέρει ελέγχους στα σύνορα, επέμεινε να τους διατηρεί, παρότι οι 70.000 από τους 72.000 μετανάστες που είχαν εισέλθει στη Θέουτα είχαν ήδη επιστρέψει ή επιστραφεί στο Μαρόκο, παρότι από τη Θέουτα δεν μπορεί κανείς να συνεχίσει προς την ευρωπαϊκή ήπειρο χωρίς να ταυτοποιηθεί από τις ισπανικές Αρχές, παρότι οι δευτερογενείς μετακινήσεις μεταναστών από την Ισπανία είναι ελάχιστες – κάτω από 1% –, ενώ η Ιταλία δέχεται, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, πολύ περισσότερες παράτυπες αφίξεις από την Ισπανία.

Εξοργισμένη με τη στάση της Ρώμης, η κυβέρνηση Σάντσεθ απάντησε με το ίδιο νόμισμα, επαναφέροντας δειγματοληπτικούς ελέγχους στα σύνορα ακόμα και για τους ιταλούς πολίτες, όχι απλά τους πολίτες τρίτων χωρών που φτάνουν μέσω Ιταλίας. Ο ισπανός υπουργός Εξωτερικών Χοσέ Μανουέλ Αλμπαρες χαρακτήρισε την Τρίτη τις κινήσεις της Μελόνι αποτέλεσμα εσωτερικών εκλογικών υπολογισμών, αλλά και προϊόν «ελαφρότητας και επιπολαιότητας». Αυτή τη φορά, ο ιταλός ομόλογός του Αντόνιο Ταγιάνι δεν του απάντησε. Προσπαθεί να διαχειριστεί ένα πιο άμεσο πρόβλημα με το Βερολίνο: η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς εννοεί να επιστρέφει εφεξής στην Ιταλία (όπως και στην Ελλάδα) μετανάστες που έφτασαν την τελευταία χρονιά πρώτα εκεί και στη συνέχεια μετακινήθηκαν στη Γερμανία – τους λεγόμενους «δουβλινικούς», δηλαδή όσους υπάγονται στους κανόνες του Δουβλίνου. Η Μελόνι δεν θέλει να συγκρουστεί με τον Μερτς.

Η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος πολιτικός σύμμαχος που μπορεί να έχει αυτή τη στιγμή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνεργασία με τη Φρεντέρικσεν δεν αρκεί, είναι περισσότερο συμβολική: σε νέα επιστολή που συνυπέγραψαν οι δυο τους τη Δευτέρα, συνδέουν ρητά την παράτυπη μετανάστευση με την αύξηση της εγκληματικότητας και επικαλούνται αυτό το επιχείρημα ώστε να ζητήσουν περισσότερες απελάσεις και δημιουργία κόμβων επιστροφής σε τρίτες χώρες.

Στο μεταξύ, όπως δήλωσε στη «La Repubblica» ιταλική κυβερνητική πηγή, γίνεται παρασκηνιακή διαπραγμάτευση ώστε το Βερολίνο να καθυστερήσει τις επικείμενες επιστροφές, αρχής γενομένης από την επιστροφή μιας Σομαλής στις 19 Αυγούστου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα υπάρξει συμφωνία. Και ο Μερτς μπορεί να χρειάζεται να δείξει ότι εφαρμόζει σκληρή μεταναστευτική πολιτική, ιδίως ενόψει των εκλογών στη Σαξονία στις 6 Σεπτεμβρίου και της πίεσης που ασκεί η AfD. Απ’ άκρη σ’ άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου, η Ακροδεξιά, που αξιοποιεί τον φόβο για τους μετανάστες ως μέσο συσπείρωσης των ψηφοφόρων της, είναι αυτή που θέτει τους όρους της συζήτησης – και του πανικού.

- Post Down -

Comments are closed.