- Advertisement -

Το πρωί της 28ης Απριλίου, ένας 89χρονος άνδρας εισήλθε ανενόχλητος στο Εφετείο Αθηνών οπλοφορώντας. Λίγα λεπτά αργότερα, οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν μέσα στο δικαστικό συγκρότημα προκάλεσαν πανικό και επανέφεραν με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο ένα ερώτημα που εδώ και χρόνια παραμένει αναπάντητο: πόσο ασφαλείς είναι οι χώροι στους οποίους απονέμεται η δικαιοσύνη; Και μαζί του, ένα ακόμη: εξαντλείται, άραγε, το ζήτημα της ασφάλειας στην αποτελεσματική ή μη φύλαξη στις εισόδους, ώστε οι εγκαταστάσεις να μη μοιάζουν με «ξέφραγο αμπέλι» ή μήπως αφορά και άλλα πράγματα, εξίσου σημαντικά;
Η απάντηση είναι – θα έπρεπε, τουλάχιστον, να είναι – ιδιαίτερα δυσάρεστη για τους αρμόδιους: τις εκάστοτε κυβερνήσεις και την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Διότι όσοι έχουν μια στοιχειώδη εικόνα του τι συμβαίνει εκεί, γνωρίζουν καλά ότι πίσω από τις βαριές πόρτες των δικαστικών μεγάρων, κυρίως της Αθήνας, χιλιάδες άνθρωποι, δικαστικοί και υπάλληλοι, δίνουν καθημερινά μάχη μέσα σε κτίρια γερασμένα, ασυντήρητα και – όπως οι ίδιοι καταγγέλλουν – επικίνδυνα.
Η αυτοψία των «ΝΕΩΝ» στα δικαστικά συγκροτήματα της Ευελπίδων, του Εφετείου και του πρώην Ειρηνοδικείου αποτυπώνει μια εικόνα εγκατάλειψης που δύσκολα συνάδει με τον θεσμικό ρόλο της Δικαιοσύνης σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, παραπέμποντας περισσότερο σε Τρίτο Κόσμο. Σοβάδες που αποκολλώνται, οροφές που στάζουν με την πρώτη βροχή, εκτεθειμένα καλώδια, αίθουσες χωρίς επαρκή κλιματισμό ή θέρμανση, πλημμυρισμένα υπόγεια, μεταλλικές ραφιέρες έτοιμες να καταρρεύσουν από το βάρος χιλιάδων δικογραφιών και εργαζόμενοι που προσπαθούν να ανταποκριθούν σε ασφυκτικές συνθήκες υποστελέχωσης και εξάντλησης.
Οι εικόνες που κατέγραψε ο φωτογραφικός φακός είναι αποκαλυπτικές: κουβάδες τοποθετημένοι κάτω από ταβάνια που στάζουν, στοίβες φακέλων σε διαδρόμους και γραφεία, υγρασία στους τοίχους, σκουριασμένα παράθυρα, υπόγειοι χώροι όπου – σύμφωνα με εργαζομένους – έχουν εμφανιστεί ακόμη και τρωκτικά. Σε ορισμένα σημεία, οι δικαστικοί υπάλληλοι εργάζονται δίπλα σε καλώδια και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις εκτεθειμένες στην υγρασία. Σε άλλες περιπτώσεις, ολόκληρες υπηρεσίες λειτουργούν σε γραφεία ασφυκτικά μικρά, χωρίς επαρκή αερισμό, με δεκάδες ανθρώπους να συνυπάρχουν σε χώρους που μοιάζουν να έχουν προ πολλού ξεπεράσει τα όριά τους.
«Βουνά» οι δικογραφίες
Την ίδια στιγμή, οι διάδρομοι των δικαστηρίων θυμίζουν συχνά λαβύρινθο από χαρτοκιβώτια και στοιβαγμένες δικογραφίες. Σε αρκετές υπηρεσίες, οι φάκελοι φτάνουν μέχρι το ύψος των εργαζομένων, αφήνοντας ελάχιστο ελεύθερο χώρο για μετακίνηση και κάνοντας όλους να αναρωτιούνται τι θα συμβεί σε περίπτωση σεισμού. Η αρχειοθέτηση γίνεται πολλές φορές πρόχειρα, όχι από αμέλεια των υπαλλήλων, αλλά λόγω αντικειμενικής αδυναμίας. Ο όγκος αυξάνεται διαρκώς, ενώ οι διαθέσιμοι χώροι και το προσωπικό μειώνονται.
