- Advertisement -

Μπριζίτ Μακρόν ή η «ανατομία» μιας περαστικής Παριζιάνας

2

- Advertisement -

Στις μέρες μας, που η εμφάνιση δημόσιων προσώπων και πολιτικών αναλύεται με ταχύτητα από τα μίντια, χάρη στην ασαφή και στομφώδη φλυαρία της τεχνητής νοημοσύνης, το μπλε επίσημο φόρεμα της Μπριζίτ Μακρόν στόλισε όλα τα ηλεκτρονικά περιοδικά που ασχολούνται με την τρέχουσα γυναικεία μόδα. Ως «look που κινήθηκε με απόλυτη αρμονία, ανάμεσα στον θεσμικό χαρακτήρα της περίστασης και τη διαχρονική κομψότητα που τη χαρακτηρίζει». Με άλλα λόγια, η Μπριζίτ Μακρόν ντύθηκε με απόχρωση βασιλική, ηλεκτρισμένη, φωτεινή. Οπως θα επεδίωκε για να ακτινοβολήσει την αύρα της παραδοσιακής εξουσίας.

«Τα άγρια έθνη, οι απαίδευτοι άνθρωποι και τα παιδιά δείχνουν μεγάλη προτίμηση στα ζωηρά χρώματα» αποφαίνεται στα 1810 ο ρομαντικός ποιητής Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε. Σήμερα, ο ειδικός της ιστορίας των χρωμάτων Μισέλ Παστουρό υποστηρίζει ότι το χρώμα είναι κοινωνικό φαινόμενο. Οτι δεν προέρχεται από τη φύση, αλλά προσδιορίζεται από την κοινωνία που αναγνωρίζει και αποδίδει στα χρώματα την ύπαρξή τους, τους συμβολισμούς και τις ιδιότητές τους. Ο γάλλος ιστορικός αναφέρεται στις φιλολογικές συζητήσεις του 19ου αιώνα που επιχειρούσαν να εξηγήσουν την αδιαφορία έως και απέχθεια της Αρχαιότητας προς το μπλε χρώμα. Ο ίδιος επισημαίνει ότι στην αρχαία Ελλάδα το μπλε ήταν ασήμαντο χρώμα, ότι οι Ρωμαίοι το συνέδεαν με τους «βάρβαρους» λαούς του Βορρά (Κέλτες και Γερμανούς), επειδή έβαφαν το σώμα τους με μπλε για να τρομάζουν τους εχθρούς.

Στη μελέτη του «Μπλε, η ιστορία ενός χρώματος» (εκδόσεις Μελάνι) ο Παστουρό προσθέτει ότι από τον 12ο αιώνα και μετά το μπλε από περιθωριακό χρώμα στον πολιτισμό της Δύσης μετατρέπεται σε σύμβολο εξουσίας και θεϊκού μεγαλείου: χρυσά κρίνα σε μπλε φόντο στον θυρεό των γάλλων βασιλέων, ενώ στη θρησκευτική ζωγραφική η Παρθένος Μαρία απεικονίζεται με μπλε μανδύα.  Οταν η Μπριζίτ Μακρόν φορά μπλε στην επίσημη εμφάνισή της στο Προεδρικό Μέγαρο δεν κάνει μόνο κομψή αλλά και εύστοχη επιλογή. Η πρώτη κυρία έρχεται από μία χώρα όπου ο γυναικείος πληθυσμός έχει εντρυφήσει στη μόδα, από μία πρωτεύουσα που φτιάχνει τη μόδα της εποχής, κατευθύνει το βλέμμα και επιβάλλει τις επιθυμίες. Ωστόσο η παρουσία της στην πόλη αποκτά ενδιαφέρον όταν βγαίνει από το ξενοδοχείο της για να περιδιαβάσει (στιγμιαία) τον δημόσιο χώρο. Και τότε είναι ο εαυτό της, υποφωτίζοντας την περσόνα της πρώτης κυρίας στην οποία το ΑΙ προσέδωσε «σταθερό στυλιστικό αποτύπωμα, συνέπεια με slim σιλουέτες, fitted jackets και καθαρές γραμμές που δημιουργούν μια διαχρονική, αναγνωρίσιμη ταυτότητα. Ενα all-day look που χαρακτηρίζεται από μοναδική κομψότητα».

Σε αυτό το φευγαλέο της στιγμιότυπο το ντύσιμό της δεν επικοινωνεί επικείμενες απολαύσεις ενός δείπνου με την παρισινή υψηλή κοινωνία. Δείχνει όμως ότι είναι «μια περαστική Παριζιάνα» στο πολύβουο σύμπαν της Αθήνας, εκατοντάδες χρόνια μετά τους στίχους που ο Μποντλέρ αφιέρωσε στις πρωταγωνίστριες της παρισινής νεωτερικότητας. Ο τύπος της περαστικής Παριζιάνας διατρέχει τα σύνορα, περπατά επιφυλακτικά στους δρόμους, προβάλλοντας ένα στυλ απροσδιόριστο, που υπόσχεται εκπλήξεις, ποικίλες παραλλαγές και αντιθέσεις. Αυτή η διαπίστωση δεν αφορά μόνο την περίπτωση Μπριζίτ. Ενεργοποίησε όμως το κλισέ που αναπτύχθηκε στη λογοτεχνία του Μπαλζάκ, του Φλομπέρ, του Ζολά και κυρίως στα κείμενα για τη γυναικεία μόδα του Οκτάβ Ιζάν: «Σε κάθε κοινωνική τάξη η γυναίκα είναι περισσότερο γυναίκα στο Παρίσι από οποιαδήποτε άλλη πόλη του κόσμου» γράφει στο «La Femme à Paris» (1894) ο δημοσιογράφος και βιβλιόφιλος που εστίασε το βλέμμα του στις Παριζιάνες. Και έδωσε τροφή για ένα πρότυπο το οποίο αναλύουν και αναπαράγουν έως και σήμερα τα περιοδικά. Αυτό το είδος μαθήματος στυλ από μια περαστική Παριζιάνα συνοψίζει την ιδέα ότι η πραγματική κοινωνική ισχύς κυριαρχεί τον χώρο. Το γρήγορο πέρασμά της στον δρόμο αφήνει μια βεβαιότητα: είναι φορέας ενός υψηλού πολιτιστικού κεφαλαίου. Του Παρισιού, πόλης του κύρους και της πολυτέλειας.

- Post Down -

Comments are closed.