- Advertisement -

Μανώλης Κογεβίνας στα ΝΕΑ: «Η προσαρμογή στην ακραία ζέστη αποτελεί βασική προτεραιότητα»

Μανώλης Κογεβίνας στα ΝΕΑ: «Η προσαρμογή στην ακραία ζέστη αποτελεί βασική προτεραιότητα»
2

- Advertisement -

Συναντηθήκαμε βραδάκι με τον ομότιμο καθηγητή Επιδημιολογίας Μανώλη Κογεβίνα στον μικρό πεζόδρομο δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Εκείνος τα ξημερώματα της επόμενης μέρας θα επέστρεφε στην έδρα του, στη Βαρκελώνη. Το πολύ πρωινό ξύπνημα δεν μας εμπόδισε να συζητήσουμε επί περισσότερες από δύο ώρες.

Έχει το μοναδικό χάρισμα να διηγείται τα πάντα, απλά, κατανοητά και ήρεμα – κάτι καθόλου εύκολο όταν μιλάει κανείς για θέματα όπως είναι ο επαγγελματικός καρκίνος, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής ή των πολέμων στην υγεία ή ο κιρκάδιος ρυθμός – μερικές από τις μελέτες του κερκυραίου καθηγητή.

Η κουβέντα ξεκίνησε από τις σπουδές στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ και την κλινική ειδικότητα στην ακτινοθεραπεία, και συνέχισε με τη μεγάλη αλλαγή, τη στροφή στη δημόσια υγεία – κάτι που σπούδασε με υποτροφία από το ΙΚΥ στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

«Ανοίχτηκε μπροστά μου ένας καινούργιος κόσμος. Βγήκα από την αυστηρά κλινική οπτική του, το να είσαι επικεντρωμένος σε έναν ασθενή και μπήκα στον κόσμο της πρόληψης, της αντιμετώπισης ενός ολόκληρου πληθυσμού. Ασχολείσαι π.χ. πώς θα μπορέσεις μειώσεις την αρτηριακή πίεση σε έναν ολόκληρο πληθυσμό και όχι σε έναν ασθενή. Και βέβαια τις κοινωνικές επιδράσεις στην υγεία. Για μένα αυτά ήταν καινούργιες έννοιες», λέει.

Μετά την Αγγλία, όπου γνωρίστηκε με την – επίσης επιδημιολόγο – σύζυγό του Σίλβια ντε Σανχοσέ, εργάστηκε στη Διεθνή Υπηρεσία Ερευνας για τον Καρκίνο του ΠΟΥ στη Λυών, μετά επέστρεψε για κάποια χρόνια στην Ελλάδα (για πέντε χρόνια ήταν καθηγητής Περιβαλλοντικής Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Ηρακλείου Κρήτης και άλλα επτά στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας στην Αθήνα). Και μετά Βαρκελώνη, όπου υπήρξε συνεργάτης του Κέντρου Ερευνας της Περιβαλλοντικής Επιδημιολογίας (CREAL).

Έγινε ανώτερος ερευνητής και επιστημονικός διευθυντής του Severo Ochoa distinction στο ISGlobal (κορυφαίο ινστιτούτο παγκόσμιας υγείας με έδρα τη Βαρκελώνη, έναν από τους σημαντικότερους φορείς που διαμορφώνουν πολιτικές για την παγκόσμια υγεία). Εχει συνεργαστεί με πολλές Διεθνείς Οργανώσεις Υγείας κι έχει συμμετάσχει σε Επιτροπές Ειδικών που ερευνούν την τοξικότητα διαφόρων χημικών ουσιών, τη μόλυνση των υδάτινων πόρων κ.λπ.

Εδώ και λίγους μήνες συνταξιοδοτήθηκε αλλά δεν απέχει. Όπως σημείωσε μάλιστα πριν από λίγες μέρες στο LinkedIn: «Έχοντας συνταξιοδοτηθεί πρόσφατα, βρίσκομαι εκτός σχεδόν όλων των επιτροπών (κάτι που είναι υπέροχο!), αν και εξακολουθώ να γράφω εργασίες και να συμμετέχω ενεργά σε θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής και πολιτικής για την επαγγελματική υγεία. Σημαίνει επίσης ότι, ένα πρωί Δευτέρας, αντί να απαντώ σε email, μπορώ να φτιάξω ένα μπουκέτο από τις λεβάντες που μάζεψα χθες. Είναι θέμα προτεραιοτήτων!».

