- Advertisement -

Στον ζωγράφο Απόστολο Χαντζαρά
Είναι τόσα τα ανεκδοτολογικά περιστατικά όσο και τα λεγόμενα του Γιάννη Τσαρούχη, που αισθανόμασταν ότι θα σήμαινε μια πραγματική καταστροφή αν δεν καταγράφονταν την ίδια ακριβώς στιγμή που πραγματοποιούνταν και εκστομίζονταν ώστε να έχει σχηματιστεί ένα αξεδιάλυτο μείγμα μέσα μας, μια πραγματική περιουσία.
Αλλά ενώ μπορεί να θυμηθεί κανείς ποιο ακριβώς ήταν το περιβάλλον, η μέρα ή και η ώρα, όταν στην εκνευρισμένη αντίδραση ενός φίλου του πως «η τιμή από τα κεράσια έχει αγγίξει τις 1.000 δραχμές», τον ίδιον να απαντάει «μα είναι απλό, δεν θα φάμε κεράσια», δεν παύεις να αναρωτιέσαι πώς ακριβώς είχαν εξελιχθεί πολύ σοβαρότερα, σε σχέση με τον ίδιο περιστατικά.
Όπως αίφνης τι είχε ειπωθεί ανάμεσα στον ίδιον και την υπουργό Πολιτισμού και φίλη μου Μελίνα Μερκούρη – είμαστε στα 1985 – την παραμονή της δίκης του (όπως είναι γνωστό είχε κατηγορηθεί, αν είναι δυνατόν, ο Τσαρούχης, για κλοπή βυζαντινών εικόνων) ώστε να μην έχουμε καμιά ανάμνηση της συνομιλίας τους που μας την είχε ωστόσο μεταφέρει καταλεπτώς ενώ είχε ολοκληρωθεί η τηλεφωνική τους επικοινωνία.
Αλλά, αν και δεν θυμόμαστε τι ακριβώς μας είχε πει, άσβηστη παραμένει η εικόνα της ταραχής και της αναστάτωσής του, την παραμονή της δίκης του πάντα, γύρω στις 2 τα ξημερώματα, όταν αδυνατώντας να κοιμηθεί, είχε πει: «Αισθάνομαι σαν μια κατσαρίδα που έπεσε ανάσκελα στην μπανιέρα και δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί».
Παραμένει απορίας άξιο πώς ένας καλλιτέχνης τόσο σεβαστός πανταχόθεν και μιας αδιαμφισβήτητης ειλικρίνειας, η διαμαρτυρία του είτε αφορούσε στον ίδιον είτε σε έναν τρίτο να αδυνατεί να αποκαταστήσει την αλήθεια, με τη διαιώνιση ωστόσο αυτής της «αδυναμίας» να αναγνωρίζουμε σήμερα πως έχει συμβάλει τα μέγιστα στη μυθοποίηση του Τσαρούχη.
Είχε προσπαθήσει πολλές φορές, ενόσω ζούσε, να γίνει γνωστό ότι η πατρότητα της περίφημης φράσης «Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις», δεν ανήκε στον ίδιο, την είχε πει ο πολύ καλός ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος (πέθανε κατά τη διάρκεια της χούντας στο Παρίσι), και ότι ο ίδιος ο Τσαρούχης την είχε διαδώσει όπως ο Απόστολος Παύλος τον Λόγο του Χριστού. Είχε φτάσει μάλιστα στο σημείο – υποτιμώντας μάλλον τον εαυτό του – να προσθέσει πως στο μέλλον θα λογαριάζεται σαν ένα είδος Ναστρεντίν Χότζα – δεν θα ξέρουν οι άνθρωποι τι ακριβώς είχε ή δεν είχε πει.
Ένας καλλιτέχνης τόσης ευγένειας ώστε για τις ουρές που σχηματίζονταν ζητώντας ένα σχέδιό του, μια αφιέρωση σε ένα βιβλίο του, κάτι που να θυμίζει ότι υπήρξε μια σχέση μαζί του, να λέει «απλά είμαι ένας μεζές που όλοι θέλουν να τον δοκιμάσουν».
Ήταν τόση άλλωστε η ανιδιοτέλειά του σε σχέση με όσα έλεγε ή έκανε ώστε θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως μόνον ως συμπτωματική, σχεδόν τυχαία, θα ήταν δυνατόν να χαρακτηριστεί η τόση ηχηρή επιβίωσή του όπως μας είναι γνωστή σήμερα.
Όταν συναποφασίσαμε τη συγκέντρωση των κειμένων του σε βιβλία, δεν αναρωτιόταν μόνον πόσα άραγε μπορεί να είναι τα κείμενα αυτά και αν θα ήταν τόσος ο αριθμός τους ώστε να σχηματισθεί έστω και ένας τόμος (τελικά προέκυψαν επτά, οι τέσσερις μετά τον θάνατό του), αλλά και πού άραγε μπορεί να βρίσκονται τα κείμενα αυτά.
