- Advertisement -

Αυτόν τον τίτλο, «Μια ξαφνική αναλαμπή φωτός», δίνει ο βρετανός ιστορικός Ντέιβιντ Τόμσον στο τελευταίο του βιβλίο, που έχει προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις τόσο στη Βρετανία όσο και στην Αμερική όπου κατοικεί.
Και ο λόγος αυτών των συζητήσεων είναι ότι ο 85χρονος συγγραφέας, ένας άνθρωπος που έχει περάσει δεκαετίες στο σινεμά και είναι σήμερα ένας από τους πιο γνωστούς κινηματογραφικούς κριτικούς στον αγγλόφωνο κόσμο, αποφάσισε ξαφνικά ότι το Χόλιγουντ βγάζει στους θεατές τα χειρότερά τους ένστικτα και ότι ο κινηματογράφος ευθύνεται ακόμη και για την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.
Όπως γράφουν οι «Financial Times», είναι σαν τα κοράκια όχι μόνο να εγκαταλείπουν το Tower of London, αλλά να του βάζουν και μηδέν στο ΤripAdvisor. Για να αποδείξει ότι ο κινηματογράφος μάς έχει καταστρέψει, ο Τόμσον χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα.
Αν δούμε ένα φίδι να επιτίθεται σε ένα παιδί, θα τρέξουμε αμέσως να σώσουμε το παιδί, αν όμως δούμε την ίδια σκηνή σε μια ταινία, θα την παρακολουθήσουμε ατάραχοι, ίσως και με μια νοσηρή ικανοποίηση. «Μας επιτράπηκε να βλέπουμε σινεμά ως ηδονοβλεψίες», γράφει. «Παρακολουθούμε από την πολυθρόνα μας το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σε δύο συμμορίες και νομίζουμε ότι είναι κάτι φυσιολογικό».
Τρία είναι τα βασικά σημεία της συντριπτικής κριτικής που ασκεί ο συγγραφέας.
Το ένα είναι ότι η κάμερα αγαπά τη βία και ότι ο κινηματογράφος κολακεύει τους δολοφόνους και εκτραχύνει τους θεατές. Ο ίδιος, ας πούμε, έπιασε στο παρελθόν τον εαυτό του να προσπαθεί να το παίξει σκληρός, όπως ο Ρόμπερτ Μίτσαμ.
Είναι αλήθεια όμως – αναρωτιέται ο Μάικλ Ο’ Ντόνελ στο «Atlantic» – ότι ο κινηματογράφος είναι πιο βίαιος από τη μουσική ή τη λογοτεχνία; Εχει ακούσει ο συγγραφέας death metal και gangsta rap; Μπορεί το «Οσα παίρνει ο άνεμος» να ασκεί βία κατά της ιστορίας αναπαράγοντας προπολεμικούς μύθους του Νότου, αλλά σε βιβλίο δεν βασίζεται; Aν ένα μέρος του κινηματογράφου είναι βίαιο, ο λόγος είναι ότι το ζητά ο θεατής, και καλά κάνει, αφού ο θάνατος είναι ένα από τα σπουδαία αντικείμενα της τέχνης.
Ο δεύτερος ισχυρισμός του Τόμσον είναι ότι ο κινηματογράφος είναι εν τέλει κατώτερος από τη λογοτεχνία. «Το βιβλίο έχει τόσο μεγαλύτερη υπομονή από την οθόνη», γράφει. «Μας βοηθά να νιώσουμε την έφηβη, στενόμυαλη δύναμη των ταινιών. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει το σινεμά είναι να συλλάβει το εύρος της φαντασίας».