Θέμα προτεραιοτήτων, όπως μας εξηγεί χαμογελώντας, είναι και να μην ακολουθεί αυτό που έδειξαν μελέτες του, ότι δηλαδή πρέπει να τρώμε νωρίς το βράδυ και να μην πέφτουμε αμέσως για ύπνο. «Η γυναίκα μου δουλεύει με την Αμερική, τελειώνει, λοιπόν, περίπου στις 9 το βράδυ. Τρώμε αργά – παρά το ότι είναι τελείως αντίθετο με αυτό που βρίσκω σωστό στις μελέτες μου. Το καταλαβαίνω μεν, αλλά από την άλλη δεν είναι λύση το να τρώγω μόνος μου στις επτάμιση και μετά μόνη της η γυναίκα μου στις 10. Πρέπει να παίρνει κανείς προσωπικές αποφάσεις».

Συζητάμε για τις σχετικές μελέτες του. Το 2007 σε μια αξιολόγησή του ο ΠΟΥ ανέφερε ότι είναι πιθανόν η νυκτερινή εργασία να σχετίζεται με τον καρκίνο του μαστού.

«Τότε ξεκινούσα στην Ισπανία μια μεγάλη μελέτη για τον καρκίνο. Την προσαρμόσαμε, λοιπόν, και συμπεριλάβαμε ένα μεγάλο κομμάτι για τον κιρκάδιο ρυθμό – όχι μόνο τη νυκτερινή εργασία. Υπάρχει πλέον πολύ μεγάλη έρευνα σε αυτό το θέμα».

Οι μελέτες του εκτός του ότι κατέγραψαν τις ώρες που είναι καλύτερο για την υγεία μας να τρώμε, πώς να κοιμόμαστε κ.λπ. οδήγησαν και σε βελτιώσεις στις συνθήκες εργασίας σε όσους δουλεύουν τα βράδια – ακόμα και το πώς επιδρά το φως της πόλης στην υγεία.

Μια από τις Διεθνείς Επιτροπές στην οποία συμμετέχει ενεργά, ασχολείται με την αξιολόγηση των επιπτώσεων των πολέμων στην υγεία και το περιβάλλον. Ενα άρθρο του μάλιστα στην ισπανική «el Pais» για τη «Μαύρη βροχή» στο Ιράν στις αρχές της άνοιξης είχε 100.000 αναγνώσεις. Αναφέρει τις δυσκολίες να γίνουν μετρήσεις.

Στη Γάζα δεν επιτρέπεται η πρόσβαση ενώ στο Ιράν, παρότι οι μετρητές των πανεπιστημίων έχουν κάνει καταγραφές, λόγω της δυσκολίας επικοινωνίας μέσω Ιντερνετ, δεν μπορούν να τις παραλάβουν. Έτσι προς το παρόν έχουν μόνο δορυφορικά στοιχεία και εκτιμήσεις.

«Προσπαθούμε να κάνουμε μια εκτίμηση στις περιοχές που έχουν βομβαρδιστεί». Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, μέσα στις πρώτες εβδομάδες πραγματοποιήθηκαν αρκετές χιλιάδες αεροπορικές επιδρομές στον πόλεμο του Ιράν, πιθανόν πάνω από 10.000. Με δεδομένο ότι κάθε αποστολή μεγάλης εμβέλειας μπορεί να εκπέμπει πάνω από 100 τόνους CO₂, μιλάμε συνολικά για εκπομπές της τάξης του 1 εκατομμυρίου τόνων και σίγουρα παραπάνω. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στις ετήσιες εκπομπές μιας πόλης σαν την Πάτρα ή, αν το δούμε στην Αττική, όσο αρκετοί μεγάλοι δήμοι μαζί. Οπως διευκρινίζει μάλιστα «πρόκειται για συντηρητική εκτίμηση, καθώς δεν περιλαμβάνει άλλες στρατιωτικές εκπομπές, τις εκπομπές από πυρκαγιές και καταστροφές, ούτε το σημαντικό αποτύπωμα της μετέπειτα ανοικοδόμησης».

