- Advertisement -

Τατιάνα Αβέρωφ στα «ΝΕΑ»: «Η δημόσια εικόνα είναι σαν ένα ένδυμα για μένα»

Τατιάνα Αβέρωφ στα «ΝΕΑ»: «Η δημόσια εικόνα είναι σαν ένα ένδυμα για μένα»
1

- Advertisement -

Το τραπέζι στο οποίο γευματίζουμε διαθέτει πιστοποιητικό γνησιότητας: «Αριθμός 39260, Νοέμβριος 1956». Ηταν τοποθετημένο στην τραπεζαρία της κατοικίας Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα στην Κηφισιά, κομμάτι αριθμημένο από τα περίφημα έπιπλα που παρήγαγε το εργοστάσιο Σαρίδη στη λεωφόρο Συγγρού, οικογενειακό κειμήλιο δεμένο αναπόσπαστα με την ιστορία της κόρης του ηπειρώτη πολιτικού, που όμως γεννήθηκε στα Τρίκαλα.

«Μετά το τέλος του βραδινού φαγητού, ο πατέρας έριχνε πασιέντζες και στη συνέχεια παίζαμε μαζί. Ανταγωνιστικά, με χρήματα που τα σημειώναμε, αλλά δεν τα πληρώναμε ποτέ», θυμάται η Τατιάνα Αβέρωφ για τον άνθρωπο που διετέλεσε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης (1981-1984), αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης (1981), υπουργός Εθνικής Αμυνας (1974-1981) και υπουργός Εξωτερικών (1956-1963).

Η Τ. Αβέρωφ έφτασε στο ραντεβού μας λίγο νωρίτερα από την καθορισμένη ώρα, με το απλό σπορ ντύσιμο που συνηθίζει. Γύρω από το Μέτσοβο τα βουνά έχουν χιονισμένες κορυφές και το φως που μπαίνει από τα παράθυρα είναι φθινοπωρινό και κοκκινωπό όπως τα φύλλα των δέντρων.

Το εστιατόριο όπου βρισκόμαστε συμπληρώνει τη λειτουργία του ξενοδοχείου και του οινοποιείου με την ονομασία «Κατώγι Αβέρωφ» και δεν υπάρχει τίποτε εδώ που να μη συνδέεται με τη συγκεκριμένη οικογένεια, η οποία καθόρισε την τύχη του τόπου.

Σε ένα φτωχό βλαχοχώρι ήρθε για πρώτη φορά ο 26χρονος Ευάγγελος Αβέρωφ, το 1936, για να γνωρίσει την πατρίδα των προγόνων του. «Μεταξύ τους θα μπορούσαμε να πούμε ότι δημιουργήθηκε ένα ειδύλλιο που κράτησε μια ολόκληρη ζωή», λέει η κόρη του. Το χωριό, που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μη βιώσιμο, σύμφωνα με μια έκθεση εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ, έχει σήμερα 2.500 κατοίκους και μεγάλη τουριστική και οικονομική ανάπτυξη.

Ο οδηγός του ταξί που με έφερε στο χωριό από τα Γιάννενα, ένας εστιάτορας, ένας ξενοδόχος, οι γέροντες που παραδοσιακά μαζεύονται στην πλατεία, όποιος συναντήσαμε σε αυτή τη σύντομη παραμονή μας στο Μέτσοβο, με αφορμή τα εγκαίνια της έκθεσης «Τέτσης – Ρόρρης. Από φως και από χώμα» στην Πινακοθήκη Ευ. Αβέρωφ, επιμένει να μου θυμίζει την προσφορά της οικογένειας Αβέρωφ στο Μέτσοβο.

Όμως για τη μικρή Τατιάνα που υπήρξε η νυν πρόεδρος του Ιδρύματος Ευ. Αβέρωφ – Τοσίτσα και συγγραφέας, αυτός ο τόπος ήταν πρωτίστως συνδεδεμένος με τα παιδικά καλοκαίρια της. «Περνούσα οπωσδήποτε δύο μήνες στο Μέτσοβο. Ερχόταν και ο πατέρας μου, και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που αγαπούσα τόσο πολύ τον τόπο», αφηγείται.

«Οταν εκείνος βρισκόταν εδώ, πήγαινε να επιθεωρήσει τα έργα στο τυροκομείο, στα βουστάσια, στον Αϊ-Γιώργη, στον κήπο. Κι εγώ τον ακολουθούσα παντού. Οπως κι εκείνος, λάτρευα το χωριό. Υπήρχε μια μυρωδιά από τα φυτά, οι αισθήσεις ήταν πεντακάθαρες. Τουλάχιστον έτσι τις θυμάμαι. Στο Μέτσοβο έβρισκα τον πατέρα μου και εδώ περνούσαμε ωραία μαζί», αφηγείται.

