- Advertisement -

Πώς μπορεί μια μικρή κοινότητα να μετατραπεί σε μικρογραφία των βαθιών πολιτικών και κοινωνικών αντιθέσεων που χαρακτηρίζουν σήμερα τις Ηνωμένες Πολιτείες; Αυτό είναι το ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο του «Bucks County, USA», σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Μέι και του βραβευμένου με Οσκαρ Μπάρι Λέβινσον, της σειράς ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το δημόσιο αμερικανικό δίκτυο PBS.
Στα πέντε επεισόδιά της, ζωντανεύει η καθημερινότητα μιας πόλης στην Πενσιλβάνια των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου οι πολιτικές διαφωνίες έπαψαν να αποτελούν απλώς διαφορετικές απόψεις κι άρχισαν να επηρεάζουν τις σχέσεις των κατοίκων. «Δεν προσπαθούμε να γίνουμε πολιτικοί, να κατηγορούμε τον έναν ή τον άλλον.
Εξετάζουμε τι συνέβη σε μια περιοχή που ήταν σχεδόν ειδυλλιακή, τι μας έβγαλε εκτός ισορροπίας», αφού η συγκεκριμένη παρουσιάζεται ως ένας «μικρόκοσμος για κοινότητες σε όλη τη χώρα», ανέφερε ο Ρόμπερτ Μέι μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα «Guardian».
Οι δημιουργοί, αντλώντας έμπνευση από ένα επεισόδιο του podcast «The Daily» των «New York Times», αποφάσισαν να καταπιαστούν με το τοπικό σχολικό συμβούλιο, τις εργασίες του οποίου παρακολούθησαν στενά για τέσσερα χρόνια. Το στοιχείο που τους κέντρισε το ενδιαφέρον, ήταν η διχογνωμία που εμφανιζόταν συχνά στις συνεδριάσεις του, όπου οι διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνία και την εκπαίδευση συγκρούονταν σφοδρά. Οταν τους προσέγγισαν για πρώτη φορά το 2021, εν μέσω πανδημίας, η συζήτηση για τον κορωνοϊό αποτέλεσε καταλύτη, ώστε να έρθουν στην επιφάνεια εντάσεις που κρύβονταν καλά για καιρό.
Το χρονικό των συγκρούσεων
Η απόφαση της περιφερειακής κυβέρνησης να επιβάλει τη χρήση μασκών για τον περιορισμό των κρουσμάτων, παράλληλα με το lockdown, δεν είχε γίνει δεκτή με καλό μάτι από τη συντηρητική πλευρά του συμβουλίου.
Εκείνοι που αντέδρασαν περισσότερο ήταν τα μέλη τα οποία είχαν εκλεγεί με την υποστήριξη του Πολ Μαρτίνο, ενός δεξιού επενδυτή που ξόδεψε 500.000 δολάρια για την προεκλογική τους καμπάνια. Η ίδια παράταξη τα έβαλε και με βιβλία τα οποία κατηγόρησαν ότι «προετοίμαζαν» τους μαθητές για να πέσουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, τη στιγμή που για τους πιο προοδευτικούς οι συγκεκριμένες εκδόσεις ήταν απλώς φιλικά διακείμενες προς τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.
Σαν να μην ήταν αρκετά αυτά τα διχαστικά ζητήματα, στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης προστέθηκαν επιπλέον ανησυχίες που σιγόβραζαν, όπως η νομιμότητα στη χρήση της μάσκας, οι φυλετικές διαφορές, η συμπερίληψη, η δουλεία, οι θεωρίες συνωμοσίας για τις εκλογές και οι τουαλέτες για διεμφυλικούς μαθητές.
