- Advertisement -

Όλα είναι συναίσθημα – Ποιες είναι οι ταινίες της εβδομάδας

Όλα είναι συναίσθημα – Ποιες είναι οι ταινίες της εβδομάδας
22

- Advertisement -

Ενας ιάπωνας σκηνοθέτης των καιρών μας, ικανός να κάνει Τέχνη κυριολεκτικά από το τίποτα, ο Ριουσούκε Χαμαγκούτσι έγινε όνομα πριν από μερικά χρόνια με το θαυμάσιο δράμα «Drive my Car» (2021) για το οποίο κέρδισε το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών, πριν η ταινία προταθεί για τέσσερα Οσκαρ κερδίζοντας τελικά το διεθνούς (μη αγγλόφωνης) ταινίας. Επιστρέφοντας, στους ίδιους αργούς αλλά υποβλητικούς ρυθμούς με την ταινία «Ετσι ξαφνικά» (Suddain, Γαλλία/Βέλγιο/Ιαπωνία/Γερμανία, 2026), ο Χαμαγκούτσι παρακολουθεί την πορεία δύο διαφορετικής εθνικότητας σύγχρονων γυναικών (Γαλλίδα, Γιαπωνέζα), η ζωή των οποίων αλλάζει ριζικά μέσω της γνωριμίας τους.

Η Γαλλίδα, υπεύθυνη ενός οίκου ευγηρίας και η Γιαπωνέζα, σκηνοθέτις που πάσχει από καρκίνο, θα γίνουν φίλες, θα μοιραστούν απόψεις, θα δώσουν η μία το χέρι στην άλλη και θα μας κερδίσουν πέρα για πέρα με τη βαθιά, εσωτερική επικοινωνία τους σε έναν κόσμο που έχει ξεχάσει πώς να επικοινωνεί. Το «Ετσι ξαφνικά» σου θυμίζει την ομορφιά του σινεμά που δεν στηρίζεται σε εντυπωσιασμούς και «κόλπα» αλλά στο συναίσθημα που μπορεί να προκύψει μέσα από τον απλό συνδυασμό λέξεων και εικόνων.

Δεν έχω διαβάσει την πηγή από την οποία προέκυψε το σενάριο αυτής της ταινίας, την αλληλογραφία δύο γυναικών – μια φιλόσοφο με καρκίνο τελικού σταδίου και μια ανθρωπολόγο – που πέρασε στο βιβλίο «When Life Suddenly Takes a Turn: Twenty Letters Between a Philosopher with Terminal Cancer and a Medical Anthropologist» των Μακίκο Μιγιάνο και Μάχο Ισόνο, αλλά μπορώ να καταλάβω τη δυσκολία οπτικοποίησής του (την οποία ο ίδιος ο Χαμαγκούτσι παραδέχθηκε, όταν συγκλονισμένος από την ανάγνωση αποφάσισε να κάνει το βιβλίο ταινία).

Και όμως, η σχέση που χτίζει με τη βοήθεια των δύο πρωταγωνιστριών του, των Βιρζινί Εφιρά και Τάο Οκαμότο, που μοιράστηκαν το βραβείο ερμηνείας στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών, ο Χαμαγκούτσι μας προσφέρει ένα απαραίτητο ηρεμιστικό φάρμακο μέσα στον θόρυβο και την αποξένωση που χαρακτηρίζει τους καιρούς μας.

Αυτή η σχέση μοιάζει να ανθίζει στην οθόνη χωρίς καμία πίεση, χωρίς κανένα στρες και με πολλή αγάπη από όλους. Ακόμα και όταν η ταινία παρασύρεται σε ένα είδος «διδαχής», με τον Χαμαγκούτσι να υπογραμμίζει περισσότερο από όσο ίσως χρειαζόταν κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με την κακή λειτουργία των οίκων ευγηρίας στη Γαλλία, ακόμα και τότε, το ενδιαφέρον μας παραμένει αμείωτο.

Οικο-τρομοκράτες εν δράσει

Ο Ρομέν Γαβράς, γιος του σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, έγινε γνωστός για τον εξτρεμιστικό κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό του, κατ’ αρχάς μέσω μουσικών βίντεο που έγιναν viral παγκοσμίως («Gosh») και επίσης μέσα από σκληρές ταινίες μυθοπλασίας όπως το «Θα έρθει η μέρα και για μας» και το «Athena», που τονίζουν την ιδέα του μαζικού ξεσηκωμού απέναντι στο «σύστημα» το οποίο χρειάζεται μια γερή γροθιά στο στομάχι για να ξυπνήσει.

