- Advertisement -

Θυμάσαι το μέλλον;

Θυμάσαι το μέλλον;
3

- Advertisement -

Ο σημαντικός τραγουδιστής Λάκης Χαλκιάς δεν ήταν πλέον της μόδας. Οπως και πολλοί δημιουργοί της γενιάς του, οι οποίοι άνθισαν μεταδικτατορικά μέσα στη λαμπρή κοίτη που μείγνυε το πολιτικό και δημοτικό τραγούδι, είχε αραιώσει από την πολιτιστική επικαιρότητα. Εν τούτοις διεγέρθηκε μια απίστευτη συγκίνηση με την είδηση του τέλους του και κατά την εξόδιο ακολουθία.

Συχνά το τέλος κάποιου «παλαιού» είναι ένα καρφί για την προσωπική σου ανακεφαλαίωση. Ανακαλύπτεις (κρυμμένο στα βάθη μιας αμυντικής ανεπικαιρότητας), εκ νέου, αυτά που αγάπησες ή τα πρόσωπα που συνδέεις με τον νεανικό εαυτό σου. Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει, με πολλούς δημιουργούς που αναχωρούν. Τα λίγα τελευταία χρόνια, αναχώρησαν ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος, ο Μικρούτσικος, ο Μαυρουδής, ο Μούτσης, ο Πλέσσας, ο Γρηγορίου, φέτος ο Σφέτσας κι ο Σταυριανός. Και ανέτειλε κάτι, σαν μια αναδρομική λατρεία· μια λιτάνευση στο πολιτικά διαφεύγον, ή μάλλον στο προσωπικά απολεσθέν.

Το ΚΚΕ, ως κόμμα ενός βαθύτατου πραγματισμού, με επιμέλεια επιχειρεί την επανερμηνεία των παλαιότερων δημιουργών του «έντεχνου», διεγείροντας παράλληλα το μεταδικτατορικό πολιτικό αγαθό – εντός του οποίου και το ίδιο ανέκτησε το μερίδιο στη νόμιμη πολιτική σκηνή, που για δεκαετίες στερούνταν.

Η νοσταλγία άραγε είναι μέρος της μουσικής, της αισθητικής απόλαυσης ή απλώς μέρος μιας ιστορικά στιγμιαίας πολιτικής ερημιάς που σε κάνει να θηρεύεις παλιούς καρπούς; Ή μήπως το έργο των δημιουργών είναι πράγματι τόσο ανθεκτικό, με μουσικούς όρους, που επικυρώνει την καλλιτεχνική σπανιότητά τους; Η διάχυτη και δυνατά εκφραζόμενη λύπη ενός σχεδόν αόρατου πλήθους, είναι η ευγνωμοσύνη για την ευδιάκριτη ταυτότητα που εισηγήθηκαν οι καλλιτέχνες ή απλώς ο φόβος της έλευσης του δικού σου θανάτου που πλησιάζει, αφού φεύγουν από τη μέση οι μεγαλύτεροι; Ισως βοηθάει αυτή τη βουλιμία για το παρελθόν κοίτασμα, αυτό το αίσχος που δεσπόζει κοινωνικά, που δεν αφήνει χόρτο χλωρό, που κατακαίει κάθε πολιτιστική αποθησαύριση, που σε κάνει να θέλεις να φύγεις από το πραγματικό μέσα στις φαντασιακές κατασκευές και τα αρχεία. Είναι δε εξαιρετικά ενδιαφέρον, κάτι τόσο κοντά στον ρεαλισμό, όπως η αρχειακή έρευνα, να μεταβάλλεται σε κάτι τόσο ονειρώδες, αφού σκηνοθετεί μια τέως πραγματικότητα που έχει το καλό να σε αφήνει ανεπηρέαστο και ξαλαφρωμένο.

Γλιτώνεις μέσα στα βάσανα των άλλων, των παρελθόντων. Στη μεταδικτατορία συνέβη το καταπληκτικό, να επανερμηνευθούν η δημοτική μουσική, η δημοτική ποίηση, κυρίως από την Αριστερά, ενώ είχε μιανθεί από τη χούντα. Το αρχείο υπήρξε μια προοδευτική και σχεδόν ρηξιακή κατάκτηση. Θυμάσαι το μέλλον. «Αναχώρησε», «έφυγε», «κοιμήθηκε» (για τους ιερωμένους), «αναλήφθηκε» (στη θρησκευτική ποίηση), διάφορα ρήματα-υποκατάστατα του αδυσώπητου «πέθανε». Μια διαρκής κι επιμελημένη μεταφορά, που προσπαθεί να αμβλύνει το αλλόκοτο, ενώ διασχίζεται από ένα καθημερινό εξπρεσιονιστικό οδοιπορικό σε σκληρότατους και λεπτομερείς ημερήσιους φόνους που απλώνονται στο αστυνομικό ρεπορτάζ και κρεουργούν την πατρίδα. Ετσι οι δημιουργοί, με τον θάνατό τους, φέρουν μια ύψιστη καθαρότητα. Διαμορφώνουν έναν λόγο περί θανάτου, εκτός επιθέτων. Μόνο τα ουσιαστικά και τα ρήματα μας κληροδοτούν.

Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ

- Post Down -

Comments are closed.