- Advertisement -

ΠΟΥ: Αβέβαιος ο στόχος εξάλειψης του HIV και της ηπατίτιδας έως το 2030

ΠΟΥ: Αβέβαιος ο στόχος εξάλειψης του HIV και της ηπατίτιδας έως το 2030
3

- Advertisement -

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) προειδοποιεί ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, ο κόσμος εξακολουθεί να απέχει από τον στόχο της εξάλειψης του HIV, της ιογενούς ηπατίτιδας και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων (ΣΜΝ) ως απειλών για τη δημόσια υγεία έως το 2030.

Η νέα έκθεση του Οργανισμού, που παρουσιάστηκε στο 26ο Διεθνές Συνέδριο για το AIDS στο Ρίο ντε Τζανέιρο και λίγες ημέρες πριν από την Παγκόσμια Ημέρα Ηπατίτιδας (28 Ιουλίου), καταγράφει τόσο τις επιτυχίες όσο και τις σοβαρές προκλήσεις που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας διεθνώς.

Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, τόνισε ότι η έκθεση αφηγείται δύο διαφορετικές ιστορίες: από τη μία αποδεικνύει τι μπορεί να επιτευχθεί όταν οι χώρες επενδύουν στην επιστήμη, στα συστήματα υγείας και στις τοπικές κοινότητες, ενώ από την άλλη δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί η πρόοδος εξαιτίας περικοπών στη χρηματοδότηση, ανθρωπιστικών κρίσεων και κοινωνικών ανισοτήτων.

Σημαντική πρόοδος στον HIV

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΟΥ, μέχρι το τέλος του 2025 περίπου 32 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν με HIV λάμβαναν αντιρετροϊκή θεραπεία.

Από το 2010 οι νέες μολύνσεις από HIV έχουν μειωθεί κατά 42%, ενώ οι θάνατοι που σχετίζονται με το AIDS έχουν υποχωρήσει κατά 57%.

Ωστόσο, περίπου 9 εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση στη θεραπεία, ενώ σε αρκετές περιοχές του κόσμου οι νέες μολύνσεις αυξάνονται, κυρίως μεταξύ ομάδων υψηλού κινδύνου, όπως άνδρες που έχουν σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες, εργαζόμενοι στο σεξ, χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών, τρανς άτομα και κρατούμενοι.

Ηπατίτιδα: λιγότερες μολύνσεις, αλλά περισσότεροι θάνατοι

Η έκθεση καταγράφει επίσης πρόοδο στην αντιμετώπιση της ιογενούς ηπατίτιδας.

Από το 2015 οι νέες λοιμώξεις από ηπατίτιδα Β έχουν μειωθεί κατά 32%, ενώ οι θάνατοι που σχετίζονται με την ηπατίτιδα C έχουν μειωθεί κατά 12%.

Παρόλα αυτά, η ηπατίτιδα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο θανατηφόρες λοιμώδεις νόσους παγκοσμίως, προκαλώντας περίπου 1,3 εκατομμύρια θανάτους μόνο το 2024.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι θάνατοι από ηπατίτιδα Β έχουν αυξηθεί κατά 17% από το 2015, κυρίως επειδή πολλοί ασθενείς δεν διαγιγνώσκονται εγκαίρως ή δεν έχουν πρόσβαση στις ιδιαίτερα αποτελεσματικές θεραπείες που ήδη υπάρχουν.

Αυξάνονται τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

Πιο ανησυχητική εμφανίζεται η εικόνα για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Παρότι περισσότερες χώρες εφαρμόζουν πλέον προγράμματα ελέγχου της σύφιλης κατά την εγκυμοσύνη και η εμβολιαστική κάλυψη έναντι του HPV παρουσιάζει μικρή αύξηση, τα κρούσματα ΣΜΝ αυξάνονται σε αρκετές περιοχές.

Παράλληλα, ο ΠΟΥ προειδοποιεί για τη συνεχώς αυξανόμενη αντοχή του γονόκοκκου στα αντιβιοτικά, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά τη θεραπεία της γονόρροιας.

Οι βασικές προτεραιότητες μέχρι το 2030

Ο ΠΟΥ θεωρεί ότι η ενσωμάτωση των υπηρεσιών αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο για την επιτάχυνση της προόδου.

Οι χώρες με τα καλύτερα αποτελέσματα προσφέρουν πλέον υπηρεσίες για HIV, ηπατίτιδα και ΣΜΝ μέσα από την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, σε συνδυασμό με προγράμματα για τη φυματίωση, τη μητρική και παιδική υγεία, τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα χρόνια νοσήματα.

Παράλληλα, ο Οργανισμός προτείνει μεγαλύτερη αξιοποίηση της ψηφιακής υγείας, ενίσχυση των συστημάτων επιδημιολογικής επιτήρησης και ευρύτερη πρόσβαση σε νέες διαγνωστικές εξετάσεις, χρήση καινοτόμων θεραπειών πρόληψης, όπως η ενέσιμη προφυλακτική θεραπεία λενακαπαβίρη (lenacapavir), η οποία χορηγείται δύο φορές τον χρόνο και ήδη εφαρμόζεται σε 10 χώρες, ενώ σχεδιάζεται να επεκταθεί σε ακόμη 14.

Επιπλέον, ο ΠΟΥ επισημαίνει τις προοπτικές της δοξυκυκλίνης μετά από πιθανή έκθεση (doxycycline PEP) για τη μείωση των βακτηριακών σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων σε άτομα υψηλού κινδύνου.

Η συμμετοχή των κοινοτήτων παραμένει κρίσιμη

Σύμφωνα με την έκθεση, καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία των προγραμμάτων εξακολουθούν να έχουν οι ίδιες οι κοινότητες, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν τόσο στη συλλογή αξιόπιστων δεδομένων όσο και στη διασφάλιση ότι οι υπηρεσίες υγείας φτάνουν στους ανθρώπους που κινδυνεύουν περισσότερο και συχνά μένουν εκτός του συστήματος.

Ο ΠΟΥ υπογραμμίζει ότι τα επόμενα πέντε χρόνια θα είναι καθοριστικά. Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί αποδεικνύει ότι ο στόχος του 2030 είναι εφικτός, όμως απαιτούνται σταθερή χρηματοδότηση, καινοτομία, ισχυρά δημόσια συστήματα υγείας και πολιτικές που θα μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες, ώστε να μην ανακοπεί η πορεία προς την εξάλειψη αυτών των τριών μεγάλων επιδημιών.

- Post Down -

Comments are closed.