- Advertisement -

Προηγήθηκε κατά πολύ της εποχής του, όχι μονάχα λόγω θέματος αλλά και λόγω μορφής. Ενδεχομένως, όχι εσκεμμένα, μιας και ο δημιουργός του σκοπό είχε να σκαρώσει ένα ευπώλητο ύστερα από τη σαστισμάρα κοινού και κριτικών απέναντι στο αριστούργημά του, το Μόμπι Ντικ (1851). Στρώνεται και γράφει αυτό που έμελλε να ενθουσιάσει κάθε ανήσυχο πνεύμα που έλκεται από το ρηξικέλευθο γράψιμο, το Πιερ, ή οι αμφισημίες (1852).
Θα κυλήσει ένας και μισός αιώνας, ο μοντερνισμός θα έχει θριαμβεύσει, κυρίως ως κριτική της ίδιας της τέχνης, ως φιλοσοφική και καλλιτεχνική διερεύνηση και διεύρυνση των ορίων αυτού που δύναται να ειπωθεί, ως αμφισβήτηση των κοινωνικών δομών εντός των οποίων παράγεται η τέχνη. Θα έχει επινοηθεί και κατισχύσει ο κινηματογράφος. Θα έχει συγκλονιστεί από τον Πιερ ο μέγας Λεός Καράξ (1960) και, αφού εργαστεί σκληρά και μεθοδικότατα, θα μας προσφέρει την τέταρτη ταινία του με τον κρυπτογραφικό τίτλο Pola X (1999). Σπαζοκεφαλιάζαμε όσο την απολαμβάναμε καταγοητευμένοι, κι ύστερα ανακαλύψαμε ότι πρόκειται για τη δέκατη (Χ) εκδοχή του σεναρίου, αυτή που τελικά χρησιμοποιήθηκε στα γυρίσματα, ενώ το Pola είναι το ακρωνύμιο για το Pierre, ou les Ambiguïtés, τον γαλλικό τίτλο του μυθιστορήματος του Μέλβιλ που ενέπνευσε τον σκηνοθέτη.
Το γύρισμα στα ελληνικά αυτού του πρωτοποριακού έργου είναι ένα επίτευγμα που οφείλουμε στη Σοφία Αυγερινού, η οποία μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες άμεμπτες και αξιέπαινες εργασίες. Η έκδοση του οίκου Μάγμα είναι ωσαύτως άμεμπτη και αξιέπαινη. Ο Πιερ Γκλεντίνινγκ, ο κεντρικός χαρακτήρας, είναι κι αυτός ένα άμεμπτο και αξιέπαινο πλάσμα της γραφίδας του Μέλβιλ. Και είναι, μες στο 2026, ένας συγκαιρινός μας. Τόσο μπροστά, ο συγγραφέας του. Τόσο μπροστά.
Η ταυτότητα και η εγώτητα του Πιερ, ενός νεαρού που ζει σ’ ένα ανθοστόλιστο ειδύλλιο μες στην αριστοκρατία, το χρήμα, την κοινωνική χλιδή, την αψεγάδιαστη λατρεμένη μητέρα, τον έρωτα με τη Λούσι, τη φωτεινή, έναν ξανθό και γαλανό άγγελο, θα δεχτούν ένα κρίσιμο πλήγμα και από εκεί όπου ανήκε, στην επικράτεια της ατέρμονης ημέρας (σ. 16), θα μεταφερθεί στον γνόφο της απαξίωσης, της αποκλήρωσης, της απάρνησης από τους οικείους του – θα περάσει, δραματικά, στην κάστα των αποσυνάγωγων. Από την πλουμιστή παραδείσια ύπαιθρο του γαιοκτήμονα θα βρεθεί πεταμένος και παραπεταμένος στις σκοτεινές κόγχες της πόλης, υποχρεωμένος να βγάζει το ψωμί του βγάζοντας την ψυχή του πάνω από χαρτιά και πένες, φιλοσοφώντας στη μεθόριο του παραληρήματος: «Ενα τίποτα να τυραννάει ένα τίποτα, γιατί κι εγώ ένα τίποτα είμαι. Ολα είναι ένα όνειρο – ονειρευόμαστε ότι ονειρευτήκαμε ότι ονειρευόμαστε» (σ. 459).
