- Advertisement -

Η υπερφορολόγηση της δηλωμένης οικονομικής δραστηριότητας παραμένει ένα από τα βασικά προβλήματα που δεν έχουν λυθεί, παρά τον περιορισμό της φοροδιαφυγής με μία σειρά από μέτρα – πολιτικές, όπως η υποχρεωτική χρήση POS, η υποχρεωτική διαβίβαση στοιχείων στο mydata κ.ά.
Στην ετήσια έκθεση της φορολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026 (με στοιχεία εσόδων έως το 2024 και μεταρρυθμίσεις της περιόδου 2025-2026) καταγράφεται η σημαντική πρόοδος της χώρας στην ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και τη βελτίωση της εισπραξιμότητας των φόρων αλλά και σειρά σοβαρών διαρθρωτικών αδυναμιών του φορολογικού συστήματος που εξακολουθούν να υφίστανται.
Το φορολογικό βάρος στην εργασία, παρά τις μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών τα τελευταία χρόνια, αποτελεί το σημαντικότερο αρνητικό στοιχείο και η συνολική επιβάρυνση μισθωτών και επιχειρήσεων παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Οι δύο κατηγορίες φορολογουμένων με υψηλό βαθμό συμμόρφωσης και περιορισμένες δυνατότητες απόκρυψης εισοδήματος, μισθωτοί και συνταξιούχοι, τροφοδοτούν διαχρονικά σημαντικό μέρος των φορολογικών εσόδων, με αποτέλεσμα να περιορίζονται τα περιθώρια ελάφρυνσης της δηλωμένης εργασίας και να διατηρείται υψηλό το κόστος απασχόλησης.
Ειδικότερα, ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής, ITR, που μετρά τη συνολική φορολογική επιβάρυνση επί όλων των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία, διαιρώντας τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές επί των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία με τη συνολική αμοιβή των εργαζομένων (συμπεριλαμβανομένων των φόρων επί των μισθών), φέρνει την Ελλάδα στην πρώτη θέση της ΕΕ.
Το 2024 η Ελλάδα είχε τον υψηλότερο έμμεσο φορολογικό συντελεστή στην εργασία 44,8% ακολουθούμενη από την Ιταλία 43,9% και το Βέλγιο 40,7%, ενώ Μάλτα, Βουλγαρία και Κροατία έχουν τον χαμηλότερο συντελεστή (24,4%, 24,9%, 29,2% αντίστοιχα).
Σε επίπεδο ΕΕ, ο συντελεστής φορολογίας της εργασίας παρουσίασε πτωτική τάση την τελευταία δεκαετία (38,2% το 2014), αν και τα αποτελέσματα παρουσίασαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών. Ο συντελεστής αυξήθηκε σε 15 κράτη- μέλη, με την Κύπρο να καταλαμβάνει την πρώτη θέση (αύξηση κατά 8,8 ποσοστιαίες μονάδες), ακολουθούμενη από την Ελλάδα (αύξηση κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες) και την Ισπανία (αύξηση κατά 3,0 ποσοστιαίες μονάδες).
Η υψηλή φορολόγηση της εργασίας, όπως επισημαίνεται στην Έκθεση, λειτουργεί αποτρεπτικά για την αύξηση της απασχόλησης, περιορίζει τις καθαρές αποδοχές και επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Ο ΦΠΑ
Η υψηλή εξάρτηση των δημοσίων εσόδων από τον ΦΠΑ και τους υπόλοιπους έμμεσους φόρους εξακολουθεί να χαρακτηρίζει το ελληνικό φορολογικό σύστημα και η χώρα μας διατηρεί έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στο 24%, γεγονός που επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και περιορίζει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Από το 2014, τα έσοδα από τον ΦΠΑ έχουν αποκτήσει βάρος στο φορολογικό μείγμα 14 κρατών-μελών, με την Ελλάδα να καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση (κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες).
Η Κροατία είναι το κράτος-μέλος με την ισχυρότερη εξάρτηση από τα έσοδα από τον ΦΠΑ (34,7% του συνόλου το 2024), ακολουθούμενη από τη Βουλγαρία (30,6%) και τη Λετονία (27,3%). Το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφεται στο Βέλγιο (14,2% του συνόλου), την Ιταλία (15,6%) και τη Γαλλία (16,3%).
Comments are closed.