«Οταν λέμε ασφαλείς συνθήκες εργασίας, δεν εννοούμε μόνο περισσότερη αστυνόμευση και συστήματα ασφαλείας αντίστοιχα των αεροδρομίων», λέει ο Φιλήμων Ορκόπουλος, δικαστικός υπάλληλος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Περιγράφει δε μια καθημερινότητα όπου η απειλή δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά προέρχεται και από τα κτίρια. «Ασφαλείς συνθήκες σημαίνει να μη φοβάσαι ότι θα πέσει πάνω σου μια αρχειοθήκη φορτωμένη με εκατοντάδες δικογραφίες. Να μην κινδυνεύεις από ψευδοροφές που καταρρέουν ή από εισροή υδάτων με την πρώτη βροχή. Να υπάρχει γιατρός για να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο περιστατικό. Να μη δουλεύει ένας υπάλληλος για τρεις».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η πίεση δεν είναι μόνο σωματική, αλλά και ψυχολογική. Υπάλληλοι σε ανακριτικά γραφεία και ποινικές έδρες έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με σκληρές υποθέσεις, εγκλήματα και τραυματικές καταθέσεις χωρίς καμία ουσιαστική ψυχολογική υποστήριξη. Οπως λέει, υπάρχουν εργαζόμενοι που παραμένουν επί ώρες σε αίθουσες ακροατηρίων ή ανακριτικά γραφεία ακούγοντας υποθέσεις κακοποίησης ανηλίκων, ανθρωποκτονιών και βαριάς εγκληματικότητας και στη συνέχεια καλούνται να συνεχίσουν κανονικά την εργασία τους, σαν να πρόκειται για μια τυπική διοικητική διαδικασία. «Δεν είναι ασφαλείς συνθήκες όταν ανεβαίνεις με πυρετό στην έδρα επειδή δεν υπάρχει άλλος συνάδελφος», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας, Στρατής Δουνιάς, μιλάει για μια «μακρά αλυσίδα επικίνδυνων γεγονότων» που αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό αλλά διαχρονικό. Οπως περιγράφει, μόλις τους τελευταίους μήνες έχουν σημειωθεί επανειλημμένες πλημμύρες σε δικαστικά κτίρια, πτώσεις σοβάδων, κατάρρευση μεταλλικών ραφιών και τραυματισμοί υπαλλήλων. Σε μία περίπτωση, στο Αρχείο του πρώην Ειρηνοδικείου, εργαζόμενος τραυματίστηκε όταν αποκολλήθηκε μηχανισμός αρχειοθήκης την ώρα που επιχειρούσε να τη μετακινήσει.
«Οι κουβάδες έκαναν την εμφάνισή τους σχεδόν παντού με την πρώτη κακοκαιρία», λέει. «Νερά έπεφταν πάνω σε γραφεία, ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και μηχανήματα. Σε αρκετούς χώρους η ατμόσφαιρα γινόταν αποπνικτική από την υγρασία. Υπάρχουν αίθουσες που έμειναν εκτός λειτουργίας για μήνες επειδή οι ζημιές δεν αποκαταστάθηκαν εγκαίρως».
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, σύμφωνα με τον ίδιο, η κατάσταση των αποθηκευτικών χώρων όπου φυλάσσονται χιλιάδες δικογραφίες. Οι εικόνες με στοιβαγμένους φακέλους σε διαδρόμους και πρόχειρες ραφιέρες αποτελούν πλέον πάγια πραγματικότητα. «Η καθημερινή μεταφορά δικογραφιών γίνεται συχνά με τα χέρια ή με καρότσια σουπερμάρκετ. Οι κίνδυνοι ατυχημάτων είναι διαρκείς», υπογραμμίζει.
Δραματική υποστελέχωση
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν περιορίζεται στην παλαιότητα των κτιρίων. Οι εργαζόμενοι μιλούν για ένα συνολικό πλαίσιο εγκατάλειψης που περιλαμβάνει υποστελέχωση, εξαντλητικά ωράρια και ανεπαρκείς αμοιβές.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο των δικαστικών υπαλλήλων Αθήνας, μόνο στο Πρωτοδικείο της Αθήνας οι κενές οργανικές θέσεις αγγίζουν περίπου τις 450. Στο Εφετείο, όπως λέει, «σε κάθε δικαστή αντιστοιχεί σχεδόν μισός υπάλληλος». Το αποτέλεσμα είναι μια καθημερινότητα υπερεντατικοποίησης, όπου πολλοί εργαζόμενοι παραμένουν στις υπηρεσίες τους έως αργά το βράδυ ή εργάζονται σε εξαντλητικούς ρυθμούς χωρίς επαρκή υποστήριξη.
Δεν είναι λίγες οι φορές που συνεδριάσεις ποινικών δικαστηρίων ολοκληρώνονται μετά τα μεσάνυχτα, με τους γραμματείς και τους δικαστικούς υπαλλήλους να παραμένουν στις θέσεις τους επί δώδεκα και δεκατρείς συνεχόμενες ώρες. Η εικόνα εργαζομένων να επιστρέφουν στα σπίτια τους τα ξημερώματα έχει γίνει σχεδόν κανονικότητα σε ορισμένες υπηρεσίες. «Η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης στηρίζεται στις πλάτες των εργαζομένων», σημειώνει ο Στρατής Δουνιάς. «Καλούμαστε να αντεπεξέλθουμε σε όγκο δουλειάς που αντιστοιχεί σε δύο και τρεις υπαλλήλους».