Οι αμφισημίες είναι η ουσία του Πιερ, και βεβαίως του σύγχρονου ανθρώπου, εξού και η επιτακτική επικαιρότητα του έργου. Ολοι είμαστε πλέον προϊόντα των αντιφάσεων, παλεύουμε με τις διακυμάνσεις του διφορούμενου, σκάπτουμε ένδον και σκαλίζουμε σκύβοντας πάνω από την άβυσσο περιπλεγμένων και περίπλοκων νοηματοδοτήσεων. Οι αμφισημίες, ως λέξη, στίζουν το βιβλίο: τις συναντάμε στις σελίδες 61, 130, 148, 152, 153, 154, 156, 262, 336, 371, 406, 438, 447, 559, 582 και 597. Κυκλώνουν τον Πιερ, και τον αναγνώστη, υπενθυμίζοντάς μας ότι το χαλί ανά πάσα ώρα και στιγμή ενδέχεται να τραβηχτεί κάτω απ’ τα πόδια μας, ότι η σιγουριά είναι φενάκη και ότι βρίσκουμε την ψυχή μας όχι στις άκαμπτες βεβαιότητες αλλά στις συγκρούσεις των αμφιβολιών μας με αυτές.
Ενα αναπάντεχο γεγονός, εν προκειμένω μια απεγνωσμένη ικετευτική επιστολή από την Ιζαμπελ, μια ορφανεμένη κοπέλα που δεν είναι άλλη από την ετεροθαλή αδελφή του Πιερ, σκορπίζει στον αέρα τα θέσφατα και την αμεριμνησία που δέσποζαν στη ζωή του νέου άνδρα, τον ωθεί στην ανακάλυψη του μύχιου εαυτού του, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με βαθιές ευθύνες που του ήσαν αδιανόητες έως τότε.
Τα όρια της γραφής
Ο Μέλβιλ, με πλησμονή μαστοριάς και ψυχολογική εμβάθυνση, παρακολουθεί τα όσα συγκλονίζουν τον βίο του ήρωά του, συνάμα όμως στοχάζεται πάνω στα όρια της γραφής, στους τρόπους έκφρασης που συνάδουν με την εποχή του και προοικονομούν αυτούς της μοντέρνας και μεταμοντέρνας περιόδου. Κλασική αφήγηση αλλά και εσωτερικός μονόλογος, μετάβαση από το τρίτο ενικό στο δεύτερο και στο πρώτο, φιλοσοφικές αιχμές και ένθετα μικροδοκίμια, ποιητικές αναλαμπές και στιβαρή πρόζα που θυμίζει τους καλύτερους διακόνους του νουάρ. Ολα μαζί και ταυτοχρόνως, ώστε το μυθιστόρημα αυτό να κερδίζει ένα ολοένα και πιο απαιτητικό κοινό.
«Ανάμεσα στους διάφορους αντικρουόμενους τρόπους να γράψει κάποιος ιστορία», διαβάζουμε στη σελίδα 410, «υπάρχουν δύο μεγάλες πρακτικές διακρίσεις […] Σύμφωνα με τον έναν τρόπο, όλες οι παρούσες συνθήκες, τα γεγονότα και τα συμβάντα πρέπει να καταγράφονται τη στιγμή που συμβαίνουν· σύμφωνα με τον άλλο, πρέπει να καταγράφονται μόνο όπως τα υπαγορεύει το γενικό ρεύμα της αφήγησης […] Εγώ δεν επιλέγω κανέναν από αυτούς τους δύο τρόπους […] γράφω ακριβώς όπως μου αρέσει». Ετσι ακριβώς, έτσι δημιουργούνται έργα που, μολονότι αντιμετωπίζονται διστακτικά ή ακόμα και καταβαραθρώνονται απαξιωτικά στον καιρό τους, εισβάλλουν εν τέλει στο μέλλον, διαυγάζοντας το παρόν.
Δείτε, φέρ’ ειπείν, στη σελίδα 427, πώς ο Μέλβιλ, σχολιάζοντας τη δαγκεροτυπία, ανταλλάσσει νοερά χειραψίες με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον Ζαν Μποντριγιάρ και τον Γκι Ντεμπόρ όταν αναλύουν τον εκπεσμό του βιώματος και των πάντων σε θέαμα και εικόνα. Και απολαύστε και τις 600 σελίδες ενός συναρπαστικού μυθιστορήματος που με το ένα πόδι πατάει γερά στον Σαίξπηρ, ενώ το άλλο κάνει ένα άλμα προς τον Ντον ΝτεΛίλο και τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας!
Ο Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης είναι συγγραφέας – μεταφραστής
Χέρμαν Μέλβιλ
Πιέρ, Ή οι αμφισημίες
Μτφ. Σοφία Αυγερινού
Εκδ. Μάγμα, σελ. 608
Τιμή 25 ευρώ
Comments are closed.