Της ιδίας λογικής αλλά σε πιο εύθυμους τόνους κινείται και η «Θυσία» (Sacrifice, διεθνής συμπαραγωγή, 2025) που παρακολουθεί την ιστορία μιας ομάδας «οικο-τρομοκρατών» που με αρχηγό ένα αέρινο πλάσμα (Ανια Τέιλορ – Τζόι) απαγάγει τρεις διασημότητες (Κρις Εβανς, Βενσάν Κασέλ, Αμίκα Moντ) για να τις θυσιάσει και να σώσει τη Γη. Τα πρόσωπα του κάθε απαχθέντος κάτι σύγχρονο και υπαρκτό μας θυμίζουν – ο δισεκατομμυριούχος του Κασέλ για παράδειγμα θα μπορούσε να είναι μια αντανάκλαση του Ιλον Μασκ, ενώ ο ματαιόδοξος ηθοποιός του Κρις Εβανς θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Κρις Εβανς.

Η ταινία περιέχει αρκετή αντίδραση, αλλά την ίδια ώρα (και αυτό ανήκει στα υπέρ της) δεν ξεχνά ότι στην ουσία είναι ένα σύγχρονο παραμύθι. Σε κάθε περίπτωση ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που ή τις δέχεσαι όπως είναι ή τις απορρίπτεις σαν κάτι που απλώς θέλει να προκαλέσει. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν περνά απαρατήρητη.

Αργεί να «πάρει μπρος»

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών που ενώ βλέπεις ότι έχουν πολύ καλό θέμα στα χέρια τους, δυσκολεύονται να το διαχειριστούν με την πρέπουσα οικονομία, ή με τη στήριξη κάποιων ιδεών – κάτι βεβαίως που αποτελεί ζήτημα σεναρίου.

Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με την ταινία «Η καλή αδελφή» (Schwesterherz, Γερμανία/Ισπανία, 2025) που παρότι πραγματεύεται ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, του βιασμού μιας γυναίκας, παρασύρεται σε μια σειρά σκηνών που γεμίζουν απλώς τον χρόνο χωρίς στην ουσία να εξυπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας.

Γιατί θα χρειαστεί να περάσει αρκετός (τσάμπα) χρόνος μέχρι τη στιγμή που η Ρόουζ (Μαρί Μπλόχινγκ) βρεθεί στο γραφείο του ανακριτή για να καταθέσει σχετικά με τον αδελφό της Σάμουελ (Αντον Βελ) που κατηγορείται για βιασμό.

Τότε ξεκινά η ταινία και πολύς χρόνος έχει ήδη περάσει μέσω του οποίου η σκηνοθέτις Σάρα Μίλο Φίσερ, μας έχει δώσει και με το παραπάνω στοιχεία για τον χαρακτήρα της Ρόουζ. Βεβαίως, όταν η ταινία, έστω με καθυστέρηση ξεκινάει, ο θεατής «κολλάει» αναζητώντας κλειδιά που θα τον κάνουν να σκεφτεί την περιπλοκότητα αυτής της συνθήκης, λαμβανομένου υπόψη ότι η μάρτυρας πολύ πιθανόν να μην υπήρξε ακριβώς μάρτυρας, απλώς παρούσα σε κάτι που δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο.

Στην κοιλιά μιας φάλαινας

Με έναν τρόπο η οικολογία βρίσκεται στα «σωθικά» της ταινίας «Η πτώση της φάλαινας» (Whalefall, ΗΠΑ, 2026) του Μπράιαν Ντάφιλ, παρότι αν είναι να μιλήσουμε εδώ για σωθικά, αυτά είναι της ίδιας της… φάλαινας στο εσωτερικό της οποίας θα βρεθεί ένας νεαρός δύτης (Οστον Αμπραμς). Οχι τόσο το πώς όμως, αλλά το γιατί βρέθηκε εκεί, φτιάχνει τον πραγματικό χαρακτήρα της ταινίας που στην ουσία είναι ένα οικογενειακό δράμα «ντυμένο» ως περιπέτεια επιβίωσης.

