- Advertisement -

Τουρκολιβυκό και GSI: Πόσο μακριά θα φτάσει η Άγκυρα;

Τουρκολιβυκό και GSI: Πόσο μακριά θα φτάσει η Άγκυρα;
1

- Advertisement -

Δύο εξελίξεις, ένα κοινό γεωπολιτικό διακύβευμα: ποιος έχει δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο, ποιος νομιμοποιείται να τα ασκεί και ποιος τελικά καθορίζει τους όρους των δραστηριοτήτων στη θάλασσα.

Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη βουλή της Ανατολικής Λιβύης και η εκκρεμότητα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (GSI) αποτελούν δύο όψεις της ίδιας σύνθετης γεωπολιτικής εξίσωσης.

Η πρώτη επαναφέρει με νέα πολιτικά δεδομένα την αντιπαράθεση για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, ενώ η δεύτερη αναδεικνύει τις πρακτικές συνέπειες αυτής της διαφωνίας. Οι δύο εξελίξεις φέρνουν στο προσκήνιο το χάσμα ανάμεσα στις αντικρουόμενες αντιλήψεις για τις θαλάσσιες ζώνες και τις δυσκολίες που ανακύπτουν όταν οι διπλωματικές θέσεις θα πρέπει πολύ σύντομα να δοκιμαστούν στην πράξη.

Οι εκτιμήσεις τούρκων διπλωματών και αναλυτών στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» αποκαλύπτουν διαφορετικές αναγνώσεις της νέας πραγματικότητας: από την πολιτική σημασία της μεταστροφής της Ανατολικής Λιβύης έως τον κίνδυνο νέων νομικών και διπλωματικών αντιπαραθέσεων με την Ελλάδα. Και από την απαίτηση προηγούμενου συντονισμού για το GSI έως το κρίσιμο ερώτημα: Ποια μορφή και έκταση θα έχει η τουρκική αντίδραση, εάν η Αθήνα προχωρήσει χωρίς συνεννόηση.

Τουρκολιβυκό μνημόνιο

Για τον απόστρατο υποναύαρχο Τζιχάτ Γιαϊτζί, που θεωρείται ο «αρχιτέκτονας» του τουρκολιβυκού μνημονίου, η επικύρωση συνιστά εξέλιξη ιστορικής και στρατηγικής σημασίας. Η επικύρωση από την Ανατολική Λιβύη, όπως διευκρινίζει στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», αποτελεί «σημαντικό πλήγμα» για την ελληνική αμφισβήτηση της συμφωνίας, καθώς επιβεβαιώνει τη θαλάσσια γειτνίαση Τουρκίας – Λιβύης. Επιμένει ότι η Κρήτη, η Κάσος, η Κάρπαθος, η Ρόδος και το Καστελλόριζο δεν μπορούν να αναιρέσουν τα δικαιώματα που η Αγκυρα διεκδικεί βάσει των ηπειρωτικών ακτών της.

Στην ίδια κατεύθυνση, αλλά με πιο συγκρατημένη αξιολόγηση, κινείται ο Ουγούρ Εκιντζί, ερευνητής του φιλοκυβερνητικού think tank SETA, η δεξαμενή σκέψης που απηχεί σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις της κυβέρνησης Ερντογάν στην εξωτερική πολιτική. Η επικύρωση, εκτιμά, δεν μεταβάλλει την τουρκική πολιτική, προσφέρει όμως πρόσθετο πολιτικό έρεισμα στην άποψη ότι τα νησιά δεν αποκτούν αυτομάτως πλήρη επήρεια στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Δεν θεωρεί, ωστόσο, ότι η απόφαση λύνει τις διαφορές στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, προειδοποιεί ότι μπορεί να εντείνει τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των παράκτιων κρατών και να εμπλέξει τρίτους παράγοντες, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση και διεθνείς εταιρείες.

«Το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα για την Τουρκία»

Η επικύρωση δεν αντιμετωπίζεται, πάντως, ως επιτυχία από το σύνολο των τούρκων συνομιλητών. Ο Αϊντίν Σεζέρ, πρώην στέλεχος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και επικριτής της «Γαλάζιας Πατρίδας», βλέπει τον κίνδυνο μιας διεθνούς δικαστικής αντιπαράθεσης με την Ελλάδα και ενδεχομένως την Αίγυπτο. «Από την πλευρά της Τουρκίας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα.

Διότι, σε περίπτωση που η νομική διαδικασία καταλήξει σε αρνητικό αποτέλεσμα, οι θέσεις μας σχετικά με τα νησιά… δεν έχω το θάρρος να το πω», αναφέρει στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», καθώς μια δυσμενής δικαστική απόφαση θα μπορούσε να πλήξει συνολικά την τουρκική επιχειρηματολογία για την επήρεια των νησιών. Θεωρεί επίσης ότι η επικύρωση δεν δημιουργεί άμεσες πρακτικές συνέπειες για την Ελλάδα, επικαλούμενος τις αναθέσεις ενεργειακών ερευνών σε αμερικανικές εταιρείες.

Ανάλογες επιφυλάξεις διατυπώνει και ο πρώην τούρκος διπλωμάτης Σελίμ Κουνεράλπ, ο οποίος θεωρεί ότι ο Χαφτάρ ενδέχεται να έχει δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στην Άγκυρα, ιδίως στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ενωση.

