- Advertisement -

Μπορεί ο δράστης να κληρονομεί το θύμα του;

Μπορεί ο δράστης να κληρονομεί το θύμα του;
2

- Advertisement -

Μπορεί ο δράστης εγκλήματος να κληρονομήσει το θύμα του; Ακούγεται εξωφρενικό, αλλά έχει συμβεί διαχρονικά. Φυσικά το Κληρονομικό Δίκαιο προέβλεπε και προβλέπει διαδικασία για την αποφυγή τέτοιων καταστάσεων, οι διαδικασίες που πρέπει όμως να ακολουθηθούν από τους υπόλοιπους συγγενείς ή εν γένει τους έχοντες το έννομο συμφέρον να κληρονομήσουν είναι απαιτητικές, ενώ ενδέχεται οι εκ των πραγμάτων ενδιαφερόμενοι να τις αγνοούν.

Πρόσφατο παράδειγμα που είχε δει και το φως της δημοσιότητας προκαλώντας αντιδράσεις στην κοινή γνώμη ήταν αυτό που αφορούσε την κληρονομιά της δολοφονημένης το 2016 από τον σύζυγό της Εφης Τσιχλάκη. Στην υπόθεση Τσιχλάκη αρχικά ο κατηγορούμενος για τη δολοφονία σύζυγός της είχε ισχυριστεί ότι επρόκειτο για αυτοκτονία, με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να δέχεται τον ισχυρισμό του. Υστερα από εισαγγελική έφεση στην πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση οδηγήθηκε στο Εφετείο, με το δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αναγνωρίζοντάς του ελαφρυντικό μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς.

Το ελαφρυντικό αναιρέθηκε από τον Αρειο Πάγο, με την υπόθεση να επιστρέφει για νέα κρίση στο Εφετείο, το οποίο εν τέλει, πλειοψηφικά, απέρριψε το ελαφρυντικό. Στο μεταξύ, όπως είχε καταγγείλει το 2024 σε μέσα ενημέρωσης και κοινωνικά δίκτυα ο δικηγόρος και μέλος της οικογένειας Τσιχλάκη Εμμανουήλ Αθανασίου, ο καταδικασθείς για τον φόνο προσπαθούσε να πουλήσει το σπίτι της Εφης Τσιχλάκη.

Γιατί συνέβη αυτό; Για τον απλό λόγο ότι ο – εφετειακά – καταδικασθείς για τη δολοφονία της Εφης Τσιχλάκη σύζυγός της την είχε κληρονομήσει κανονικά. Το Κληρονομικό Δίκαιο στο 9ο κεφάλαιό του προέβλεπε και προβλέπει τη δυνατότητα να κηρυχθεί κάποιος ανάξιος κληρονομικά (άρθρα 1860 και 1862 του ΑΚ) για διάφορους λόγους, με έναν από αυτούς να είναι και η από πρόθεση θανάτωση του κληρονομουμένου.

Η κήρυξη όμως της αναξιότητας δεν γίνεται αυτόματα, αλλά επέρχεται κατόπιν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης μετά την άσκηση διαπλαστικής αγωγής από τους έχοντες το έννομο συμφέρον (δηλαδή τους υπόλοιπους κληρονόμους). Εν προκειμένω στην υπόθεση Τσιχλάκη (στην οποία εκκρεμεί έκδοση απόφασης από τον Αρειο Πάγο για αίτηση αναίρεσης της ποινής του που άσκησε ο καταδικασθείς σύζυγός της) η οικογένειά της ασχολήθηκε μόνο με το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, προκειμένου να αποδείξει ότι η Εφη δεν αυτοκτόνησε αλλά δολοφονήθηκε, και αδιαφόρησε για το αστικό μέρος, δηλαδή το κληρονομικό. Το να κληρονομήσει ο δράστης το θύμα του έχει συμβεί και άλλες φορές, όπως μαρτυρά η έρευνα στην ελληνική δικαστηριακή νομολογία, ακριβώς για τον λόγο ότι η κληρονομική αναξιότητα δεν επέρχεται αυτόματα.

Οι φετινές αλλαγές

Με το νέο Κληρονομικό Δίκαιο που ψηφίστηκε φέτος και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τον Μάιο του 2026 αναμορφώθηκε ο θεσμός της κληρονομικής αναξιότητας (άρθρα 1858-1869 του νέου ΑΚ) με σκοπό να ομοιάζει περισσότερο με όσα γίνονται δεκτά και σε άλλες έννομες τάξεις. Συγκεκριμένα διευρύνθηκαν οι λόγοι κήρυξης κάποιου ως ανάξιου, προσδιορίστηκαν τα πρόσωπα που μπορούν να ασκήσουν τη σχετική διαπλαστική αγωγή, επιμηκύνθηκε η προθεσμία άσκησης του εν λόγω δικαιώματος κ.ά. Για την επέλευση της αναξιότητας κρίσιμο είναι να υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δηλαδή να έχει εκδικαστεί και σε δεύτερο βαθμό κατόπιν έφεσης ή να έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση έφεσης.

Το νέο Κληρονομικό όμως εισήγαγε και μια νέα έννοια, αυτή της κληρονομικής ανικανότητας. Οπως διατυπώνεται αυτή στο νέο άρθρο 1857 ΑΚ: «Αυτοδικαίως ανίκανος να κληρονομήσει είναι όποιος καταδικάστηκε αμετάκλητα για τη θανάτωση, την απόπειρα θανάτωσης του κληρονομουμένου ή την τέλεση εις βάρος του άλλου κακουργήματος που αφορά τη ζωή, την υγεία ή τη γενετήσια ελευθερία του.

Η κληρονομία επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν ο ανίκανος δεν ζούσε κατά την επαγωγή. Η επαγωγή θεωρείται ότι έγινε κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου». Η διάταξη αυτή φαίνεται αρκετά όμοια με τη διάταξη για την αναξιότητα, όμως εν προκειμένω ο νομοθέτης μιλάει για «αυτοδίκαιη» επέλευση της ανικανότητας ύστερα από αμετάκλητη απόφαση, δηλαδή μετά την εξάντληση κάθε ένδικου μέσου, ακόμα και αναίρεσης για παράδειγμα στον ανώτατο βαθμό, δηλαδή στον Αρειο Πάγο.

Η λέξη «αυτοδικαίως» όμως δεν σημαίνει ότι η αναγνώριση της κληρονομικής ανικανότητας θα συμβαίνει αυτόματα, από κάποιον θα πρέπει κάπως να προταθεί. Αλλωστε για την αποδοχή της κληρονομιάς παρουσιάζονται από τον εν δυνάμει κληρονόμο μια σειρά από πιστοποιητικά, συνεπώς ο συμβολαιογράφος δεν μπορεί να γνωρίζει τυχόν ανικανότητα του κληρονόμου, όπως αυτή ορίζεται στη διάταξη 1857. Μένει να δούμε αν θα αποσαφηνιστεί με κάποια εγκύκλιο, για παράδειγμα, ο τρόπος της «αυτοδίκαιης» επέλευσης της ανικανότητας. Νομικοί κύκλοι, πάντως, σημειώνουν στα «ΝΕΑ» πως και εδώ θα πρέπει να εγερθεί ενδεχομένως κάποια αναγνωριστική αγωγή από τους έχοντες το έννομο συμφέρον.

- Post Down -

Comments are closed.