Συζητάμε για τους καύσωνες που έπληξαν πρόσφατα την Ευρώπη. «Το φετινό ευρωπαϊκό κύμα καύσωνα υπενθυμίζει ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι μια απειλή του μέλλοντος, αλλά μια πραγματικότητα του παρόντος» λέει.

«Στη Γαλλία, μέσα σε μία μόλις εβδομάδα, καταγράφηκαν περισσότεροι από 2.000 επιπλέον θάνατοι σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, ενώ οι θάνατοι κατ’ οίκον αυξήθηκαν κατά 91%, σύμφωνα με τις υγειονομικές Αρχές. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται κυρίως ηλικιωμένοι, άνθρωποι με χρόνια νοσήματα και εργαζόμενοι που εκτίθενται σε ακραίες θερμοκρασίες. Η προσαρμογή των πόλεων και των χώρων εργασίας στην ακραία ζέστη αποτελεί πλέον βασική προτεραιότητα δημόσιας υγείας και όχι απλώς περιβαλλοντική πολιτική. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και πόλεις με σημαντικές οικονομικές δυνατότητες δεν έχουν καταφέρει να προσαρμοστούν στη νέα κλιματική πραγματικότητα. Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Το βασικό μήνυμα που πρέπει να εσωτερικοποιήσουμε είναι ότι η κλιματική αλλαγή δεν σκοτώνει μόνο μέσα από καταστροφικά γεγονότα όπως οι πλημύρες και οι πυρκαγιές. Σκοτώνει και μέσα από τις λίγες επιπλέον βαθμίδες Κελσίου ενός συνηθισμένου καλοκαιρινού απογεύματος».

Ο φαύλος κύκλος

Συζητάμε για τον φαύλο κύκλο: ανεβαίνει η θερμοκρασία και για να την αντιμετωπίσουμε ανάβουμε το αιρ κοντίσιον, συμβάλλοντας στην… αύξηση της θερμοκρασίας. «Εχουμε και τα θέματα της αύξησης των λοιμωδών», προσθέτει.

«Αλλάζουν οι βροχοπτώσεις, η θερμοκρασία, η φύση. Σε περιοχές που δεν υπήρχαν κουνούπια, εμφανίζονται, μαζί τους και ελονοσία ή ιός του Δυτικού Νείλου. Επίσης, καθώς αυξάνεται, η θερμοκρασία στις θάλασσες, αλλάζει και ο πληθυσμός των ψαριών, σημαντική πηγή διατροφής. Υπάρχουν και έμμεσες επιδράσεις: μετά από ακραία φαινόμενα, μετακινούνται πληθυσμοί, εμφανίζεται φτώχεια κ.λπ. Δεν είναι δηλαδή μόνο ο καύσωνας που προκαλεί τον θάνατο. Αλλάζουν οι συνθήκες ζωής και φέρνουν μακροχρόνιες επιδράσεις – και ψυχολογικές».

Είναι αισιόδοξος; «Μπορεί να γίνουν πολλά. Το ότι θα έχουμε υψηλές θερμοκρασίες και το ότι θα ανέβει το επίπεδο των θαλασσών είναι δεδομένα. Μπορούμε, όμως, να προλάβουμε την επιδείνωση της κατάστασης. Να πάρουμε μέτρα να την αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε – ακόμα δεν έχουμε καλά σχέδια». Αυτή η κινητοποίηση μπορεί να γίνει σε πολλά επίπεδα. Από τις διεθνείς συναντήσεις, τις COP, μέχρι τις πόλεις.

