- Advertisement -

«Ζητείται νέα, εμφανίσιμη». Η φράση αυτή, αν και νομικά μετέωρη, εξακολουθεί να κοσμεί εκατοντάδες αγγελίες εργασίας, λειτουργώντας ως προθάλαμος ενός από τα πιο αποσιωπημένα αλλά σκληρά φαινόμενα της αγοράς εργασίας: της διάκρισης λόγω βάρους.
Πίσω από τη βιτρίνα της εταιρικής συμπερίληψης και των πολιτικών ίσων ευκαιριών, το σωματικό βάρος παραμένει ένα άτυπο αλλά καθοριστικό φίλτρο επιλογής προσωπικού. Οι ικανότητες, οι σπουδές και η προϋπηρεσία των υποψηφίων συχνά εκμηδενίζονται μπροστά στην πρώτη οπτική εντύπωση, εγκλωβίζοντας μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού σε έναν ιδιότυπο επαγγελματικό αποκλεισμό, γνωστό στην κοινωνιολογία ως χονδροφοβία. Παγκόσμιες μελέτες επιβεβαιώνουν ότι η προκατάληψη αυτή δεν είναι μια υποκειμενική αίσθηση, αλλά αποτελεί πλέον την τέταρτη πιο συχνή μορφή διάκρισης στους ενήλικες, ακολουθώντας αμέσως μετά την ηλικία, το φύλο και τη φυλή.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στα βαθιά ριζωμένα κοινωνικά στερεότυπα που επηρεάζουν άμεσα τα στελέχη Διοίκησης Ανθρωπίνου Δυναμικού (HR) και τους εργοδότες. Σύμφωνα με επίσημα δεδομένα του Παγκόσμιου Συλλόγου HR (SHRM), το 50% των διευθυντών παραδέχεται ανοιχτά ότι τείνει να προτιμά την αλληλεπίδραση με υπαλλήλους που έχουν «υγιές» ή «κανονικό» βάρος, ενώ το 11% των επαγγελματιών προσλήψεων δηλώνει ξεκάθαρα ότι το βάρος ενός υποψηφίου αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην τελική απόφαση πρόσληψης. Τα στερεότυπα που αποκαλύπτει η ίδια έρευνα είναι αμείλικτα: το 27% των managers συνδέει αυθαίρετα το αυξημένο βάρος με την «τεμπελιά», το 23% με την «έλλειψη κινήτρου» και το 17% με τη «μειωμένη επαγγελματικότητα».
Σύμφωνα με έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 45% των εργοδοτών δήλωσε ότι είναι λιγότερο πιθανό να προσλάβει υποψηφίους με παχυσαρκία, γεγονός που καταδεικνύει ότι το σωματικό βάρος μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις αποφάσεις πρόσληψης, ακόμη και όταν δεν σχετίζεται με τα προσόντα ή την επαγγελματική επάρκεια του υποψηφίου.
Οι γυναίκες υφίστανται αυτή τη διάκριση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους άνδρες. Έρευνες της Εθνικής Ένωσης Διατροφικών Διαταραχών (NEDA) αναφέρουν ότι μόνο το 15,6% των υπευθύνων προσλήψεων θα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο να προσλάβει μια γυναίκα με μεγαλύτερο σωματικό βάρος.
Μια υπέρβαρη γυναίκα αντιμετωπίζει τη λεγόμενη «μισθολογική ποινή» (wage penalty), λαμβάνοντας σταθερά χαμηλότερους μισθούς για την ίδια ακριβώς θέση και παραγωγικότητα. Επιπλέον, συστηματικές επιστημονικές ανασκοπήσεις δείχνουν ότι οι άνθρωποι αυτοί αποκλείονται συστηματικά από θέσεις που έχουν επαφή με πελάτες (front-facing roles) λόγω της λεγόμενης «εταιρικής εικόνας», ενώ οι managers τείνουν να βαθμολογούν πιο αυστηρά και αρνητικά την απόδοσή τους, αποδίδοντας τυχόν λάθη σε νωθρότητα.«Πέρασα από τρία στάδια συνεντεύξεων για μια θέση διοικητικής υποστήριξης.
