- Advertisement -

Η ζωή πέντε χρόνια μετά τη φωτιά στη Βόρεια Εύβοια – Τι άντεξε, τι χάθηκε και τι δεν αποκαταστάθηκε

Η ζωή πέντε χρόνια μετά τη φωτιά στη Βόρεια Εύβοια – Τι άντεξε, τι χάθηκε και τι δεν αποκαταστάθηκε
5

- Advertisement -

Πέντε χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά που σάρωσε και μετέτρεψε σε στάχτη το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Εύβοιας – ενός από τους «παραδείσους» που διέθετε η Ελλάδα – η φύση ακόμη προσπαθεί να συνέλθει και να επανέλθει.

Παρ’ όλο που σε αρκετά σημεία του μισού και πλέον εκατομμυρίου στρεμμάτων που κάηκαν από τις 3 έως τις 11 Αυγούστου του 2021 το δάσος δείχνει να αναγεννιέται, οι άνθρωποι του πρωτογενούς τομέα και του τουρισμού ακόμα νιώθουν τις «πληγές» που άνοιξε η πύρινη λαίλαπα.

Με αφορμή αυτή τη μαύρη επέτειο, τα «ΝΕΑ» απευθύνθηκαν και μίλησαν με ρητινοκαλλιεργητές, μελισσοκόμους, ξενοδόχους και εθελοντές πυροσβέστες του νησιού, καταγράφοντας πώς συνεχίζεται η ζωή σήμερα στις πυρόπληκτες περιοχές.

Κάτι που αποκτά μεγαλύτερη αξία λόγω και της πυρκαγιάς που έπληξε την περιοχή του Πόρτο Γερμενού και της Ψάθας, καθώς οι κάτοικοι και οι επαγγελματίες τους έχουν να μάθουν πολλά από την εμπειρία της βόρειας Εύβοιας.

Τα διδάγματα που βγαίνουν από εκείνη την καταστροφή και όσα έχουν ή δεν έχουν γίνει μέχρι σήμερα είναι σημαντικά: Οι ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες δεν αναπληρώνονται εύκολα, το φυσικό περιβάλλον θέλει πολύ περισσότερο χρόνο να αναγεννηθεί, τα «πακέτα» επιδομάτων δεν αντικαθιστούν τις μόνιμες λύσεις, τα αντιδιαβρωτικά έργα είναι απολύτως αναγκαία και, τέλος, το ψυχολογικό «στίγμα» μένει για πάντα.

Ενα επάγγελμα που εξαφανίστηκε

Πριν από τις πυρκαγιές του 2021, υπολογίζεται ότι η Εύβοια παρήγαγε το 98% του ρετσινιού της χώρας. Σύμφωνα με τον Μπάμπη Τσιβίκα, πρόεδρο του Σωματείου Ρητινοκαλλιεργητών Δασεργατών του νομού, οι λεγόμενοι «ρετσινάδες» – δηλαδή οι παραγωγοί της ρητίνης – ήταν ο μεγαλύτερος κλάδος της Β. Εύβοιας, κάνοντας τζίρο πέντε εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Οπως εξηγεί, όμως, μετά τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, το παραδοσιακό από τα αρχαία χρόνια επάγγελμα έχει οριακά εξαφανιστεί.

«Χάθηκε το 80% της παραγωγής της Εύβοιας. Από τις 1.000 οικογένειες ρετσινάδων που υπήρχαν, οι 800 έπαθαν ζημιές», λέει. Σήμερα, η αναγέννηση του δάσους είναι εμφανής – βλέπεις πεύκα μέχρι και τέσσερα μέτρα ψηλά. Ωστόσο ένα πεύκο χαλεπιού χρειάζεται περίπου 40 χρόνια για να αναπτυχθεί και πάλι πλήρως.

Μετά τις καταστροφές, το κράτος έθεσε σε λειτουργία ένα πρόγραμμα στήριξης των ρητινοκαλλιεργητών, σε βάθος 15ετίας. Προέβλεπε έκτακτες ενισχύσεις ύψους 3,7 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά και οικονομική ενίσχυση ύψους 2,3 εκατ. τον Οκτώβριο του 2022.

Ο κ. Τσιβίκας υπενθυμίζει με νόημα, ωστόσο, ότι οι αποζημιώσεις για τη χαμένη παραγωγή ήρθαν μετά τις κινητοποιήσεις του κλάδου στην Αθήνα. Το σωματείο αντιπροσωπεύει περίπου το 98% των ρετσινάδων – δασεργατών του νησιού. «Οι αποζημιώσεις μας εξασφάλισαν εισόδημα για έναν χρόνο και κάτι ψιλά», σημειώνει.