«Υπάρχουν σημαντικά δίκτυα πόλεων που μπορούν και κάνουν αλλαγές. Για παράδειγμα πολλές πόλεις έφτιαξαν πάρκα με βλάστηση, που μειώνει τις θερμοκρασίες. Ή στην Αθήνα ή σε άλλες μεγάλες πόλεις, να μειώσουμε τη χρήση των αυτοκινήτων, να αυξήσουμε τη χρήση των ποδηλάτων, να βελτιώσουμε τις δημόσιες συγκοινωνίες». Βλέποντας στο βλέμμα μας την αμφιβολία αν είναι εφικτό απαντά: «Το έκαναν αλλού, στην Ιταλία π.χ., γιατί όχι κι εδώ!».

Ποια θεωρεί πιο σημαντική από τις εκατοντάδες έρευνες και μελέτες που έχει διευθύνει ή συμμετάσχει; «Θα αναφέρω κάποιες που θεωρώ σημαντικές είτε για την καινούργια γνώση που δημιούργησαν είτε γιατί είχαν επίδραση σε πολιτικές υγείας».

Μια από αυτές έγινε στους πληθυσμούς ιθαγενών στον Περουβιανό Αμαζόνιο. Αμερικανικές εταιρείες κάποια εποχή εκμεταλλευτήκαν το πετρέλαιο της περιοχής, στη συνέχεια έφυγαν. Όταν ανέλαβε το κράτος του Περού, οι ιθαγενείς πίεσαν να διαπιστωθεί αν υπάρχουν επιπτώσεις στο νερό και στην υγεία τους. Ο Μανώλης Κογεβίνας με τους συνεργάτες του ανέλαβαν ως σύμβουλοι και σχεδίασαν μαζί με το περουβιανό κράτος τη μελέτη που κατέγραψε τις επιπτώσεις – έτσι ελήφθησαν τα απαραίτητα μέτρα.

Σημαντικές θεωρεί επίσης τις πρώιμες έρευνες για τις διοξίνες που απέδειξαν ότι είναι καρκινογόνες και στους ανθρώπους. Ως τρίτη αναφέρει τη μελέτη μητέρας – παιδιού Ρέα, την οποία ανέλαβε όταν ήταν στην Κρήτη. «Πήραμε 1.500 γυναίκες που γέννησαν μια συγκεκριμένη χρονιά στον Νομό Ηρακλείου. Αρχίσαμε να τις παρακολουθούμε από τον πρώτο υπέρηχο, στην εγκυμοσύνη και από τότε που γέννησαν αρχίσαμε να παρακολουθούμε και τα παιδιά – σήμερα είναι 17-18 χρονών. Είναι η πιο σημαντική έρευνα μητέρας – παιδιού στην Ελλάδα».

Όταν ξέσπασε η Covid «αποκαλύφθηκε όλη η έλλειψη προετοιμασίας, το ότι δεν είχαμε π.χ. στην Ευρώπη βιομηχανία που φτιάχνει μάσκες και ποδιές και έπρεπε να τα φέρουμε από την Κίνα. Αυτό το θέμα της έλλειψης πρόληψης κάπως έχει αντιμετωπιστεί. Υπήρχε, επίσης, τεράστιο θέμα των ανισοτήτων», λέει και αναφέρει ότι ενώ στη Δυτική Ευρώπη υπήρχαν τα εμβόλια, ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, έμεινε εκτός. «Σε πολλές χώρες της Αφρικής ποτέ δεν έχει γίνει καλή καταγραφή της Covid».

Ο ίδιος συντόνισε στην Καταλωνία μελέτη περίπου 10.000 ατόμων. Ανάμεσα στα πορίσματα ήταν η επίδραση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη σοβαρότητα της νόσησης. «Το είχαν βρει και άλλες, απλώς στη δική μας έρευνα ήταν πολύ ισχυρή η επίδραση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη σοβαρότητα της Covid». Και η long Covid; «Ένα τέταρτο των ατόμων με Covid εμφάνισαν συμπτώματα long Covid. Από αυτούς, περίπου οι μισοί συνέχιζαν να έχουν έπειτα από δύο χρόνια. Τα συμπτώματα περνούν σιγά σιγά. Είναι, όμως, σύνθετο θέμα, δίνει πολλά συμπτώματα και διαγιγνώσκεται δύσκολα».

- Post Down -

Comments are closed.