Η ανάμνηση της σχέσης ενός σύγχρονου Ιωνά στο στομάχι του κήτους με τον σκληροτράχηλο δύτη πατέρα του (Τζος Μπρόλιν), περιέχει αρκετούς συμβολισμούς που ενεργοποιούν το στόρι της ταινίας. Ο νεαρός δεν μπόρεσε ποτέ να επικοινωνήσει με τον πατέρα του και αν βρέθηκε στον βυθό ήταν για να αναζητήσει «έστω ένα κόκαλο» του πατέρα του, ο οποίος τερμάτισε την ζωή του πέφτοντας στη θάλασσα για να μην μπει στη διαδικασία των χημειοθεραπειών και την άνιση μάχη με τον καρκίνο.

Ο Ντάφιλ υποστηρίζει όσο μπορεί το θέμα του και τα φλας μπακ με σκηνές ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο δίνουν μια ανάσα στην ταινία – και το λέω στην κυριολεξία γιατί κατά το 90% ο σκηνικός χώρος είναι το στομάχι της φάλαινας. Κρίμα, όμως, που εν τέλει το όλο εγχείρημα, παρότι έχει ενδιαφέρουσες στιγμές, δείχνει τραβηγμένο από τα μαλλιά και μετά δυσκολίας μπορεί να σε πείσει.

Γυναικοπαρέα

Από τη «Βαλίτσα» (Ελλάδα, 2026) του Δημήτρη Παπαθανάση δεν περιμένεις κάτι πέρα από αυτό που έχεις ήδη γευτεί από το τρέιλερ. Μια βαλίτσα και μια τετραμελής παρέα γυναικών (Λίλα Μπακλέση, Ναταλία Τσαλίκη, Αναστασία Παντούση, Βάσω Καβαλιεράτου) παίζουν πασούλες μεταξύ τους για μια συρραφή κωμικών καταστάσεων που δένουν αξιοπρεπώς ως σύνολο συγκεκριμένης ιστορίας (το σενάριο είναι της έμπειρης Κατερίνας Μπέη) και συγχρόνως, με απαλούς τόνους, καθρεφτίζουν με χιούμορ χυδαίες πλευρές της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Και μια πέμπτη γυναίκα, η femme fatale της ιστορίας, έχει τη μορφή της πανέμορφης Τόνιας Σωτηροπούλου, έτσι για να ανάψουν λίγο παραπάνω τα αίματα. Βέβαια, ακριβώς επειδή το σενάριο είναι γραμμένο από γυναίκα, η γυναικεία εξυπνάδα, πονηριά και καπατσοσύνη έχουν τον απόλυτο πρώτο λόγο, με τους άντρες να κυκλοφορούν από δω κι από κει ως άβουλες μαριονέτες.

Όπως είχε συμβεί και με τη «Θηλυκή εταιρία» του Νίκου Περάκη, επίσης σε σενάριο Μπέη. Ως παραγωγή η «Βαλίτσα» είναι ευπρεπής και γυρισμένη με επαγγελματισμό (εγγύηση ο παραγωγός ο Διονύσης Σαμιώτης) σηματοδοτώντας έτσι το ντεμπούτο του Παπαθανάση στη μεγάλου μήκους ταινία, μετά την έξοχη μικρού «Χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει» που είδαμε πριν από μερικούς μήνες και στις αίθουσες.

Βιντεοπαιχνίδι

Μια ταινία όπως το «Street fighter» (ΗΠΑ/Ιαπωνία, 2026) του Κιτάου Σακουράι που στηρίζεται σε ηλεκτρονικό παιχνίδι, δεν μπορεί παρά να απευθύνεται στους φαν αυτού του παιχνιδιού ή σε όσους γουστάρουν να βλέπουν κλωτσομπουνίδι και τίποτ’ άλλο. Ολοι οι υπόλοιποι είναι βέβαιο ότι θα κουραστούν βλέποντας μασίστες να ουρλιάζουν και να αλληλοχτυπιούνται ασυστόλως.

Για να μην μπω στο κομμάτι της θανατηφόρας συνωμοσίας που «κρύβεται» πίσω από τη μάχη των δύο βασικών παλαιστών της ιστορίας (Αντριου Κότζι, Νόα Τσεντινέο). Εκεί δεν μπορείς παρά να σηκώσεις τα χέρια ψηλά και ή να χωθείς στο κάθισμα παρακολουθώντας σαν χάνος τη μία ανοησία μετά την άλλη ή απλώς να σηκωθείς και να φύγεις. Η ταινία έχει μόνο ένα καλό και αυτό βρίσκεται στη νοσταλγική ματιά της κιτς πλευράς των 1990s, όπου το στόρι της τοποθετείται. Αλλά αυτό βέβαια δεν είναι λόγος αρκετός για να σπαταλήσεις τον χρόνο σου.

