- Advertisement -

Εκατό ημέρες μετά την έναρξη της κρίσης που προκάλεσαν οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν και η αναστάτωση στη ναυσιπλοΐα του Στενού του Ορμούζ, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο ενεργειακό λογαριασμό-σοκ. Σύμφωνα με πρόσφατες εκθέσεις ευρωπαϊκών οργανισμών και φορέων της αγοράς ενέργειας, το επιπλέον κόστος που έχει επωμιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση από την ενεργειακή αναταραχή ανέρχεται ήδη σε 62 δισεκατομμύρια ευρώ, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τη στρατηγική ευαλωτότητα της ηπείρου απέναντι στις διεθνείς γεωπολιτικές κρίσεις.
Η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή επανέφερε στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που η Ευρώπη θεωρούσε ότι είχε αρχίσει να ξεπερνά μετά το σοκ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους οικονομικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία. Το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικό μέρος των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, μετατράπηκε ξανά σε σημείο παγκόσμιας ανησυχίας, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές της ενέργειας και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Jacques Delors, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγκάστηκαν να διαθέσουν περίπου 16 δισεκατομμύρια ευρώ σε έκτακτα μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ το αυξημένο κόστος εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτιμάται ότι ξεπέρασε τα 46 δισεκατομμύρια ευρώ. Συνολικά, η επιβάρυνση φθάνει τα 62 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα ποσό που αντανακλά το πραγματικό οικονομικό βάρος μιας σύγκρουσης στην οποία η Ευρώπη δεν συμμετέχει άμεσα, αλλά υφίσταται τις συνέπειες.
Η ενεργειακή κρίση, ωστόσο, φαίνεται να λειτουργεί και ως καταλύτης για βαθύτερες αλλαγές. Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους αναταραχής, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν περιορίστηκαν σε μέτρα επιδότησης των τιμών, αλλά προχώρησαν σε πολιτικές που ενισχύουν την ηλεκτροκίνηση, τις αντλίες θερμότητας και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Πορτογαλία επιτάχυναν προγράμματα που στοχεύουν στη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Η μεγαλύτερη ίσως είδηση αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Για πρώτη φορά στην ιστορία, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά συστήματα ξεπέρασε σε παγκόσμιο επίπεδο την ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο. Το γεγονός αυτό θεωρείται ορόσημο για την ενεργειακή μετάβαση, καθώς αποδεικνύει ότι οι τεχνολογίες καθαρής ενέργειας μπορούν πλέον να καλύψουν σημαντικό μέρος των ενεργειακών αναγκών των σύγχρονων οικονομιών.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η συμβολή της ηλιακής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της SolarPower Europe, τα υφιστάμενα φωτοβολταϊκά πάρκα εξοικονόμησαν περίπου 12,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε εισαγωγές φυσικού αερίου μέσα σε μόλις εκατό ημέρες. Με άλλα λόγια, η ηλιακή ενέργεια προσέφερε ένα οικονομικό όφελος που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 130 εκατομμύρια ευρώ ημερησίως, περιορίζοντας τις επιπτώσεις της κρίσης στις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Παρά τη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου, η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Μετά τη ρήξη με τη Ρωσία, η Ε.Ε. στράφηκε μαζικά στις εισαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Σήμερα, περίπου τα δύο τρίτα των εισαγωγών LNG της Ευρώπης προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που δημιουργεί μια νέα μορφή εξάρτησης. Η διαφοροποίηση των προμηθευτών παραμένει ζητούμενο, ενώ οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η ασφάλεια εφοδιασμού δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσω της αντικατάστασης ενός προμηθευτή από έναν άλλο.
Η κρίση του Ορμούζ λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η γεωπολιτική είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένες. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δίκτυα ηλεκτρισμού, αποθήκευση ενέργειας και τεχνολογίες εξηλεκτρισμού των μεταφορών και της βιομηχανίας. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τους πρώτους εκατό ημέρες της κρίσης είναι σαφές: κάθε ευρώ που επενδύεται στην ενεργειακή μετάβαση μειώνει την έκθεση της Ευρώπης στις γεωπολιτικές αναταράξεις και ενισχύει τη στρατηγική της αυτονομία.
Για πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους, η κρίση αυτή ίσως αποτελέσει το τελευταίο και πιο ηχηρό καμπανάκι. Η πραγματική ενεργειακή ανεξαρτησία δεν θα προέλθει από νέες εισαγωγές καυσίμων, αλλά από τη δραστική μείωση της ανάγκης για αυτά. Και σε αυτό το πεδίο, η πράσινη μετάβαση δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά ζήτημα οικονομικής επιβίωσης και γεωπολιτικής ασφάλειας.
Comments are closed.