Οι δύο μορφές τέχνης δεν είναι όμως απαραίτητο να βρίσκονται σε ανταγωνισμό, παρατηρεί ο αρθρογράφος του «Atlantic». Ναι, η λογοτεχνία μάς μεταφέρει στο μυαλό των χαρακτήρων, αλλά οι ταινίες συνδυάζουν τη φωτογραφία και τη μουσική με έναν τρόπο που τα βιβλία δεν έχουν. Η τέχνη δεν είναι διαγωνισμός, αλλά η επιδίωξη της ομορφιάς και της αλήθειας.
Ο κινηματογράφος δίνει έμφαση στο εντυπωσιακό και όχι στην καθημερινή ζωή, υποστηρίζει τέλος ο βετεράνος κινηματογραφικός κριτικός. Ποιος είπε, όμως, ότι πηγαίνουμε να δούμε μια ταινία ή διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα για να δούμε πώς είναι η αληθινή ζωή; Ο ίδιος προτιμά τη «Ζώνη Ενδιαφέροντος» του Τζόναθαν Γκλέιζερ, επειδή είναι ρεαλιστική, από τον «Πόλεμο των Αστρων». Και δεν μπορεί δηλαδή σε κάποιον να αρέσουν και οι δύο;
Όσο για το παράδειγμα με το παιδί και το φίδι, ούτε αυτό είναι πειστικό.
Τίποτα δεν μας εμποδίζει, βγαίνοντας από τον κινηματογράφο όπου παρακολουθήσαμε αμέριμνοι ή λιγότερο αμέριμνοι μια τέτοια σκηνή, να παρέμβουμε στον δρόμο για το σπίτι ώστε να σώσουμε ένα παιδί που κινδυνεύει. Όταν αγοράζουμε ένα εισιτήριο για μια ταινία, σημειώνει ο Στίβεν Σμιθ στους «Financial Times», γνωρίζουμε ότι αγοράζουμε τη διαφυγή από την πραγματικότητα, ένα προϊόν εξίσου παλιό με τα τσίρκα και τις αρένες της αρχαίας Ρώμης.
Εκεί όπου ο Τόμσον έχει δίκιο, είναι στη διαπίστωσή του ότι η ψυχαγωγία και η πολιτική μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Από το σημείο αυτό, βέβαια, μέχρι να ενοχοποιείται ο κινηματογράφος για το φαινόμενο Τραμπ, υπάρχει μια μεγάλη απόσταση.
Ο αμερικανός πρόεδρος δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει τη MAGA brand χωρίς να χρησιμοποιήσει τεχνάσματα από τη βιομηχανία της εικόνας, αλλά η ανάδυσή του είναι ασφαλώς αποτέλεσμα πιο ευτελών ενστίκτων.
Ντέιβιντ Τόμσον (1941 – )
Ο Σκοτ και ο Κιούμπρικ
H «Ξαφνική αναλαμπή φωτός» είναι κατ’ αρχήν μια ιστορία του κινηματογράφου.
Ξεκινώντας από τον Ζορζ Μελιές και καταλήγοντας στην Anora, ο Τόμσον καταπιάνεται με τον βωβό κινηματογράφο, με την εποχή των στούντιο, με το Νέο Χόλιγουντ και με το streaming. Δεν κρύβει την αντιπάθειά του για ορισμένους σκηνοθέτες.
«Η ψυχή του Ρίντλει Σκοτ διαμορφώθηκε χάρις στη διαφήμιση», γράφει.
«Αν ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ ήταν πιο χαλαρός, θα ήταν ένας πραγματικός καλλιτέχνης και όχι ένας φοβισμένος δικτάτορας».
Στην ηλικία του, και έχοντας μια τόσο μεγάλη εμπειρία από ταινίες, ο Τόμσον δικαιούται ασφαλώς και να προβοκάρει, και να λύσει λογαριασμούς, και να πει υπερβολές. Πιστεύει όμως στ’ αλήθεια ότι, όση ζημιά κι αν έχει κάνει το σινεμά, μπορεί να συγκριθεί με τις καταστροφικές επιπτώσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της τεχνητής νοημοσύνης;
Comments are closed.