Το βασικότερο μέτρο ήταν η πρόβλεψη απασχόλησης των ρητινοκαλλιεργητών για επτά χρόνια στα τοπικά δασαρχεία. Οι πρώτοι από αυτούς έπιασαν δουλειά εκεί το 2022, ενώ οι τελευταίοι διορίστηκαν πέρυσι. Οι αρχικές μηνιαίες απολαβές που προέβλεψε το κρατικό πρόγραμμα ήταν 800 ευρώ.

Σήμερα οι ρετσινάδες – δασεργάτες ζητούν την αύξηση του μισθού τους. Πολλοί από αυτούς, άλλωστε, έχουν περάσει όλη τους τη ζωή στα δάση του νησιού και τα γνωρίζουν όπως την παλάμη του χεριού τους – γνώσεις που είναι σημαντικότατες στην πρόληψη και την αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης πυρκαγιάς, ενώ σήμερα προχωρούν σε εκτεταμένους καθαρισμούς δασικών εκτάσεων. «Με τη νέα ακρίβεια ο αρχικός μισθός δεν φτάνει με τίποτα. Ζητούμε να αυξηθεί στα 1.250 ευρώ μεικτά» ξεκαθαρίζει ο Μπ. Τσιβίκας.

Η ζημιά στη μελισσοκομία

Μπορεί οι φωτιές του Αυγούστου του 2021 να μην είχαν ανθρώπινα θύματα, άφησαν όμως έντονο αποτύπωμα στα πεύκα – το «φυσικό στολίδι» του δεύτερου μεγαλύτερου νησιού της χώρας. Αυτό, πέρα από τους ρετσινάδες, έπληξε και τους μελισσοκόμους. «Εχει καεί περίπου το μισό κομμάτι που δούλευαν οι μέλισσες στα πεύκα. Οι μελισσοκόμοι που έρχονταν στην Εύβοια συνεχίζουν να έρχονται, αλλά μειώθηκαν τα πεύκα, με αποτέλεσμα να στριμώχνονται.

Ετσι υπάρχουν διαπληκτισμοί μεταξύ των παραγωγών αλλά και περισσότερες ασθένειες», λέει στα «ΝΕΑ» ο Χρήστος Αργύρης, πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Εύβοιας, προσθέτοντας πως δεν είναι λίγοι οι παραγωγοί που προτιμούν πλέον άλλα, πιο σίγουρα μέρη. (Υπολογίζεται ότι το 70% του ελληνικού μελιού παράγεται από πεύκα – κυρίως σε Εύβοια, Χαλκιδική και Θάσο).

Αναφορικά με τα μέτρα στήριξης προς τους μελισσοκόμους, ο Χρ. Αργύρης σχολιάζει ότι ήταν «λίγα και όχι καλά κατανεμημένα». Ο ίδιος έχασε περίπου 80 μελίσσια από τις φωτιές, τα οποία μπόρεσε και αποκατέστησε με δικά του έξοδα. «Ελαβα έναντι 1.700 ευρώ. Δεν είναι, όμως, μόνο όσα μελίσσια χάθηκαν από τις φωτιές γιατί ακόμα και όσα σώθηκαν μπορεί να πέθαναν αργότερα», επισημαίνει.

Η ζημιά στην παραγωγή του έγινε κοντά στο πεδινό χωριό της Ζωοδόχου Πηγής. Οπως λέει, έκτοτε δεν έχει πάει στο σημείο, ενώ φρόντισε να μεταφέρει τα εναπομείναντα μελίσσια αλλού.

«Δεν μπορούμε να ζούμε με πακέτα»

Το μεγάλο στοίχημα την πρώτη περίοδο μετά την πυρκαγιά ήταν εάν ο κόσμος θα «στήριζε» τουριστικά τη βόρεια Εύβοια. Ο Θοδωρής Ρουμελιώτης, πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Αιδηψού στη βόρεια Εύβοια, θεωρεί ότι το στοίχημα αυτό κερδήθηκε. «Κερδίσαμε νέους επισκέπτες.

Ο κόσμος στήριξε την περιοχή και του άρεσε, παρ’ όλο που ήταν καμένη», λέει σήμερα. Περιγράφει ότι ήρθαν κέρδη και ότι υπήρξε στήριξη για να σταθούν οι επιχειρήσεις στα πόδια τους, ωστόσο για τον ίδιο αυτό, αν και πολύ σημαντικό, δεν είναι αρκετό.

