- Advertisement -

Οι παλιές κλήσεις του ΚΟΚ αποτελούν εδώ και χρόνια μία από τις πιο συχνές αιτίες αιφνιδιασμού των πολιτών απέναντι στους δήμους. Πρόστιμα στάθμευσης ή άλλες παραβάσεις που είχαν επιβληθεί πριν από πολλά χρόνια εμφανίζονται ξαφνικά ως δημοτικές οφειλές – συχνά με μεγάλες προσαυξήσεις – σε χρόνο που ο πολίτης δυσκολεύεται ακόμη και να θυμηθεί τα πραγματικά περιστατικά.
Το πρόβλημα, όπως τονίζεται από τους νομικούς, δεν αφορά μόνο τη διοικητική οργάνωση. Αγγίζει τον πυρήνα της ασφάλειας δικαίου. Μέχρι πότε μπορεί ένας δήμος να βεβαιώσει μια κλήση; Πότε χάνει το δικαίωμα να την εισπράξει; Και τι αλλάζει με τον Ν. 5027/2023 και τη νέα νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων;
Η απάντηση βρίσκεται σε μία κρίσιμη διάκριση, η οποία συχνά συγχέεται ακόμη και στη δημόσια συζήτηση. Μέσα από τις επόμενες επισημάνσεις της «Νομικής Βιβλιοθήκης», δίδονται κρίσιμες απαντήσεις, κυρίως για τις προθεσμίες βεβαίωσης μιας οφειλής από κλήση του ΚΟΚ και την παραγραφή της. Οπως επισημαίνεται, η νομολογία και ο Νόμος 5027/2023 διαμορφώνουν πλέον ένα πιο σαφές πλαίσιο απέναντι στις παλιές κλήσεις ΚΟΚ. Το κεντρικό μήνυμα είναι ότι οι δήμοι έχουν δικαίωμα να βεβαιώνουν και να εισπράττουν πρόστιμα – όχι όμως χωρίς χρονικά όρια. «Η έγκαιρη διοικητική δράση δεν αποτελεί διαδικαστική λεπτομέρεια. Είναι η ουσιαστική προϋπόθεση νομιμότητας και προστασίας του πολίτη απέναντι στον διοικητικό αιφνιδιασμό», τονίζεται χαρακτηριστικά.
Αλλο βεβαίωση, άλλο είσπραξη
Για να κατανοήσει κανείς τι ισχύει σήμερα, πρέπει πρώτα να ξεχωρίσει δύο διαφορετικά στάδια. Αφενός την ταμειακή βεβαίωση. Είναι η διαδικασία με την οποία ο δήμος περνά το πρόστιμο μιας κλήσης του ΚΟΚ στα επίσημα βεβαιωμένα έσοδά του. Από εκεί και πέρα αποκτά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει μηχανισμούς είσπραξης. Αφετέρου την είσπραξη της ήδη βεβαιωμένης οφειλής. Αφορά το επόμενο στάδιο, δηλαδή το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ο δήμος μπορεί να αναζητήσει τα χρήματα μέσω διοικητικής εκτέλεσης ή άλλων εισπρακτικών μέτρων.
Η διαφορά αυτή, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι καθοριστική, γιατί:
- Η προθεσμία για τη βεβαίωση είναι διαφορετική.
- Ενώ και η παραγραφή της είσπραξης λειτουργεί διαφορετικά.
- Η μία διαδικασία δεν «θεραπεύει» τα λάθη της άλλης.
Παλιές κλήσεις
Με βάση τον παλαιότερο ΚΟΚ (Νόμος 2696/1999), τα πρόστιμα που διαπίστωναν οι αρμόδιες Αρχές διαβιβάζονταν στους δήμους για βεβαίωση και είσπραξη. Στην πράξη, όμως, η διαδικασία καθυστερούσε συστηματικά, καθώς οι υπηρεσίες διαβίβαζαν αργά τα στοιχεία, ενώ οι δήμοι δυσκολεύονταν να ταυτοποιήσουν τον οδηγό, με αποτέλεσμα πολλές υποθέσεις να παραμένουν «παγωμένες» επί χρόνια.
Ετσι, δημιουργήθηκε το φαινόμενο των «ξεχασμένων κλήσεων» που εμφανίζονταν πολύ αργότερα, συχνά χωρίς ο πολίτης να έχει λάβει ουσιαστική ενημέρωση. Εξαιτίας της κατάστασης αυτής, ο Συνήγορος του Πολίτη δέχθηκε μεγάλο αριθμό αναφορών ήδη πριν από το 2018, ενώ οι δικαστικές προσφυγές πολλαπλασιάστηκαν.
Η τριετής προθεσμία
Η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων διαμόρφωσε σταδιακά έναν σταθερό κανόνα για τα πρόστιμα του ΚΟΚ. Σύμφωνα με διάφορες αποφάσεις (ΔΠΑ 8816/2021 και ΔΕφΑθ 3402/2019), αλλά και όπως προβλέπει η Εγκύκλιος 534/4.5.2023 του υπουργείου Εσωτερικών, για τα αυτοτελή πρόστιμα – όπως είναι οι παραβάσεις στάθμευσης – ισχύει η αποσβεστική προθεσμία των τριών ετών για την ταμειακή βεβαίωση. Με απλά λόγια, αν ο δήμος δεν βεβαιώσει την κλήση μέσα στην προβλεπόμενη τριετία, χάνει το σχετικό δικαίωμα είσπραξης.