Με μόνη βοήθεια από πλευράς του, όσον αφορά στον εντοπισμό των κειμένων του, την πληροφορία πως θα πρέπει να ήταν στην εφημερίδα «Ελευθερία», όπου είχαν δημοσιευθεί οι εντυπώσεις του από το φεστιβάλ του Σπολέτο σε τρεις μάλιστα συνέχειες.
Πότε; Η απάντησή του ήταν: Ή το 1955, ή το 1956, ή το 1957. Με τις επισημάνσεις, τις ιδιοφυείς παρατηρήσεις και τις αποφθεγματικές του διατυπώσεις, που όσο πιο θαυμαστές ακούγονταν στους άλλους, τόσο λιγότερο συγκινούσαν τον ίδιον, ώστε να υπάρχει ως μόνιμη επωδός στα χείλη του η φράση ότι αδίκως του πιστώνονται θαυμαστικά όσα λέει, αφού «ο ίδιος παραμένει απλά το χωνί που έχει επιλεγεί (από ποιον;) για να ακουστούν όσα τελικά εκστομίζει».
Τόσης αξιοπρέπειας άτομο ώστε όταν σε ερώτηση που του γινόταν τα τελευταία χρόνια της ζωής του γιατί χρειάζεται τόσο κόσμο γύρω του, να απαντά, χωρίς να ακούγεται ως παράπονο «μα δεν έχω χέρια, δεν έχω πόδια, δεν έχω μάτια».
Ούτε επίσης να ακούγεται ως αλαζονικό όταν συνεργάτης του, ενώ τον είδε να φεύγει για να πάει στο «Χάραμα» να χορέψει ζεϊμπέκικο, ακούγοντας τον Τσιτσάνη, του είπε: «Μα πού πας βρε Γιάννη, σέρνεσαι», να απαντά: «Μα αφού αυτός είμαι;».
Τόσο προσεκτικός επίσης προκειμένου να μην πληγώσει τον οποιονδήποτε είτε ζούσε είτε είχε πεθάνει ώστε μας μένει ακόμα ένα άλυτο μυστήριο πώς αυτός ο τόσο ευγενής άνθρωπος και δημιουργός, το βράδυ της 26ης Αυγούστου του 1987, όταν πληροφορηθήκαμε τη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή, στο σπίτι της Λητώς Κατακουζηνού, είχε πει χωρίς ίχνος θυμού ή οργής, αλλά με περιφρονητικό, απαξιωτικό τρόπο: «Είχε τον θάνατο που του άξιζε».
Όσο κι αν ο δημιουργός του «Τρίτου Στεφανιού» τον είχε ταλαιπωρήσει αφάνταστα, ιδιαίτερα την εποχή που είχαν συγκατοικήσει σε μια τριώροφη οικοδομή στο Σύνταγμα (την επονομαζόμενη, λόγω της διαχειρίστριάς της που την έλεγαν Κατίνα, «Κατινέ Παλάς»), αλλά κυρίως γιατί ο Ταχτσής είχε προσέλθει ως μάρτυρας κατηγορίας του Τσαρούχη και υπεράσπισης ενός νεαρού που κατηγορούνταν για την κλοπή ενός έργου του δημιουργού του «Ναύτη που διαβάζει», και πάλι η «ετυμηγορία» του εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ του Αυγούστου παραμένει ανεξήγητη.
Τόσο περισσότερο που ο Ταχτσής, από οποιαδήποτε σκοπιά, κι αν τον δεις, όσο κι αν δεν του ήταν αδιάφορη μια κάποιας μορφής κοινωνική καταξίωση, υπήρξε ένα άτομο με εντονότατη περιθωριακή συμπεριφορά και ως τέτοιο θα δικαιούνταν, από πλευράς του Τσαρούχη, που λάτρευε κυριολεκτικά τα αποσυνάγωγα κοινωνικώς άτομα, μια μετριοπαθέστερη αντιμετώπιση σε σχέση με την εκφρασμένη.
Ήταν μάλιστα τόση η λατρεία του για τα άτομα αυτά ώστε την απένειμε χωρίς διάκριση είτε αφορούσε στην Μαρίκα Παλαίστη και στον Αρμάνδο Δελαπατρίδη, είτε σε μια ξεφωνημένη συνοικιακή αδελφή, είτε στη Μαρία Κάλλας (ναι, ναι, στην Κάλλας), και στον Πιερ-Πάολο Παζολίνι, έστω και αν για τους δυο τελευταίους θα έπρεπε να είσαι πολύ ευαίσθητος για να τους αναγνωρίσεις το στοιχείο του «περιθωριακού» και του «αποσυνάγωγου».
Comments are closed.