- Advertisement -

Είναι 23 Ιουλίου 2018, λίγα λεπτά μετά τις έξι το απόγευμα. Ο Κωνσταντίνος Χατζησταματίου αντιλαμβάνεται ότι η φωτιά που είχε αρχίσει να μπαίνει στο Μάτι καίει τα δέντρα της αυλής του. Μαζί με τη σύζυγό του, τη νύφη του και τον εγγονό του ξεκινάει με τα πόδια, αναζητώντας έναν δρόμο διαφυγής. Σε απόσταση περίπου 150 μέτρων συναντάει έναν γείτονά του που έχει αμάξι. Ετσι καταφέρνει να γλιτώσουν ο ίδιος και η οικογένειά του. Οχι χωρίς κόστος. Ο ίδιος, η νύφη του και ο εγγονός του υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα, ενώ η σύζυγός του πιο ελαφριά.
«Ηταν η κόλαση του Δάντη. Δεν έβλεπες στα τέσσερα μέτρα από τον καπνό. Η θερμοκρασία πρέπει να ήταν γύρω στους εξακόσιους, επτακόσιους βαθμούς. Σε αυτή την απόσταση που διήνυσα με τους δικούς μου, oι σαγιονάρες που φορούσε ο εγγονός μου λιώσανε στην άσφαλτο και κάηκαν τα πέλματα των ποδιών του από τη θερμοκρασία», λέει στα «ΝΕΑ» οκτώ χρόνια μετά την πυρκαγιά που στοίχισε τη ζωή σε 104 ανθρώπους και άφησε πίσω της δεκάδες εγκαυματίες και κατεστραμμένα σπίτια.
Για τον ίδιο υπάρχει ένα νοητό νήμα που συνδέει το Μάτι με άλλες τραγωδίες και καταστροφές που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν: η διαχρονική ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού.
Η ζωή με το έγκαυμα
Το σπίτι του Κ. Χατζησταματίου κάηκε ολοσχερώς. Χρειάστηκε να το ξαναχτίσει όλο από τα θεμέλια. Oταν πριν από κάποια χρόνια το είχα επισκεφτεί, την τότε συζήτησή μας είχε διακόψει ένα χαρούμενο νεαρό αγόρι που γυρνούσε από την προπόνηση τάε κβον ντο. «Ο εγγονός μου χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο Παίδων 33 μέρες», λέει σήμερα. Νοσηλεία λόγω των εγκαυμάτων χρειάστηκαν και ο ίδιος και η νύφη του. Ακόμα και όταν βγήκαν από το νοσοκομείο, ήταν απαραίτητες επιπλέον θεραπείες και επεμβάσεις μέχρι να επουλωθούν τελείως τα τραύματα. Δεν πρόκειται όμως μόνο για σωματικές επιπτώσεις.
«Ο μικρός είχε ένα τεράστιο ψυχολογικό πρόβλημα. Από τότε μέχρι σήμερα παρακολουθείται από ψυχολόγο μία φορά την εβδομάδα. Εχει κάνει ουλές και συμφύσεις που του είχαν περιορίσει αισθητά την κίνηση, η οποία πλέον σε πολύ μεγάλο ποσοστό έχει αποκατασταθεί».
Και βέβαια σημάδια έχει αφήσει η φωτιά και στον ίδιο. «Εχω χάσει τη μισή μου φωνή αναπνέοντας και κάνοντας εσωτερικό έγκαυμα και από τους καπνούς», περιγράφει. Από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής η φωνή του ακούγεται βραχνιασμένη και σε ορισμένες περιπτώσεις σαν να δυσκολεύεται να βγει. «Η μισή μου φωνή έχει εξαφανιστεί. Εχω βραχνιάσει μόνιμα και δεν έχω το μέταλλο της φωνής που είχα».
«Ο εγκαυματίας δεν είναι τραυματίας. Ενα κάταγμα, οτιδήποτε άλλο θεραπεύεται, αποκαθίσταται. Το έγκαυμα μπορεί σαν επούλωση τραύματος να αντιμετωπιστεί ακόμα και με πλαστική και με οτιδήποτε, αλλά αφήνει προβλήματα. Επηρεάζεται ο εγκαυματίας από τις καιρικές συνθήκες. Εχει και μια ψυχολογία άσχημη – εκτός από το έγκαυμα το σωματικό», προσθέτει μιλώντας για την επόμενη ημέρα, που τόσο ο ίδιος, όσο και η οικογένειά του κλήθηκαν να διαχειριστούν. Συνολικά, εν ζωή βρίσκονται 57 εγκαυματίες της πυρκαγιάς στην Ανατολική Αττική.