Η σημασία αυτής της προθεσμίας είναι θεμελιώδης. Δεν αποτελεί μια τυπική γραφειοκρατική λεπτομέρεια, αλλά μηχανισμό προστασίας του πολίτη έναντι της «απεριόριστης διοικητικής αδράνειας». Ενα από τα βασικά επιχειρήματα των δήμων ήταν ότι πολλές φορές απαιτείται χρόνος για να εντοπιστεί ο πραγματικός υπόχρεος, ιδιαίτερα όταν η παράβαση διαπιστώνεται χωρίς την παρουσία οδηγού.
Η νομολογία όμως έθεσε σαφή όρια. Η απόφαση ΜΔΠρΑθ 16375/2023 ξεκαθάρισε ότι η διοικητική δυσχέρεια ταυτοποίησης του παραβάτη δεν επιτρέπει απεριόριστη καθυστέρηση της βεβαίωσης. Ακόμα, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η διοίκηση μπορεί να χρειάζεται πρόσθετο χρόνο για έρευνα και διασταύρωση των στοιχείων, όμως εξακολουθεί να δεσμεύεται από τις προβλεπόμενες προθεσμίες.
Αυτό σημαίνει πρακτικά πως η αδυναμία άμεσου εντοπισμού του οδηγού, η καθυστέρηση των υπηρεσιών του δήμου και τα οργανωτικά του προβλήματα «δεν αναστέλλουν την αποσβεστική τριετία».
Η κλήση στο παρμπρίζ και ο Νόμος 5027/2023
Ενα ακόμη κρίσιμο ζήτημα ήταν αν αρκεί η νόμιμη τοποθέτηση της κλήσης στο όχημα για να διατηρεί ο δήμος απεριόριστο χρόνο βεβαίωσης. Η απάντηση της νομολογίας είναι αρνητική. Η απόφαση ΜΔΠρΑθ 15223/2019 διαχώρισε καθαρά τη φάση επιβολής της παράβασης από τη φάση της ταμειακής βεβαίωσης. Το γεγονός ότι η κλήση τοποθετήθηκε νόμιμα στον ανεμοθώρακα του οχήματος δεν σημαίνει ότι ο δήμος μπορεί να τη βεβαιώσει οποτεδήποτε στο μέλλον. Αν η ταμειακή βεβαίωση γίνει εκπρόθεσμα, η αξίωση παραγράφεται (αποσβέννυται). Δηλαδή, η αρχική νομιμότητα της κλήσης δεν «σώζει» τη μεταγενέστερη καθυστέρηση.
Το 2023 ο νομοθέτης εισήγαγε ένα νέο γενικό πλαίσιο για τα δημοτικά έσοδα με το άρθρο 166Α του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, μέσω του άρθρου 39 του Ν. 5027/2023. Η μεγάλη αλλαγή ήταν ότι θεσπίστηκε ρητά αποσβεστική προθεσμία. Ειδικότερα, η Εγκύκλιος 534/4.5.2023 του υπουργείου Εσωτερικών ήρθε να διευκρινίσει ότι η νέα πενταετής προθεσμία δεν αποτελεί απλή «παραγραφή», αλλά πραγματική απόσβεση της αξίωσης. Δηλαδή, μετά την παρέλευση του χρόνου (της πενταετίας), η αξίωση δεν είναι απλώς δυσχερής δικαστικά, αλλά παύει να υπάρχει νομικά. Στην πράξη, τα ποσά πρέπει να διαγράφονται ως αποσβεσθέντα.
Τα πρόστιμα του ΚΟΚ και η «τριετία»
Παρότι ο νέος νόμος εισήγαγε γενικά την «πενταετία», στα πρόστιμα του ΚΟΚ συνεχίζει να εφαρμόζεται το ειδικότερο καθεστώς της τριετούς προθεσμίας για την ταμειακή βεβαίωση. Ο λόγος είναι ότι η νομολογία έχει ήδη θεμελιώσει ειδικό κανόνα για τα αυτοτελή πρόστιμα, μέσω της εφαρμογής του άρθρου 71 του Ν. 542/1977. Ετσι, η πενταετία του νέου πλαισίου δεν καταργεί αυτομάτως την ειδική τριετή «οροφή» για τα πρόστιμα ΚΟΚ. Η ίδια η εγκύκλιος του ΥΠΕΣ επιμένει στη διάκριση αυτή.
