- Advertisement -

Σουπερμάρκετ, λαϊκή, κρεοπωλείο: Ο εφιάλτης κάθε νοικοκυριού

Σουπερμάρκετ, λαϊκή, κρεοπωλείο: Ο εφιάλτης κάθε νοικοκυριού
2

- Advertisement -

Η διαπίστωση είναι πλέον γνωστή σε όλες και όλους: εδώ και χρόνια, οι τιμές στα προϊόντα που ονομάζονται «πρώτης ανάγκης», είναι δηλαδή απολύτως αναγκαία σε κάθε άνθρωπο και οικογένεια για να μπορεί να ισχυρίζεται ότι ζει αξιοπρεπώς, εκτοξεύονται μέρα με τη μέρα. Και μάλιστα, χωρίς κανείς να γνωρίζει πού βρίσκεται το «ταβάνι» τους.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι σχεδόν στο σύνολο των ερευνών οι Ελληνες θεωρούν την ακρίβεια το μεγαλύτερο πρόβλημά τους. Κάτι που αναγνωρίζει και η κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να έχει δώσει λύσεις. Σε συνδυασμό δε με τους χαμηλούς μισθούς (η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση από το τέλος στην ΕΕ), τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα.

Σε αυτό το φόντο, «ΤΑ ΝΕΑ» επιχείρησαν μια αυτοψία στους χώρους οι οποίοι τείνουν να μετατραπούν σε… εφιάλτη για τη μέση ελληνική οικογένεια: το σουπερμάρκετ, τη λαϊκή αγορά, το κρεοπωλείο. Προσπαθήσαμε να διαπιστώσουμε, με βάση τις τιμές στις ταμπέλες, πόσα χρήματα απαιτούνται για να προμηθευτεί κανείς τα βασικά είδη που χρειάζεται για τη διατροφή του και την υγιεινή του – ατομική και οικιακή.

Στη συνέχεια, με βάση και τα διαθέσιμα στοιχεία, υπολογίσαμε τα υπόλοιπα έξοδα που βαρύνουν κάθε μήνα μια τετραμελή οικογένεια – με δύο εργαζόμενους γονείς και δύο παιδιά. Ξεχωρίσαμε δε, ως οφείλαμε, δύο υποκατηγορίες: μία εκείνων των νοικοκυριών που κατοικούν σε ιδιόκτητο σπίτι και μία όσων είναι αναγκασμένα να πληρώνουν ενοίκιο.

Σημειώνεται, επίσης, ότι προτού αθροίσουμε τα παραπάνω ποσά για να καταλήξουμε στο τελικό συμπέρασμα, κάναμε ορισμένες αποδοχές: Ο προγραμματισμός των προμηθειών είναι εξαιρετικά αυστηρός και δεν παραβιάζεται, τα εξτρά έξοδα περιορίζονται διά ροπάλου, ενώ πολιτιστικές δραστηριότητες, έξοδοι και διασκέδαση έχουν περιοριστεί δραστικά. Οσο για τις διακοπές, την ένδυση και την υπόδηση, τις δόσεις πιθανών δανείων και άλλα «συναφή», υποθέτουμε – προφανώς αυθαίρετα – ότι καλύπτονται από τον 13ο και τον 14ο μισθό.

Κάπως έτσι και παρά τις προσπάθειές μας για αυστηρότητα και περικοπές, διαπιστώσαμε ότι ο προϋπολογισμός ενός μέσου ελληνικού νοικοκυριού είναι ελλειμματικός καθώς τα έξοδα για τα αναγκαία ξεπερνούν τα έσοδα. Είτε οριακά, σε περίπτωση ιδιοκατοίκησης, είτε σε βαθμό… χρεοκοπίας όταν υπάρχει ενοίκιο.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές: αντέχει το μέσο νοικοκυριό να δίνει τον έναν από τους δύο μισθούς σε σουπερμάρκετ, λαϊκή αγορά και κρεοπωλείο ή αναγκαστικά θα υποβαθμίσει την ποιότητα της ζωής του;

Πρώτη στάση: Σουπερμάρκετ

Με πρώτη στάση στο σουπερμάρκετ, το εβδομαδιαίο καλάθι για μια τετραμελή οικογένεια αποκαλύπτει το αυξανόμενο κόστος των βασικών αγαθών, από τα τρόφιμα μέχρι τα είδη καθαρισμού και προσωπικής υγιεινής. Σύμφωνα με ενδεικτικές τιμές σε διάφορα προϊόντα, τα οποία δεν είναι ούτε φτηνά αλλά και ούτε ακριβά, το συνολικό ποσό που απαιτείται για τις εβδομαδιαίες ανάγκες μιας οικογένειας πλησιάζει τα 150 ευρώ.

Μερικά παραδείγματα πείθουν για του λόγου το αληθές: Οσον αφορά τα είδη διατροφής, δύο μεγάλες συσκευασίες ψωμιού σε φέτες κοστίζουν περίπου 2,80 ευρώ. Για 25 φέτες τυρί γκούντα η τιμή φτάνει τα 3,50 ευρώ, ενώ για ισάριθμες φέτες γαλοπούλας απαιτούνται περίπου 5 ευρώ.