Όλα αυτά μαζί, έγιναν ένα σκοτεινό σύννεφο που συγκεντρώθηκε πάνω από τον μοναδικό ενωτικό χώρο της πόλης, το σχολείο, αφήνοντας να ξεσπάσει καταιγίδα στις δημόσιες συνεδριάσεις του, οι οποίες κατέληγαν συχνά σε άσχημους διαπληκτισμούς. Θέση σε όσα συνέβαιναν, έπαιρνε όλο το σχολικό περιβάλλον, από τους μαθητές, πρώην καθηγητές και μέλη του συμβουλίου που κυκλοφορούσαν με αυτοκόλλητα «Pride» στα αυτοκίνητά τους έως και γονείς – όπως μια μητέρα που συνδέεται με τις «Moms for Liberty», τη δεξιά ομάδα με έδρα τη Φλόριντα που απέκτησε μεγάλη επιρροή στις σχολικές επιτροπές ανά την αμερικανική επικράτεια μέσω εκστρατειών για την απαγόρευση προοδευτικών βιβλίων.
Φωνή στους κατοίκους
Ο Ρόμπερτ Μέι και ο Μπάρι Λέβινσον, προκειμένου να κάνουν την αφήγηση πιο ζωντανή, επέλεξαν να μη δώσουν βήμα μόνο στους πολιτικούς ή τους ακτιβιστές όπως ήταν ίσως αναμενόμενο. Εβαλαν στο κάδρο για τα καλά τους κατοίκους της περιοχής, δίνοντας αρκετό χώρο στις προσωπικές τους εμπειρίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της απόφασης ήταν οι ιστορίες δύο έφηβων φίλων, της Βανέσας και της Εύης, οι οποίες αν και οι οικογένειές τους βρίσκονταν σε διαφορετικές πλευρές, εκείνες επέμεναν να κάνουν παρέα.
Για να γίνει πιο έντονη αυτή η αντίφαση, η ομάδα του ντοκιμαντέρ πέρασε πολλές ώρες καταγράφοντας την Εύη να κάνει εκστρατεία ενάντια στην προτεινόμενη απαγόρευση από το σχολικό συμβούλιο των σημαιών υπερηφάνειας των ομοφυλόφιλων στις αίθουσες διδασκαλίας.
Ακολουθούσε έτσι τα χνάρια της μητέρας της Λέλα, η οποία διακατέχεται από απόψεις που θεωρούνται μάλλον αριστερές για τα αμερικανικά φιλελεύθερα δεδομένα κι εκφράζεται ανοιχτά υπέρ των μαθητών της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ+ στις συνεδριάσεις του συμβουλίου, υποστηρίζοντας τα μαθήματα Ιστορίας που βασίζονται σε γεγονότα.
Από την άλλη πλευρά, η κάμερα αποτύπωσε τη Βανέσα να βοηθάει τη μητέρα της Ααράτι Μαρτίνο στη δική της προεκλογική καμπάνια για μια θέση στο συμβούλιο, πάντα με τη χρηματοδότηση του ισχυρού συζύγου της Πολ. Εκείνη, πρώην υπάλληλος στον τομέα της τεχνολογίας και ινδοαμερικανικής καταγωγής, ισχυριζόταν πως οι κανόνες για την εξασφάλιση ποικιλομορφίας, ισότητας και συμπερίληψης εντός του σχολείου που προωθούνταν, την περιόριζαν.
Οι γονείς των δύο κοριτσιών είχαν ενεργό ρόλο στις αντιπαραθέσεις, κάνοντας τοποθετήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, διοργανώνοντας συζητήσεις μέσω Zoom, αλλά και παρεμβαίνοντας στο σχολικό συμβούλιο, καταλήγοντας η μία πλευρά να κατηγορεί την άλλη στις δημόσιες τοποθετήσεις της. «Η ιδέα εδώ είναι να αφήσουμε τον κόσμο να δει αυτούς τους ανθρώπους ως ανθρώπους και στη συνέχεια να μπορέσει να αποφασίσει τι γνωρίζει ή τι δεν γνωρίζει σχετικά με οποιοδήποτε συγκεκριμένο ζήτημα που μπορεί να παρουσιαστεί στη σειρά», ξεκαθάρισε ο Μέι.