«Δεν μπορούμε να συζητάμε κάθε χρόνο εάν θα βγουν τα πακέτα», σχολιάζει στα «ΝΕΑ». Σημειώνεται ότι στα μέτρα στήριξης που προβλέφθηκαν μετά τις φωτιές ήταν και το North Evia Pass – άυλες χρεωστικές κάρτες για την ενίσχυση του τουρισμού (εστίαση, διαμονή, μεταφορά).

«Ηταν μεγάλο κίνητρο και βοήθεια και τα ξενοδοχεία και για την εστίαση και για το εμπόριο», σχολιάζει ο Θ. Ρουμελιώτης. Οι ξενοδόχοι του νησιού αναμένουν να «τρέξει» και φέτος το πρόγραμμα, ωστόσο, όπως λέει ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων, «δεν έχουμε κάτι χειροπιαστό στα χέρια μας».

Για τον ίδιο, προκειμένου να ανακάμψει πλήρως η περιοχή, αυτό που χρειάζεται είναι ένα οργανωμένο πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές και δημόσια έργα, όπως για παράδειγμα στους οδικούς άξονες. «Επίσης υπάρχει το θέμα με τη διαχείριση του ιαματικού νερού Αιδηψού.

Μετά τις φωτιές υπήρξε υπόσχεση ότι είτε θα πωληθεί είτε θα ανακαινιστεί το υδροθεραπευτήριο για να λειτουργεί όλο τον χρόνο. Είναι κάτι που θα ενίσχυε τον τουρισμό», σημειώνει.

Κρατική ενίσχυση και αποζημιώσεις δόθηκαν επίσης σε κτηνοτρόφους, ελαιοπαραγωγούς, παραγωγούς σύκων και άλλους αγρότες που επλήγησαν από τις φωτιές. Κάποιοι από αυτούς θεωρούν ότι δόθηκαν καθυστερημένα και ότι σήμερα ακόμα δεν μπορεί να αναγεννηθεί πλήρως ο πρωτογενής τομέας. Πέρα από αυτό, πάντως, όπως λένε οι περισσότεροι από όσους μας μίλησαν, στο νησί έχουν γίνει αντιπλημμυρικά και αντιδιαβρωτικά έργα.

Το ψυχολογικό στίγμα που μένει

Η οπτική του εθελοντή πυροσβέστη Λουκά Τσαμπάνη είναι αισιόδοξη. «Για κάποιον που δεν ξέρει τι έχει γίνει δεν το καταλαβαίνει ιδιαίτερα» λέει στα «ΝΕΑ». Ο ίδιος είναι πρόεδρος του Σωματείου Εθελοντών Δασοπυροσβεστών Διασωστών Ελυμνίων και μαζί με άλλα μέλη του ήταν στην πρώτη γραμμή του πύρινου μετώπου από την πρώτη στιγμή, σβήνοντας φωτιές και κάνοντας εκκενώσεις σε όλο το νησί. Κλήθηκε μάλιστα να σβήσει τη φωτιά που «έγλυψε» και το ίδιο του το σπίτι στη Λίμνη.

Παρά την αναγέννηση και παρόλο που, όπως λέει ο Λ. Τσαμπάνης, οι άνθρωποι στο νησί έχουν προχωρήσει και δεν μιλούν πλέον για τις φωτιές του 2021, υπάρχει ένα ψυχολογικό στίγμα που μένει. «Μας ενοχλεί να βλέπουμε εικόνες του πώς ήταν πριν. Εγώ προσωπικά το αποφεύγω», σημειώνει. Και βέβαια, πέρα από όλα τα σχετικά έργα που έχουν γίνει και πρέπει να συνεχίσουν να γίνονται σωστά, το βασικό μέλημα είναι ένα: «Να μην ξανακαούμε για τα επόμενα δέκα χρόνια» νέους επισκέπτες.

Ο κόσμος στήριξε την περιοχή και του άρεσε, παρ’ όλο που ήταν καμένη», λέει σήμερα. Περιγράφει ότι ήρθαν κέρδη και ότι υπήρξε στήριξη για να σταθούν οι επιχειρήσεις στα πόδια τους, ωστόσο για τον ίδιο αυτό, αν και πολύ σημαντικό, δεν είναι αρκετό.