Ανάλογη είναι και η περιγραφή του Δημήτρη Ζώη, δικαστικού υπαλλήλου στο Πρωτοδικείο Αθηνών και γραμματέα έδρας στο Δικαστήριο Ανηλίκων, ο οποίος εργάζεται σε κτίριο δίπλα από εκεί όπου σημειώθηκαν οι πυροβολισμοί του 89χρονου.
«Την κατάσταση θα τη χαρακτήριζα τραγική», λέει στα «ΝΕΑ». «Στο ισόγειο του Εφετείου, έπειτα από κάθε βροχή, οι συνάδελφοι δουλεύουν μέσα σε νερά. Είναι συνηθισμένο να μπαίνουν νερά από τα παράθυρα και να βρέχονται έγγραφα και δικογραφίες. Υπάρχουν εκτεθειμένα καλώδια στο πάτωμα. Εχουν γίνει έγγραφα, έχει έρθει ακόμη και η Επιθεώρηση Εργασίας. Κάποια στιγμή θα γίνει το κακό».
Ο ίδιος περιγράφει περιστατικά εργαζομένων που λιποθύμησαν λόγω καύσωνα σε αίθουσες χωρίς επαρκή κλιματισμό, αλλά και ατυχήματα από κατάρρευση ραφιών. «Υπάρχει συνάδελφος που υπέστη συντριπτικά κατάγματα και ακόμη κάνει θεραπείες», αναφέρει.
Στους υπόγειους χώρους, όπου φυλάσσονται παλαιές δικογραφίες, η κατάσταση – όπως λέει – είναι αποκαρδιωτική. «Εχω δει με τα μάτια μου φαγωμένες δικογραφίες από τρωκτικά. Υπάρχουν χώροι που λιμνάζουν νερά και μυρίζουν ακαθαρσίες, κι όμως προορίζονται για να στεγαστούν υπηρεσίες».
Ολα στην τύχη;
Η εικόνα που μεταφέρουν οι εργαζόμενοι επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό και από τα ίδια τα περιστατικά των τελευταίων ετών. Από πυρκαγιές σε δικαστικά κτίρια και πτώσεις σοβάδων μέχρι πλημμύρες και τραυματισμούς από καταρρεύσεις αρχειοθηκών, οι καταγγελίες δεν αποτελούν θεωρητικές προειδοποιήσεις αλλά καταγεγραμμένα γεγονότα.
«Διεκδικούμε τα αυτονόητα», λέει ο Στρατής Δουνιάς. «Η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να εξαρτάται από την τύχη». Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της έρευνας: ότι μέσα στους χώρους όπου απονέμεται η δικαιοσύνη, εργαζόμενοι και πολίτες εξακολουθούν να αισθάνονται πως η ασφάλειά τους επαφίεται περισσότερο στην τύχη παρά σε ένα οργανωμένο και λειτουργικό κράτος.
Προειδοποιήσεις στο κενό…
Πολλά από τα προβλήματα αυτά έχουν καταγγελθεί επανειλημμένως και καταγραφεί ακόμη και σε επίσημα έγγραφα προηγούμενων ετών. Σε αναφορές προς το υπουργείο Δικαιοσύνης είχαν επισημανθεί, ήδη από το 2012, η έλλειψη πυρασφάλειας, οι ανεπαρκείς έξοδοι κινδύνου και η αδυναμία ουσιαστικής φύλαξης συγκεκριμένων δικαστικών κτιρίων. Εις μάτην, καθώς οι προειδοποιήσεις των εργαζομένων φαίνεται να παραμένουν επί χρόνια χωρίς ουσιαστική ανταπόκριση. Οπως δε καταγγέλλουν συνδικαλιστικοί φορείς και απλοί εργαζόμενοι, αντίδραση υπάρχει μόνο όταν σημειώνεται κάποιο σοβαρό περιστατικό.
Πολεμικό κλίμα με τους πολίτες
Πέρα από τις εικόνες εγκατάλειψης, οι δικαστικοί υπάλληλοι περιγράφουν και μια καθημερινότητα έντασης και εξουθένωσης. Η μαζική προσέλευση πολιτών, οι καθυστερήσεις, η πίεση της εργασίας και η έλλειψη προσωπικού δημιουργούν συχνά εκρηκτικό κλίμα. Σε τμήματα με μεγάλο όγκο συναλλαγών, όπως οι αποποιήσεις, οι ουρές ξεκινούν από νωρίς το πρωί. Οι πολίτες περιμένουν επί ώρες, οι εντάσεις αυξάνονται και οι υπάλληλοι βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο παραπόνων και διαμαρτυριών, παρότι – όπως λένε – οι ίδιοι λειτουργούν στα όρια των δυνατοτήτων τους.
«Ο κόσμος βλέπει μπροστά του τον υπάλληλο και θεωρεί ότι εκείνος ευθύνεται για την καθυστέρηση», λέει ο Δημήτρης Ζώης. «Δεν βλέπει τις συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούμε να λειτουργήσουμε ούτε ότι πολλές υπηρεσίες δουλεύουν οριακά».





Comments are closed.