«Στην τηλεφωνική συνέντευξη και στα τεστ δεξιοτήτων μου έδωσαν πολύ καλό feedback. Μόλις, όμως, με είδαν από κοντά στο επόμενο στάδιο, το βλέμμα του διευθυντή άλλαξε αμέσως. Δεν με πήραν ποτέ, και δύο εβδομάδες μετά είδα τη θέση να καλύπτεται από μια γυναίκα με αντίστοιχη προϋπηρεσία με μένα, αλλά με αναλογίες μοντέλου», εξομολογείται η Μαρία, 34 ετών.
Ο 29χρονος Γιώργος, περιγράφει μια εξίσου υποτιμητική εμπειρία: «Στη συνέντευξη, ο εργοδότης με κοίταξε και μου είπε: “Η δουλειά μας έχει πολύ στρες και γρήγορους ρυθμούς, δεν ξέρω αν θα μπορείς να αντεπεξέλθεις”. Υπέθεσε ότι επειδή έχω παραπάνω κιλά, δεν έχω αντοχές.»
Η αντιμετώπιση του φαινομένου συναντά σημαντικά εμπόδια, κυρίως λόγω του νομικού και στατιστικού κενού. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) και της Επιθεώρησης Εργασίας, δεν υπάρχουν εξειδικευμένες στατιστικές καταγραφές ή κατηγοριοποιημένες καταγγελίες για τη διάκριση λόγω βάρους στην εγχώρια αγορά εργασίας. Παρά την ισχύ του Νόμου 4808/2021 για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας και της παρενόχλησης στην εργασία, το σωματικό βάρος δεν περιλαμβάνεται ρητά ως ξεχωριστή προστατευόμενη κατηγορία, καθιστώντας το φαινόμενο στατιστικά και νομικά αόρατο στη χώρα μας.
Σε διεθνές επίπεδο, μια εκτενής έκθεση της Pearn Kandola αποκαλύπτει ότι το 70% των εργαζομένων βλέπει τη διάκριση λόγω βάρους να συμβαίνει συχνά, αλλά μόνο το 11% των περιστατικών καταγγέλλεται τελικά στο HR. Το 40% όσων επέλεξαν τη σιωπή δήλωσε ότι δεν μίλησε επειδή πίστευε ότι το HR δεν θα το θεωρούσε «αρκούντως σοβαρό» πρόβλημα. Αυτή η αδράνεια αφήνει απροστάτευτους τους εργαζομένους, με το 32% των ατόμων με αυξημένο βάρος να αναφέρει ότι έχει υποστεί εκφοβισμό (bullying) στη δουλειά. Μάλιστα, πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι το 11% των εργαζομένων που παραιτήθηκαν, δήλωσαν ότι τα αρνητικά σχόλια για το σώμα τους έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφασή τους να φύγουν.
Οι διακρίσεις αυτές συχνά γίνονται αντιληπτές και από τρίτα πρόσωπα μέσα στους εργασιακούς χώρους, επιβεβαιώνοντας πόσο απροκάλυπτα εκφράζεται το στίγμα βάρους πίσω από κλειστές πόρτες. Η Κατερίνα, εργαζόμενη σε εμπορική επιχείρηση, θυμάται: «Σε μια εταιρεία που ήμουν, ζητούσαν γραμματέα. Άκουσα στο διάδρομο τον διευθυντή να λέει στην υπεύθυνη προσλήψεων: “Σιγά μην την πάρουμε, αυτή δεν χωράει ούτε να περάσει από την πόρτα”».