Οταν τον ρωτάμε ποια είναι η στιγμή που θυμάται εντονότερα, η απάντησή του είναι άμεση. «Δύο είναι οι στιγμές, όχι μία», λέει. «Η μία ήταν όταν είδα τη φωτιά μέσα στην αυλή μου. Και η δεύτερη όταν βρήκαμε το αυτοκίνητο και σωθήκαμε. Διαφορετικά, θα μας έβρισκαν στον δρόμο ένα σωρό κόκαλα και στάχτες».
Από τη συζήτηση δεν μπορούσε να λείψει η διαχείριση της κατάστασης από τις Αρχές τη μοιραία 23η Ιουλίου του 2018. «Οσο τις είδατε εσείς τις Αρχές τόσο τις είδαμε και εμείς. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτα», απαντάει ο Κ. Χατζησταματίου. «Η αστυνομία, μάλιστα, διοχέτευε τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στη λεωφόρο Μαραθώνος προς την παραλία και έτσι κάηκαν άνθρωποι οι οποίοι ήταν εντελώς άσχετοι με την περιοχή», συμπληρώνει.
«Δεν πρέπει να σταματήσουμε να διεκδικούμε το δίκιο μας»
Ο εγκαυματίας θεωρεί ότι αυτή η διαχείριση δεν είναι μια εξαίρεση, μια μεμονωμένη περίπτωση, που αφορά συγκεκριμένα το Μάτι, αλλά διατρέχει όλες τις μεγάλες τραγωδίες και καταστροφές που έχουν συμβεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και έχει να κάνει με τη διαχρονική ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού. Πιστεύει ότι αυτή είναι η αιτία που θα ακολουθήσουν και άλλες τέτοιες τραγωδίες. «Εάν δεν αποφασίσουν να εξυγιάνουν τον κρατικό μηχανισμό και να διαρθρώσουν όλες αυτές τις υπηρεσίες που έχουν σχέση με την προστασία του πολίτη, δεν θα πάψουν να γίνονται αυτά τα γεγονότα. Ανεξάρτητα του ποιος κυβερνά», τονίζει.
Το παραπάνω συνδέεται άρρηκτα και με την απόδοση της Δικαιοσύνης. «Βλέπει ο άλλος κάηκαν 104 νεκροί και τι έγινε; Eφαγε τρία χρόνια φυλακή με αναστολή. Το ίδιο θα κάνω και εγώ», σημειώνει. Ο ίδιος θεωρεί ότι η πολιτεία και η Δικαιοσύνη θα έπρεπε να αποδώσουν ευθύνες και αυστηρότερες –ποιοτικά και ποσοτικά – ποινές στους «πραγματικά ενόχους» για την υπόθεση του Ματιού, «όχι για να τιμωρήσουν, αλλά για να γίνουν παράδειγμα προς αποφυγή των νεότερων», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. «Αν παρακολουθήσουμε τα γεγονότα από την Ηλεία στη Μάνδρα, από τη Μάνδρα στο Μάτι, από το Μάτι στα Τέμπη, όλες αυτές έχουν μια αλληλουχία. Στα Τέμπη δεν ξέρω και εκεί εάν θα τιμωρηθούν οι όντως ένοχοι ή κάποιο άλλοι ακροθιγώς εμπλεκόμενοι».
Παρόλα αυτά, το μήνυμα που θέλει να στείλει στους πολίτες, οκτώ χρόνια μετά τη φονική πυρκαγιά που τον σημάδεψε για πάντα, είναι αισιόδοξο. «Δεν πρέπει να σταματήσουμε να διεκδικούμε το δίκιο μας. Δεν πρέπει να αποθαρρυνόμαστε. Κάποια στιγμή θα βρεθούν και κάποιοι πιο ευθείς, πιο συνειδητοί λειτουργοί, είτε κρατικοί είτε της Δικαιοσύνης, οι οποίοι στο τέλος θα αποδώσουν δικαιοσύνη».
Comments are closed.