«Δεν μπορούμε να συζητάμε κάθε χρόνο εάν θα βγουν τα πακέτα», σχολιάζει στα «ΝΕΑ». Σημειώνεται ότι στα μέτρα στήριξης που προβλέφθηκαν μετά τις φωτιές ήταν και το North Evia Pass – άυλες χρεωστικές κάρτες για την ενίσχυση του τουρισμού (εστίαση, διαμονή, μεταφορά). «Ηταν μεγάλο κίνητρο και βοήθεια και τα ξενοδοχεία και για την εστίαση και για το εμπόριο», σχολιάζει ο Θ. Ρουμελιώτης.

Οι ξενοδόχοι του νησιού αναμένουν να «τρέξει» και φέτος το πρόγραμμα, ωστόσο, όπως λέει ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων, «δεν έχουμε κάτι χειροπιαστό στα χέρια μας». Για τον ίδιο, προκειμένου να ανακάμψει πλήρως η περιοχή, αυτό που χρειάζεται είναι ένα οργανωμένο πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές και δημόσια έργα, όπως για παράδειγμα στους οδικούς άξονες.

«Επίσης υπάρχει το θέμα με τη διαχείριση του ιαματικού νερού Αιδηψού. Μετά τις φωτιές υπήρξε υπόσχεση ότι είτε θα πωληθεί είτε θα ανακαινιστεί το υδροθεραπευτήριο για να λειτουργεί όλο τον χρόνο. Είναι κάτι που θα ενίσχυε τον τουρισμό», σημειώνει.

Κρατική ενίσχυση και αποζημιώσεις δόθηκαν επίσης σε κτηνοτρόφους, ελαιοπαραγωγούς, παραγωγούς σύκων και άλλους αγρότες που επλήγησαν από τις φωτιές. Κάποιοι από αυτούς θεωρούν ότι δόθηκαν καθυστερημένα και ότι σήμερα ακόμα δεν μπορεί να αναγεννηθεί πλήρως ο πρωτογενής τομέας.

Πέρα από αυτό, πάντως, όπως λένε οι περισσότεροι από όσους μας μίλησαν, στο νησί έχουν γίνει αντιπλημμυρικά και αντιδιαβρωτικά έργα.

ΜΠΆΜΠΗΣ ΤΣΙΒΊΚΑΣ

«Από την πρώτη στιγμή ήμουν με τη μάνικα και το αλυσοπρίονο στο χέρι. Περίπου την έκτη ή έβδομη ημέρα η φωτιά πέρασε από μία ζώνη που προσπαθούσαμε με νύχια και με δόντια να κρατήσουμε και θεωρήσαμε ότι θα φτάσει μέχρι Χαλκίδα».

ΧΡΉΣΤΟΣ ΑΡΓΎΡΗΣ

«Φορτώναμε τα μελίσσια στο φορτηγό στον κάμπο για να τα γλιτώσουμε από τη φωτιά. Θυμάμαι ότι η φωτιά ερχόταν προς εμάς και έκανε έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Σας το λέω και σηκώνεται η τρίχα μου. Το φορτηγό δεν μπορούσε να κουνηθεί από το βάρος, αναγκάστηκα και το έδεσα με το αγροτικό. Μία ώρα αργότερα η φωτιά πέρασε από εκείνο το σημείο».

ΘΟΔΩΡΉΣ ΡΟΥΜΕΛΙΏΤΗΣ

«Περιμέναμε στο ξενοδοχείο μια κοπέλα από το Πευκί, η οποία ερχόταν με ταξί. Είχε μαζί της ένα παιδί 1,5 έτους. Με το που έφτασαν, το πρόσωπό της ήταν μαυρισμένο. Το παιδί έκλαιγε και ζητούσε τον μπαμπά του, που είχε μείνει πίσω για να βοηθήσει με τη φωτιά. Η γυναίκα λύγισε. Ολοι λυγίσαμε».

ΛΟΥΚΆΣ ΤΣΑΜΠΆΝΗΣ

«Επρεπε να μαζέψω αυτά που θεωρούσα σημαντικά από το σπίτι μου, να βάλω το λουρί στον σκύλο μου, να βγάλω τα πράγματα και τον σκύλο έξω και να ξεκινήσω να σβήνω ό,τι υπήρχε γύρω από το σπίτι μου για να μην καεί. Αν καιγόταν έπρεπε να διαλέξω τι θεωρούσα σημαντικό από αυτό το σπίτι, τι έπρεπε να σώσουμε».

- Post Down -

Comments are closed.