- Advertisement -

Μπορεί η προστασία από την άνοια να αρχίζει πολύ νωρίτερα από την ηλικία που συνήθως φανταζόμαστε; Νέα ερευνητικά δεδομένα επαναφέρουν με εμφατικό τρόπο το ερώτημα, καθώς δείχνουν ότι η διατροφή στα πρώτα χρόνια της ζωής ενδέχεται να αφήνει βαθύ αποτύπωμα στην υγεία του εγκεφάλου, με τις επιπτώσεις να αποκαλύπτονται δεκαετίες αργότερα.
Μάλιστα, η νεότερη αυτή μελέτη που δημοσιεύτηκε στο «npj Aging» αξιοποιεί μία μοναδική ιστορική συνθήκη στη Βρετανία. Εκεί, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ζάχαρη ήταν διαθέσιμη με δελτίο καθώς οι ποσότητες ήταν περιορισμένες. Ο περιορισμός αυτός ίσχυε για χρόνια και καταργήθηκε το 1953, δημιουργώντας έτσι δύο διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Στην πρώτη ομάδα ήταν εκείνοι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στα πρώτα χρόνια της ζωής τους υπό καθεστώς περιορισμένης πρόσβασης στη ζάχαρη, ενώ στη δεύτερη όσοι γεννήθηκαν μετά την άρση του δελτίου.
Οι ερευνητές, λοιπόν, βασίστηκαν σε αυτό το «φυσικό πείραμα», χρησιμοποιώντας διαθέσιμα δεδομένα από περισσότερους από 60.000 ανθρώπους της UK Biobank (μία από τις μεγαλύτερες βάσεις δεδομένων υγείας και βιοϊατρικής έρευνας). Και τι διαπίστωσαν; Η έκθεση σε περιορισμένη κατανάλωση ζάχαρης από την ενδομήτρια ζωή και τα πρώτα χρόνια μετά τη γέννηση συνδεόταν, δεκαετίες αργότερα, με 27% χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας και 46% χαμηλότερο κίνδυνο νόσου Αλτσχάιμερ. Παράλληλα, καταγράφηκαν χαμηλότεροι κίνδυνοι για κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές, ενώ ευρήματα από την απεικόνιση του εγκεφάλου (μαγνητικές τομογραφίες) έδειξαν ενδείξεις βραδύτερης βιολογικής γήρανσής του.
Σε κάθε περίπτωση, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι η ζάχαρη προκαλεί άνοια, ούτε ότι ο αποκλεισμός της στην παιδική ηλικία εγγυάται υγιή γήρανση. Εντείνει ωστόσο το επιστημονικό ενδιαφέρον σχετικά με τις συνήθειες των πρώτων χρόνων και πώς αυτές δύναται να επηρεάζουν τον εγκέφαλο για ολόκληρη τη ζωή.
Οι τρεις πιθανοί μηχανισμοί
«Οι πιθανοί μηχανισμοί είναι πολλοί», εξηγεί η ομ. καθηγήτρια Νευρολογίας Μάγδα Τσολάκη, ιδρύτρια και συντονίστρια του Εργαστηρίου Νευροεκφυλιστικών Νοσημάτων και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer. Μιλώντας στα «ΝΕΑ», επιλέγει να εστιάσει σε τρεις βασικούς, οι οποίοι υποστηρίζονται και από πειραματικά δεδομένα.
Ο πρώτος αφορά την εγκυμοσύνη και την ευαισθησία του εμβρύου στη μητρική ινσουλίνη, η οποία αυξάνεται με τη λήψη ζάχαρης, και στην κατάσταση του μεταβολισμού. «Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εμβρύου μέσω επιγενετικών και ορμονικών μονοπατιών καθώς και μηχανισμών που προγραμματίζουν τη δημιουργία των διαφόρων οργάνων που ολοκληρώνονται και ωριμάζουν τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής».
Ο δεύτερος πιθανός μηχανισμός σχετίζεται με την υπεργλυκαιμία. Σύμφωνα με την καθηγήτρια, οι μεταβολικές διαταραχές που προκαλεί μπορεί να επηρεάζουν τη μεθυλίωση του DNA, «μια διαδικασία κρίσιμη για την ανάπτυξη του νευρικού ιστού, την πλαστικότητα των συνάψεων και την άμυνα απέναντι στο οξειδωτικό στρες». Ο τρίτος αφορά το ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς η αυξημένη πρόσληψη ζάχαρης ενδέχεται να επηρεάζει την ανοσολογική απόκριση της μητέρας, με αποτέλεσμα τις συχνές λοιμώξεις.
Η ζάχαρη, όμως, φαίνεται να είναι μόνο ένα κομμάτι του παζλ, δεδομένου ότι και άλλες… κακές παιδικές συνήθειες λειτουργούν σωρευτικά και αυξάνουν τον κίνδυνο νόσησης αργότερα. Στο πλαίσιο αυτό η καθηγήτρια αναφέρεται στις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), σύμφωνα με τις οποίες η φυσική δραστηριότητα, η αποφυγή ή διακοπή του καπνίσματος και της κατάχρησης αλκοόλ, η ισορροπημένη διατροφή, η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους, η κοινωνική δραστηριότητα και η διαρκής πνευματική άσκηση αποτελούν σημαντικούς πυλώνες πρόληψης.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει και η εκπαίδευση, καθώς όσο υψηλότερο είναι το μορφωτικό επίπεδο τόσο μεγαλύτερη είναι η γνωστική εφεδρεία που μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά απέναντι στην άνοια. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η όσο το δυνατόν μικρότερη έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Ο ρόλος της οθόνης
Και αν η ζάχαρη είναι ένας από τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τον εγκέφαλο από νωρίς, σήμερα τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Οι οθόνες έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητάς τους, συχνά από πολύ μικρή ηλικία, και η προσκόλληση σε αυτές προβληματίζει ολοένα περισσότερο τους γονείς. Ομως, πόσο επιβαρυντική είναι τελικά η υπερβολική χρήση κινητού, Διαδικτύου και ηλεκτρονικών παιχνιδιών για τον εγκέφαλο;
Η απάντηση δεν είναι απόλυτη. Η τεχνολογία μπορεί να έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές επιδράσεις στον εγκέφαλο των παιδιών, ιδιαίτερα στην ευαίσθητη περίοδο της έναρξης της εφηβείας, όπου παρατηρούνται ταχείες βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνικές αλλαγές. Μελέτες έχουν αναδείξει τις διαφορές των δύο φύλων στο πεδίο της προβληματικής χρήσης. Πιο συγκεκριμένα, τα κορίτσια εμφανίζουν συχνότερα προβληματική χρήση μηνυμάτων και Διαδικτύου (π.χ. social media), ενώ τα αγόρια περνούν περισσότερη ώρα στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.
«Οι γονείς και οι δάσκαλοι θα πρέπει να βοηθήσουν τα παιδιά, ήδη από τις μικρές ηλικίες, να αναπτύξουν την κριτική τους ικανότητα και την ανάλογη σοφία, ώστε να καταλαβαίνουν τι είναι εκείνο που τα βοηθά να αποκτήσουν την αληθινή γνώση και να μορφώσουν τον καλό και αγαθό άνθρωπο μέσα τους», επισημαίνει η Μ. Τσολάκη.
Και προσθέτει με νόημα ότι σε αυτή την προσπάθεια σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να έχει και το υπουργείο Υγείας, αξιοποιώντας «την ίδια την τεχνολογία και τη γνώση των ειδικών επιστημόνων για την εκπαίδευση εκπαιδευτικών αλλά και – γιατί όχι; – παιδιών και γονέων».
Comments are closed.