Η πρόκληση του σεβασμού στην άλλη γνώμη
Παρακολουθώντας το «Bucks County, USA», ο θεατής μπαίνει λιγότερο στον πειρασμό να ταχθεί με την πλευρά εκείνη την οποία θεωρεί ότι έχει δίκιο, αλλά στέκεται περισσότερο στην πόλωση που καταγράφεται από την κάμερα. Οι σκηνοθέτες αφήνουν τους συμμετέχοντες να εξηγήσουν τις απόψεις τους, ακόμα κι αν αυτές είναι σίγουρο πως θα προκαλέσουν αντιδράσεις.
Για να σπάσουν τον πάγο, ξεκινούσαν τις συνεντεύξεις με προσωπικές ερωτήσεις και με την υπόσχεση να μην τους διακόψουν, όταν ξεδιπλώνουν το σκεπτικό τους κάθε φορά. Η λεπτομέρεια αυτή γινόταν δεκτή με θέρμη, κυρίως από τους πιο συντηρητικούς κατοίκους της πόλης, οι οποίοι ήταν συχνά επιφυλακτικοί απέναντι στο κινηματογραφικό συνεργείο.
Το αποτέλεσμα ήταν τελικά αυτά τα αποσπάσματα, να χτίσουν ένα ντοκιμαντέρ, που δεν προσπαθεί να μετατρέψει την κάθε διαφωνία σε αντιπαράθεση νικητή και ηττημένου, αλλά υπενθυμίζουν ότι η συνύπαρξη διαφορετικών απόψεων, παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
«Θέλαμε να μιλήσουμε με ανθρώπους κι από τις δύο πλευρές που είχαν πραγματικά μια άποψη. Είναι σπάνιο να μπορεί κάποιος να μιλήσει για 30 δευτερόλεπτα χωρίς να του ανατινάξει άλλος τη σκέψη με αντίθετη άποψη και κανένας από τους δύο να μην ακούει τον άλλον. Η δουλειά μας δεν ήταν να επιτεθούμε σε όποιον εκφράζει τη γνώμη του αλλά να του επιτρέψουμε να την εκφράσει, να δώσουμε τη δυνατότητα σε πολλές πλευρές να εκφραστούν και να αφήσουμε το κοινό να αποφασίσει», σχολίασε ο Μέι.
Το ενδιαφέρον στοιχείο του ντοκιμαντέρ είναι πως με αφορμή το παράδειγμα αυτής της πόλης, εξετάζεται ένα ευρύτερο αμερικανικό φαινόμενο, με τις ακραίες διαφορές στην αντίληψη θεμάτων γύρω από την ταυτότητα, την εκπαίδευση, την ισότητα και τα κοινωνικά δικαιώματα.
Η σειρά δεν προσφέρει κάποιο διέξοδο στην πόλωση ούτε μια εύκολη λύση στις συγκρούσεις· αλλά επιμένει να δείξει το πόσο δύσκολο είναι πραγματικά κάποιος να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με ένα πρόσωπο που διαφωνεί και να το ακούσει πραγματικά, ώστε οι πολιτικές διαφορές να μη μετατραπούν τελικά σε προσωπικές αντιπαραθέσεις. «Δεν είδαμε απαραίτητα ανθρώπους που άλλαξαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις ή τις πολιτικές τους απόψεις, αλλά είδαμε ανθρώπους που συμφώνησαν να βρουν έναν τρόπο να συνομιλήσουν μεταξύ τους και να έρθουν πιο κοντά.
Το βλέπεις σε όλη τη σειρά, υπάρχει μια προσπάθεια. Δεν ολοκληρώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σε καμία περίπτωση. Αλλά μπορείς να δεις το επίπεδο σεβασμού να αυξάνεται», είπε ο Ρόμπερτ Μέι. «Η ιδέα είναι να μπορείς να προσεγγίσεις κάποιον και να πεις “Σ’ αγαπάω” και “Σε σέβομαι”· και είμαι περίεργος να μάθω γιατί σκέφτεσαι με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει να μπορούμε να ακούμε κάτι και να απαντάμε ευγενικά και να μην προσπαθούμε να μη διαχωρίζουμε μεταξύ Δεξιάς κι Αριστεράς. Μόλις το κάνεις αυτό, δεν μπορείς να βρεις λύσεις» κατέληξε ο Μπάρι Λέβινσον.
Comments are closed.