- Advertisement -

H πρόσφατη – ίσως αναμενόμενη για κάποιους – διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα, να μην ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, προκάλεσε ακόμα και μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη θύελλα αντιδράσεων τόσο σε νομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Όπως έχει δείξει εξάλλου η ιστορία των τελευταίων ετών, η πολύκροτη αυτή υπόθεση μπορεί να βρίσκεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο επίκεντρο της Δικαιοσύνης, αλλά κάθε εξέλιξή της έχει άμεση αντανάκλαση και σε πολιτικό επίπεδο.
Το διακύβευμά της, εξάλλου, ήταν και παραμένει θεσμικό, άμεσα συνδεδεμένο με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και την προστασία συνταγματικά προστατευόμενων αγαθών. Υπό αυτό το πρίσμα η θεσμική επαναφορά του αιτήματος για την ουσιαστική διερεύνηση των υποκλοπών – μιας υπόθεσης που αφορά ή τουλάχιστον θα έπρεπε να αφορά τους πολίτες που έχουν τη στοιχειώδη απαίτηση της τήρησης της συνταγματικής νομιμότητας – δεν είναι μια απλή επανάληψη για να διατηρείται «ζωντανή» η υπόθεση.
Η (επανα)διατύπωση των αιτημάτων και μάλιστα από έναν πρώην πρωθυπουργό, όπως ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά και από τα ίδια τα θύματα των υποκλοπών – μέσω του δικηγόρου τους Ζαχαρία Κεσσέ – που όλα αυτά τα χρόνια έχουν σηκώσει και το «βάρος» της υπόθεσης, με σκοπό την απόδοση ευθυνών όπου και αν ανήκουν, γίνεται για ένα και μόνο λόγο:
Για να απαντηθούν όλα αυτά τα ερωτήματα που χρόνια τώρα, παρά την προηγηθείσα εισαγγελική έρευνα παραμένουν αναπάντητα, με αποτέλεσμα η δικογραφία να θυμίζει ένα εκκρεμές που… αιωρείται ανάμεσα στις επανειλημμένες αποφάσεις της Δικαιοσύνης για αρχειοθέτηση και της ανάγκης πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης.
Καταφύγιο στη Δικαιοσύνη
Σε όλη αυτή τη διαδρομή, πράγματι, πριν ακόμα η Δικαιοσύνη αποφανθεί και περιορίσει την αναζήτηση ποινικών ευθυνών σε τέσσερις επιχειρηματίες που μετρούν βαριές πρωτόδικες καταδίκες, πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευσαν να προδικάσουν πως η υπόθεση είχε κλείσει.
Από την άλλη πλευρά, πάλι, πρωτίστως οι παρακολουθούμενοι, όχι όλοι βέβαια, συνειδητά επέλεξαν και προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη. Το τελευταίο καταφύγιο για τον κάθε πολίτη, όπως συνηθίζουμε να λέμε, γιατί έτσι είναι. Και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, παρά τις αρνητικές αποφάσεις που έχουν λάβει μέχρι τώρα στα αιτήματα τους για πλήρη και ουσιαστική διερεύνηση οι έχοντες έννομο συμφέρον, επανέρχονται σε αυτό το καταφύγιο για να διαλυθούν οι βαριές σκιές που καλύπτουν χρόνια τώρα την υπόθεση.
Ποιος, τελικά, ήταν εκείνος που έδωσε την εντολή να ενεργοποιηθεί το κακόβουλο λογισμικό Predator; Υπήρχε ή όχι σχέση με την ΕΥΠ και ποιος ο ρόλος των πολιτικών προϊσταμένων της Υπηρεσίας; Και το κυριότερο, ποιος έχει στα χέρια του και με ποιον τρόπο διαχειρίζεται τον πλούτο απορρήτων και προσωπικών δεδομένων όλων αυτών των προσώπων που αποδεδειγμένα με βάση και το πόρισμα του πρώην προέδρου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Κωνσταντίνου Μενουδάκου, έχουν παραβιαστεί; Θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια και θα καταφέρει η Δικαιοσύνη να ενώσει τις ψηφίδες σε αυτό το παζλ;
Νομικές πηγές, ακόμα και μετά την τελευταία απορριπτική διάταξη του ανώτατου εισαγγελέα, επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να μείνει εσαεί η δικογραφία στο αρχείο. Γιατί; Γιατί δεν αποτελεί δεδικασμένο και αν στο μέλλον εισφερθούν νέα στοιχεία, η εισαγγελική Αρχή θα τα αξιολογήσει αυτοτελώς για να κρίνει αν αυτά είναι ικανά να οδηγήσουν σε νέο κύκλο ερευνών.
Επομένως, τίποτα δεν έχει κριθεί οριστικά και αμετάκλητα. Αντίθετα, οι επόμενοι μήνες είναι καθοριστικοί για τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης, ανεξάρτητα από την υποβολή νέων αιτημάτων στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Η εκδίκαση της έφεσης
«Κλειδί» αποτελεί, όπως λένε όσοι γνωρίζουν εκ των έσω την υπόθεση, η κατ’ έφεση δίκη με κατηγορούμενους τους τέσσερις επιχειρηματίες στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας, στις 11 Δεκεμβρίου της Αθήνας. Εκεί, όπου υπό το φως των αποκαλύψεων που έγιναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (πρόεδρος Νίκος Ασκιανάκης και εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης) θα εκδικαστεί η υπόθεση και θα τεθεί εκ νέου στο «ζυγό» της Θέμιδας ο ρόλος ενός εκάστου των «ιδιωτών», που στην πρώτη πράξη της δίκης κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Ιδιαίτερη αξία έχει να δούμε, όταν φτάσει η ώρα αυτής της δίκης, αν οι φερόμενοι ως «πρωταγωνιστές» των υποκλοπών, επιλέξουν να είναι απόντες – όπως και στο πρώτο δικαστήριο – από το εδώλιο του κατηγορουμένου, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους τους, ή αν αποφασίσουν να εμφανιστούν για να υπερασπιστούν εαυτούς και να απαντήσουν σε ερωτήσεις που θα τους τεθούν για τον πυρήνα της υπόθεσης με τους ίδιους να αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή.
Πέραν, όμως, από τη δίκη αυτή, με εξαιρετικό ενδιαφέρον αναμένεται και η εκδίκαση των αγωγών, που έχουν καταθέσει οι παρακολουθούμενοι, περιγράφοντας πραγματικά περιστατικά που από μόνα τους, σύμφωνα με νομικούς, είναι ικανά να δρομολογήσουν εξελίξεις ανοίγοντας, ακόμα και νέο κύκλο ερευνών σε ποινικό επίπεδο.
Με βάση όλα αυτά τα δεδομένα, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, η υπόθεση των υποκλοπών, έστω και αρχειοθετημένη, εξακολουθεί να δημιουργεί αναταράξεις σε δικαστικό και πολιτικό επίπεδο, που θα πληθαίνουν όσο τα ερωτήματα εξακολουθούν να μένουν αναπάντητα.
Comments are closed.