Επίσης, ο Νόμος 5027/2023 προέβλεψε μεταβατική ρύθμιση για τις οφειλές που είχαν γεννηθεί έως τις 31.12.2018. Η ρύθμιση αυτή δημιούργησε αρχικά ανησυχία ότι οι δήμοι θα μπορούσαν να επαναφέρουν μαζικά παλιές απαιτήσεις. Ωστόσο, η Εγκύκλιος 534/4.5.2023 του υπουργείου Εσωτερικών ξεκαθάρισε ότι η μεταβατική διάταξη δεν αναβιώνει απαιτήσεις που έχουν ήδη αποσβεστεί. Επομένως, αν η τριετία έχει ήδη παρέλθει, η οφειλή δεν μπορεί να «αναστηθεί» μέσω της μεταβατικής ρύθμισης. Αυτό θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εγγυήσεις ασφάλειας δικαίου για τους πολίτες.
Η μεγάλη παρεξήγηση
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο αφορά την είσπραξη. Εδώ ισχύει διαφορετικός κανόνας. Σύμφωνα με το άρθρο 136 του Ν. 4270/2014, οι απαιτήσεις του Δημοσίου και των ΟΤΑ παραγράφονται ύστερα από είκοσι χρόνια. Ομως, η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά οφειλές που έχουν ήδη βεβαιωθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Δεν αφορά, δηλαδή, το αν η αρχική ταμειακή βεβαίωση έγινε σωστά. Αυτό είναι το σημείο που συχνά δημιουργεί σύγχυση.
Η πρόσφατη νομολογία (απόφαση ΜΔΠρΑθ 5230/2025) επιβεβαιώνει σταθερά ότι η εικοσαετής παραγραφή δεν «θεραπεύει» μια εκπρόθεσμη βεβαίωση οφειλής. Το δικαστήριο εξέτασε υπόθεση αναγκαστικής εκτέλεσης για παλαιά πρόστιμα του ΚΟΚ και ξεκαθάρισε ότι πρώτα ελέγχεται αν η ταμειακή βεβαίωση έγινε νόμιμα και εντός προθεσμίας, και μόνο ύστερα από αυτό εξετάζεται η εικοσαετής παραγραφή της είσπραξης.
Στην πράξη
Η σημερινή εικόνα μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Βήμα 1. Ελέγχεται αν η κλήση βεβαιώθηκε εγκαίρως. Αν η ταμειακή βεβαίωση έγινε μετά την προβλεπόμενη τριετία, η απαίτηση θεωρείται αποσβεσμένη.
Βήμα 2. Αν η βεβαίωση ήταν νόμιμη, εξετάζεται η είσπραξη. Σε αυτή τη φάση ισχύει η εικοσαετής παραγραφή του δικαιώματος είσπραξης.
Βήμα 3. Εξετάζονται τυχόν πράξεις διακοπής της παραγραφής. Οι διοικητικές πράξεις είσπραξης μπορεί να επηρεάζουν την πορεία της παραγραφής.
Το Πόρισμα 364644/33380 της 2.6.2025 του Συνηγόρου του Πολίτη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς αποτυπώνει θεσμικά τη βασική αρχή που πλέον κυριαρχεί στη νομολογία. «Η διοίκηση δεν μπορεί να αφήνει εκκρεμότητες να λιμνάζουν επί αόριστο χρόνο και να μεταφέρει το κόστος της αδράνειάς της στους πολίτες», τονίζεται στο πόρισμα.
Ο νέος ΚΟΚ του Νόμου 5209/2025 μεταβάλλει το νομοθετικό τοπίο και εισάγει νέες ρυθμίσεις, ωστόσο για τις παλιές κλήσεις ο βασικός άξονας παραμένει ο ίδιος: ο χρόνος, η έγκαιρη βεβαίωση και τα όρια της διοικητικής εξουσίας.
Χρήσιμος πρακτκός οδηγός: Πότε σβήνει μια «κλήση » του ΚΟΚ
Αν δεν βεβαιωθεί εγκαίρως: Η ταμειακή βεβαίωση πρέπει να γίνει εντός της ειδικής τριετούς προθεσμίας.
Αν έχει ήδη βεβαιωθεί: Ο Δήμος μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη μέσα στην εικοσαετία. Η 20ετία δεν διορθώνει κάποια καθυστερημένη βεβαίωση: Αν η αρχική βεβαίωση έγινε εκπρόθεσμα, η απαίτηση θεωρείται αποσβεσμένη.
Οι μεταβατικές διατάξεις δεν αναβιώνουν «σβησμένες» απαιτήσεις: Ο νόμος 5027/2023 δεν επαναφέρει οφειλές που είχαν ήδη αποσβεστεί.
- Τι πρέπει να προσέχουν οι πολίτες
Οταν εμφανίζεται μια παλιά οφειλή από κλήση του ΚΟΚ, τα κρίσιμα ερωτήματα είναι: Πότε διαπιστώθηκε η παράβαση;
- Πότε έγινε η ταμειακή βεβαίωση;
- Υπάρχει αποδεικτικό νόμιμης βεβαίωσης;
- Eχουν περάσει περισσότερα από τρία χρόνια;
- Υπήρξαν μεταγενέστερες πράξεις είσπραξης;
- Eχει παρέλθει η εικοσαετία;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι συχνά καθοριστική για το αν η οφειλή μπορεί ακόμη να διεκδικηθεί νόμιμα.
Comments are closed.