Ορισμένες σύγχρονες εταιρείες ξεκινούν να εφαρμόζουν τις «τυφλές προσλήψεις» (blind hiring), αφαιρώντας φωτογραφίες, ονόματα και προσωπικά στοιχεία από τα βιογραφικά στο πρώτο στάδιο της αξιολόγησης. Ωστόσο, η πραγματική λύση απαιτεί μια βαθύτερη πολιτισμική στροφή: την κατανόηση ότι η επαγγελματική αξία ενός ανθρώπου μετριέται με την προσωπικότητά του, το ήθος του, τις ικανότητές του και όχι με τον αριθμό που δείχνει η ζυγαριά του.
Όπως λέει ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής Αντώνης Οικονομόπουλος, μοιάζει να είναι τόσο βαθιά εγκαθιδρυμένη στην κουλτούρα μας η αντίληψη ότι το βάρος αποτελεί κάποιου είδους μειονεξία ή πρόβλημα, που παρ΄όλη την ευρύτερη βελτίωση του δημόσιου λόγου και της κοινώς αποδεκτής αντίληψης σε σχέση με το ζήτημα, οι στερεοτυπικές συμπεριφορές επιμένουν.
«Η χονδροφοβία μοιάζει να είναι η μειονότητα από τις μειονότητες που αντιμετωπίζουν αποκλεισμό και περιθωριοποίηση, ή τρόπον τινά η πιο αφανής, σε σχέση με το στάτους μετανάστη/πρόσφυγα, την έμφυλη ταυτότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την φτώχεια, και τις σοβαρές ψυχικές ασθένειες. Σε περίπτωση που κάποιο υπέρβαρο άτομο είναι ταυτόχρονα και μέλος κάποιας άλλης μειονότητας, είναι πολύ πιθανό να φτάσει να αναρρωτιέται αν απορίφθηκε από την πρόσληψη λόγω εξωτερικής εμφάνισης ή/και κοινωνικής ταυτότητας», δηλώνει ο κ.Οικονομόπουλος.
«Εκτός από φανερές και ρητές μορφές χονδροφοβίας, υπάρχουν επίσης «μικροεπιθετικότητες» (microagressions) ή μικροπροσβολές, που περιλαμβάνουν σύντομες, καθημερινές, εκούσιες ή ακούσιες μορφές αρνητικής και υποτιμητικής επικοινωνίας και συμπεριφοράς που αντιμετωπίζουν τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα. Όπως με άλλες μειονότητες, (εθνικότητα, το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός), τα άτομα αντιμετωπίζουν αποκλεισμό στην αγορά εργασίας όχι απαραίτητα ως κάποιο αντικειμενικό κριτήριο, άλλα με βάση την εντύπωση και αίσθηση που προκαλούν στον εργοδότη. Η απόρριψη της μειονότητας από το κυρίαρχο πρότυπο, μοιάζει να συνοδέυεται από μια άτυπη διάγνωση ψυχικής υγείας: ο υπέρβαρος, ο LGBTQ+, ο χρήστης ουσιών, συνειδητά ή ασυνείδητα αξιολογείται ως ηθικά ανεπαρκής και ως ψυχικά ασταθής. Λειτουργώντας συσσωρευτικά, οι μικροπροσβολές και μικροαπορρίψεις μπορούν να εσωτερικευθούν, προκαλόντας αληθινή ψυχική δυσφορία.
Τα άτομα που βρίσκονται σε αναζήτηση εργασίας ή έχουν βρεθεί σε ανεργία είναι σε αυξημένο ρίσκο για πληθώρα ψυχικών διαταραχών, σε μια συνθήκη που εμπεριέχει εκτός από οικονομική, ψυχική αβεβαιότητα. Η αλλαγή ή η έναρξη εργασίας μπορεί να αποτελεσει από τα πιο στρεσσογόνα γεγονότα στη ζωή μας, ανάλογο με την γέννηση ενός παιδιού, την απώλεια ενός συγγενή, ένα γάμο ή διαζύγιο, σηματοδοτόντας σημαντικές αλλαγές για την προσωπική και κοινωνική μας ταυτότητα.»
Comments are closed.