Επίσης, για τρία λίτρα γάλα (που είναι αμφίβολο και αν επαρκεί…) η δαπάνη διαμορφώνεται περίπου στα 5 ευρώ. Η φέτα, σε ποσότητα μισού κιλού, κοστίζει άλλο τόσο, ενώ για ενάμισι κιλό στραγγιστό γιαούρτι ο καταναλωτής πληρώνει πάνω από 8 ευρώ. Για 300-400 γραμμάρια τριμμένου τυριού – απαραίτητου στα ζυμαρικά, τρία πακέτα από τα οποία κοστίζουν περίπου 2,50 ευρώ – το αντίτιμο ανέρχεται γύρω στα 5 ευρώ, ενώ ο λογαριασμός αυξάνεται κι άλλο για μισό κιλό κασέρι ή άλλου είδους κίτρινου τυριού.

Συνεχίζοντας, μια συνήθης συσκευασία μαρμελάδας έχει μέση τιμή πάνω από 3,50 ευρώ, μισό κιλό μέλι 5-6 ευρώ (αυτό ίσως και να διαρκέσει δύο εβδομάδες), ενώ τα δημητριακά για το πρωινό κυμαίνονται από 3,50 έως και 5,50 ευρώ. Ακόμα για μία μεγάλη συσκευασία γαλλικού καφέ η μέση τιμή αγγίζει σήμερα τα 8 ευρώ. Στα υπόλοιπα είδη διατροφής, η μαργαρίνη κοστίζει 3 ευρώ και το βούτυρο 3,17 ευρώ, ενώ τα όσπρια (500 γραμμάρια) τιμώνται στα 1,68 ευρώ. Δύο συσκευασίες συμπυκνωμένου ντοματοχυμού κοστίζουν 2,20 ευρώ, ενώ ένα κατεψυγμένο λαδερό φαγητό, όπως τα φασολάκια, κυμαίνεται κοντά στα 2,50 ευρώ.

Μια έτοιμη τυρόπιτα που μπορεί να ψηθεί στον φούρνο για ένα πρόχειρο βραδινό στοιχίζει πάνω από 6-7 ευρώ. Για δώδεκα αβγά (όχι βιολογικά φυσικά) η ελληνική οικογένεια δαπανά περίπου 3,50 ευρώ. Μια εξάδα αναψυκτικά κοστίζει 4,30 ευρώ και τρία λίτρα χυμός περίπου 7 ευρώ. Δύο συσκευασμένα κέικ φτάνουν τα 7,50 ευρώ, ενώ ένα λίτρο λάδι αγγίζει τα 7 ευρώ. Περνώντας στα είδη προσωπικής υγιεινής, η μέση τιμή για μια μέτρια συσκευασία σαμπουάν είναι 3,30 ευρώ, για ένα αφρόλουτρο 2,70 ευρώ και για ένα κοντίσιονερ 3,60 ευρώ. Η οδοντόκρεμα φτάνει ή ξεπερνά τα 2 ευρώ, όσο και το κρεμοσάπουνο. Ενα μεγάλο πακέτο μωρομάντιλα κοστίζει τουλάχιστον 1,50 ευρώ και ένα πακέτο σερβιέτες περίπου 2,50 ευρώ.

Οσον αφορά τα προϊόντα οικιακού καθαρισμού, το καθαριστικό πατώματος ξεπερνά τα 2 ευρώ, για τα τζάμια 1,70-1,80 ευρώ και η χλωρίνη σχεδόν 1,50 ευρώ. Ενα μπουκάλι καθαριστικού πιάτων φτάνει ή ξεπερνά το 1 ευρώ, ενώ οι ταμπλέτες για πλυντήριο πιάτων ανεβαίνουν πάνω από τα 6-7 ευρώ (αν και κρατούν για πάνω από μία εβδομάδα). Για δέκα ρολά χαρτί υγείας τριών ή τεσσάρων φύλλων, η τιμή αγγίζει τα 5 ευρώ, ενώ δύο πακέτα χαρτοπετσέτες και δύο ρολά χαρτί κουζίνας κοστίζουν συνολικά 2,40 ευρώ.

Ετσι, προσθέτοντας περίπου 10 ευρώ για διάφορες άλλες δαπάνες ανάλογα και με το νοικοκυριό, το ποσό για ένα εβδομαδιαίο σουπερμάρκετ φτάνει εύκολα τα 150 ευρώ.

Δεύτερη στάση: Η λαϊκή της γειτονιάς

Τα φρούτα και τα λαχανικά είναι ήδη απαραίτητα, που συνήθως δεν απουσιάζουν από το τραπέζι της ελληνικής οικογένειας. Εφόσον δε επιλέξει να τα προμηθευτεί από τη λαϊκή αγορά της γειτονιάς της – κάτι που κάνουν πολλοί, τόσο λόγω των τιμών όσο και της προσωπικής επαφής και της «κουλτούρας» που έχει αναπτυχθεί – θα χρειαστεί περίπου 35 ευρώ την εβδομάδα για τα απολύτως βασικά.