Δύο ελληνικά ντοκιμαντέρ και μία επανέκδοση

«Γεννημένος δύο φορές» (Ελλάδα, 2026). Και ενώ νωπό παραμένει ακόμα στη μνήμη το θαυμάσιο ντοκιμαντέρ «Πες μου» (2026) του Νίκου Μεγγρέλη, να και άλλο ένα με θέμα το Ολοκαύτωμα των Εβραίων στην περίοδο του ναζισμού.

Κεντρικό πρόσωπο της ταινίας του Στέλιου Κούλογλου είναι ο Σιμόν Γκρονόφσκι που ηρωικά κατάφερε να επιβιώσει εκείνη τη φρικτή περίοδο. Ωστόσο, μετά τις τόσες και τόσες ταινίες που έχουν γυριστεί επί του θέματος, μια ακόμα δεν θα είχε να μας πει περισσότερα από όσα ήδη γνωρίζουμε, αν η ιστορία της δεν είχε το στοιχείο μιας απρόσμενης φιλίας: του Γκρονόφσκι με έναν αντιφασίστα καλλιτέχνη, γιο διαβόητου βέλγου συνεργάτη των ναζί. Εκεί βρίσκονται η ψυχή και η ουσία της ταινίας του έμπειρου ντοκιμαντερίστα που τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο Επιτροπής Νεότητας Φοιτητών Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

«Δεν κοστίζει τίποτα» (Ελλάδα, 2026). Ευαισθησία σίγουρα διακρίνεις στο ντοκιμαντέρ της Μαίρης Μπουλή που αναφέρεται στις εμπειρίες που θα ζήσει μια σύγχρονη νεαρή Ελληνίδα η οποία επιθυμεί να κάνει δωρεά ωαρίων. Ομως η καθημερινότητα της κοπέλας, η σχέση με τις φίλες της, η επαφή της με τους γιατρούς και κυρίως ο διάλογος με τον ίδιο της τον εαυτό, συχνά αγγίζουν τα όρια της πλήξης. Προτιμότερο θα ήταν αν η Μπουλή παρουσίαζε τα όσα δεν ξέρουμε αντί να επαναλαμβάνεται με τα όσα σίγουρα μπορούμε να φανταστούμε. Πάντως, το ντοκιμαντέρ αυτό απέσπασε τον Χρυσό Αλέξανδρο στο τμήμα Newcomers του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

«Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» (The Best Years of Our Lives, ΗΠΑ, 1946). Τρεις βετεράνοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όπου πολέμησαν σε διαφορετικό σώμα έκαστος και προερχόμενοι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα (Φρέντρικ Μαρτς, Ντέινα Αντριους και Χάρολντ Ράσελ), επιστρέφουν στην πατρίδα και τη βρίσκουν νοσηρά αλλαγμένη, όπως και οι ίδιοι έχουν αλλάξει. Το αντιπολεμικό αριστούργημα του Γουίλιαμ Γουάιλερ είναι ένας βαθύς, ουσιαστικός στοχασμός για τις δυσκολίες προσαρμογής των βετεράνων πολέμου που αγωνίζονται να ξεπεράσουν το μεταπολεμικό τραύμα τους, εγκλωβισμένοι σε μια νέα τάξη πραγμάτων που δεν γνωρίζουν και δεν καταλαβαίνουν. Μια ταινία που θριάμβευσε στα Οσκαρ της εποχής της, κερδίζοντας επτά. Ανάμεσά τους και τα καλύτερης ταινίας, καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερου Α΄ ανδρικού ρόλου για τον Μαρτς και καλύτερου Β’ ανδρικού για τον Ράσελ που ήταν μη επαγγελματίας ηθοποιός, πραγματικός βετεράνος πολέμου και ανάπηρος έχοντας χάσει τα χέρια του.

Επίσης στις αίθουσες

Προβάλλονται ακόμη τα κινούμενα σχέδια «Ο ασχημογλυκούλης» (Yugly, Γαλλία/Βέλγιο, 2026) των Ζερεμί Ντρεγκουσόν, Γιανίς Μπελαΐντ και ο «Μπαλωματούλης» (Stitch head, Αγγλία, 2026) του Στιβ Χάντσον, καθώς επίσης η ελληνική ταινία «Pope Joan VS Mephisto» (Ελλάδα, 2026) του Κώστα Μαζάνη.

- Post Down -

Comments are closed.