«Σε περίπτωση που γίνει οποιοδήποτε βήμα, θα ξεσπάσει θύελλα, όπως συνέβη προηγουμένως στην Ανατολική Μεσόγειο, και τα πλοία θα αποσυρθούν και πάλι, όπως το 2020. (σ.σ. περίπτωση “Ορούτς Ρέις”). Μια άλλη πιθανότητα είναι, όπως συνέβη το 1976, να κληθεί σε συνεδρίαση το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και να προταθεί η παραπομπή του θέματος στο Διεθνές Δικαστήριο. Σε αυτή την περίπτωση, το θέμα θα παραμείνει στο ψυγείο για άλλα πενήντα χρόνια».

Η εκτίμησή του αναδεικνύει το ενδεχόμενο η πολιτική επιτυχία της Αγκυρας να μετατραπεί σε νέα κρίση, εφόσον επιχειρηθεί πρακτική εφαρμογή των διεκδικήσεων.

Τα σενάρια αντίδρασης στο GSI

Το σημείο όπου οι δύο εξελίξεις συναντώνται χρονικά αυτή τη στιγμή είναι το ηλεκτρικό καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου. Ο Γιαϊτζί συνδέει ευθέως την απόφαση της λιβυκής βουλής με το έργο, υποστηρίζοντας ότι η διαδρομή του διέρχεται από περιοχές που η Τουρκία θεωρεί δική της υφαλοκρηπίδα: «Οχι, δεν είναι καθόλου σωστό να λέμε ότι η απόφαση αυτή της Λιβύης δεν θα επηρεάσει το έργο του καλωδίου».

Μάλιστα πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι αν η διαδρομή εισέρχεται σε περιοχές που το μνημόνιο αποδίδει στη λιβυκή υφαλοκρηπίδα, θέτει αντίστοιχο ζήτημα συνεννόησης της Ελλάδας και της Γαλλίας και με τη Λιβύη.

Το ερώτημα παραμένει τι θα συμβεί εάν η Αθήνα προχωρήσει χωρίς να ανταποκριθεί στις τουρκικές απαιτήσεις.  Ο Οζάι Σεντίρ, διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας «Μιλιέτ» αποφεύγει να αποκλείσει ή να προαναγγείλει στρατιωτική αντίδραση από πλευράς Τουρκίας, περιοριζόμενος στη διαπίστωση ότι «η στάση της Τουρκίας είναι ούτως ή άλλως σαφής και ξεκάθαρη».

Πιο κατηγορηματικός εμφανίζεται ο Ναμίκ Ταν, πρώην πρεσβευτής της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον και στο Τελ Αβίβ και στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Παρότι επικρίνει την κυβέρνηση Ερντογάν, υιοθετεί την ανάγκη προηγούμενης συνεννόησης και προειδοποιεί ότι η τουρκική αντίδραση θα είναι αναπόφευκτη, εάν η Ελλάδα ενεργήσει χωρίς έγκριση. Δεν προσδιορίζει, ωστόσο, εάν αυτή θα είναι διπλωματική ή στρατιωτική.

Ως προς την αμερικανική στάση, οι τούρκοι συνομιλητές δεν αναμένουν παρέμβαση υπέρ της Αθήνας – και η πρώτη αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ φαίνεται να τους ικανοποιεί. Ο Ουγούρ Εκιντζί εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει διπλωματική διαχείριση σε περίπτωση κρίσης, ενώ και ο Ναμίκ Ταν θεωρεί ότι οι ΗΠΑ δεν θα αναμειχθούν σε θέματα, όπως το Great Sea Interconnector, και θα συνεχίσουν την παραδοσιακή πολιτική τους να μην παρεμβαίνουν στις σχέσεις των δύο χωρών.

Το πραγματικό διακύβευμα

Κοινή συνισταμένη αποτελεί ότι η Άγκυρα δεν προτίθεται να μείνει εκτός των διαδικασιών που αφορούν δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες διεκδικεί. Εκεί όπου διαφοροποιούνται οι προσεγγίσεις είναι στα όρια αυτής της στάσης και, κυρίως, στο ενδεχόμενο κόστος μιας νέας αντιπαράθεσης με την Ελλάδα.

Η μετάβαση από τη διπλωματική αντιπαράθεση στις κινήσεις επί του πεδίου αντιμετωπίζεται ως ολοένα και πιο πιθανή, χωρίς ωστόσο να υπάρχει κοινή εκτίμηση για το κατά πόσον μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργούσε υπέρ ή εις βάρος της Τουρκίας.

Το περιθώριο διπλωματικών ελιγμών της Άγκυρας εμφανίζεται, πάντως, περιορισμένο και από τις ίδιες τις δημόσιες τοποθετήσεις της. Η δήλωση του τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, στα «ΝΕΑ» περί προηγούμενης γραπτής γνωστοποίησης των ελληνικών δραστηριοτήτων έχει ήδη διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο απαιτήσεων, από το οποίο ενδεχόμενη υπαναχώρηση δεν θα ήταν πολιτικά εύκολη. Η Άγκυρα βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη και με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη δική της διακηρυγμένη θέση.

Το πραγματικό δίλημμα για την Άγκυρα δεν είναι πλέον τι θα διεκδικήσει, αλλά μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει για να υποστηρίξει όσα ήδη διεκδικεί. Η πολιτική αξιοποίηση του τουρκολιβυκού μνημονίου και οι απαιτήσεις για το GSI δημιουργούν προσδοκίες έμπρακτης συνέπειας, περιορίζοντας τα περιθώρια υπαναχώρησης χωρίς πολιτικό κόστος.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται να μετατοπίζεται από το πεδίο της διπλωματίας στη θάλασσα. Και το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι αυτή η κατεύθυνση που τείνει να λάβει η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση αναγνωρίζεται πλέον από όλους, ανεξαρτήτως πολιτικών αφετηριών.

- Post Down -

Comments are closed.