Ο παραπάνω αριθμός προκύπτει από τις τιμές που καταγράφηκαν στη λαϊκή αγορά της Νέας Σμύρνης, που θεωρείται ότι από άποψη τιμών κινείται σε ένα μέσο επίπεδο και αποτυπώνουν το κόστος του «καλαθιού». Εκεί λοιπόν, σύμφωνα με την αυτοψία, για τρία κιλά πατάτες η δαπάνη ανέρχεται σε 3 ευρώ, ενώ για δύο κιλά ντομάτες σε περίπου 4 ευρώ – με τα ντοματίνια να κοστίζουν το διπλάσιο. Ενα κιλό αγγούρια κοστίζει 1,50 ευρώ και ένα κιλό κρεμμύδια 1 ευρώ.

Για ένα κιλό λεμόνια, επίσης, απαιτούνται 1,50-2 ευρώ, ενώ ενάμισι κιλό μπανάνες κοστίζουν περίπου 3 ευρώ. Η οικογένεια θα πληρώσει ακόμη 2,50 ευρώ για τρία κιλά πορτοκάλια, 7-9 ευρώ για ένα κιλό κεράσια και από 2 ευρώ για ένα κιλό ροδάκινα και ένα κιλό βερίκοκα. Στο καλάθι προστίθενται δύο μαρούλια με κόστος 1 ευρώ και ένα κιλό χόρτα στο 1,50 ευρώ. Τέλος, για δύο κιλά λαχανικά εποχής, δηλαδή μελιτζάνες, κολοκύθια και πιπεριές, το κόστος φτάνει περίπου τα 3 ευρώ.  Εάν, τέλος, θελήσει να αγοράσει από εκεί ψάρια δύο φορές τον μήνα (μπορεί να το κάνει και στο σουπερμάρκετ), τότε θα πρέπει σίγουρα να υπολογίσει ένα αντίτιμο της τάξεως των 10 ευρώ την εβδομάδα.

Τελευταία στάση: Κρεοπωλείο

Για να συμπληρώσει η τετραμελής οικογένεια τις εβδομαδιαίες ανάγκες της, θα πρέπει να επισκεφθεί και το κρεοπωλείο. Εκεί όπου οι αγορές κοστίζουν επίσης πολύ, ακόμη και στην περίπτωση που η κατανάλωση δεν είναι καθημερινή.

Το «καλάθι» του κρεοπωλείου που εξετάσαμε, συγκεκριμένα, αποτελείται από τέσσερις χοιρινές μπριζόλες οι οποίες κοστίζουν περίπου 12 ευρώ, από ένα μεσαίου μεγέθους κοτόπουλο που φτάνει τα 6-7 ευρώ (μπορεί να μαγειρευτεί στον φούρνο) και από ένα κιλό μοσχαρίσιο κιμά το κόστος του οποίου αγγίζει τα 18 ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο, το συνολικό κόστος μιας εβδομαδιαίας επίσκεψης στο κρεοπωλείο, που δεν περιλαμβάνει ούτε κατσίκι-αρνί ούτε κάποιες άλλες λιχουδιές, φτάνει άνετα τα 40 ευρώ.

Και πιο ακριβά και λιγότερο ποιοτικά

«Τα προηγούμενα χρόνια τα ίδια προϊόντα από όσα καλύπτουν τις βασικές μας ανάγκες ήταν 50% έως και 60% πιο φτηνά», δηλώνει στα «ΝΕΑ» ο Γιώργος Λεχουρίτης, πρόεδρος του Ινστιτούτου Καταναλωτών Ελλάδος. «Τη μεγαλύτερη αύξηση την έχουμε δει στα κρέατα, στα τυροκομικά και σε αρκετά εισαγόμενα προϊόντα». Σύμφωνα με τον Γ. Λεχουρίτη, η ίδια αύξηση στις τιμές υπάρχει και σε φρούτα και λαχανικά. «Η αύξηση της τιμής δεν οφείλεται στον παραγωγό, αλλά στον μεσάζοντα, καθώς όταν αγοράζει ένα προϊόν από τους παραγωγούς μπορεί να αυξήσει την τιμή του ακόμα και 300-400%», λέει.

Πέραν όμως της διαπίστωσης ότι η τιμή είναι διπλάσια στα περισσότερα προϊόντα, υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα: «Και η ποιότητα έχει πέσει», διαπιστώνει ο ίδιος και προσθέτει: «Με τα σημερινά δεδομένα, λοιπόν, το καλύτερο είναι να αγοράζουμε μικρότερες ποσότητες ποιοτικών προϊόντων παρά μεγάλες φτηνών και αμφιλεγόμενων. Δυστυχώς το μόνο σίγουρο είναι ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται».

- Post Down -

Comments are closed.