Η ίδια είχε φίλους στο χωριό, που τώρα πια δεν θυμάται τα ονόματά τους, αλλά θυμάται τα παιχνίδια στο πάρκο. «Είχα μεγάλη ελευθερία. Νομίζω ότι κυκλοφορούσα μόνη μου από επτά χρονών. Επαιζα στην πλατεία με τα άλλα παιδιά, όπως όλα τα παιδιά του χωριού», προσθέτει.

Ως κόρη ονομαστής και εύπορης οικογένειας με πατρογονικούς δεσμούς στην αριστεία και την πολιτική, μεγάλωσε στην Αθήνα με αγγλίδα νταντά και η μητέρα της είχε ανατραφεί στη Μεγάλη Βρετανία. Τα ελληνικά ήταν η γλώσσα που μιλούσε με τον πατέρα της και τα αγγλικά η γλώσσα της μητέρας της.

Διάβασε το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο στα ελληνικά όταν ήταν περίπου 12 ετών. Αργότερα έφυγε στην Αγγλία για να σπουδάσει κλασικό μπαλέτο. Αντεξε τρεις μήνες, ως τη στιγμή που αποφάσισε ότι δεν ήταν αρκετά καλή για να κάνει καριέρα. «Δεν ξέρω αν αυτό οφειλόταν στον πατέρα μου που με καμάρωνε όταν χόρευα σαν να ήμουν νεράιδα ή στην έλλειψη συναγωνισμού που είχα βιώσει μέχρι τότε», λέει.

Η ψυχολογία ήταν η δεύτερη επαγγελματική επιλογή της. Εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση, σε ιδιωτικό σχολείο, ως ψυχολόγος επί 16 χρόνια και υπήρξε πολύ ευχαριστημένη εκείνη την περίοδο. «Οι γονείς μου ήθελαν να σπουδάσω Ιστορία της Τέχνης, γιατί αυτό σπούδαζαν τα καλά κορίτσια από καλές οικογένειες. Εμένα, όμως, δεν με ενδιέφερε καθόλου. Δεν συγκινούμαι με τα μάτια. Συγκινούμαι με τα αφτιά, με τη μουσική, και με την κίνηση. Τα μάτια είναι για μένα ένα ουδέτερο πράγμα», εξηγεί.

Παρ’ όλα αυτά, αποδέχτηκε την πατρική επιθυμία να αναλάβει τη διεύθυνση της Πινακοθήκης Ευ. Αβέρωφ, λίγο πριν ο πατέρας της φύγει από τη ζωή. Η Πινακοθήκη Αβέρωφ ήταν το τελευταίο δημιούργημά του στο Μέτσοβο. Ανήκει στο κοινωφελές Ιδρυμα Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα που δημιουργήθηκε ακριβώς για να δεχτεί τη δωρεά των έργων τέχνης και του κτιρίου, που εκείνος έχτισε ειδικά για να στεγάσει τη συλλογή του με περίπου 200 έργα της νεότερης Ελλάδας.

Η Πινακοθήκη εγκαινιάστηκε από τον ίδιο τον Αύγουστο του 1988, δύο μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του. Στα 38 χρόνια λειτουργίας της, τα έργα της συλλογής έχουν τετραπλασιαστεί σε αριθμό και εμπλουτιστεί με νεότερους καλλιτέχνες, συμπληρώνοντας την ιστορική συνέχεια της συλλογής. Πέρα από τη μόνιμη έκθεση, εδώ οργανώνονται σε τακτική βάση περιοδικές εκθέσεις που συνδυάζονται με διάφορες δράσεις, εκδόσεις, ομιλίες, ενώ σε μόνιμη λειτουργία από το 1995 είναι το Παιδικό Εργαστήρι, όπου συμμετέχουν τα παιδιά της ευρύτερης περιοχής.

Της ζητώ να μας μιλήσει για τον πατέρα της, όπως τον έζησε. «Ο πατέρας μου ήταν από τη μια οπισθοδρομικός και από την άλλη προοδευτικός. Είχε και τα δύο στοιχεία. Δεν ήθελε την αδερφή μου κι εμένα καθόλου στην πολιτική, επειδή θεωρούσε ότι δεν ήταν για κορίτσια. Στη δική μου περίπτωση είχε απόλυτο δίκιο, αλλά όχι επειδή είμαι γυναίκα. Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική. Την απεχθάνομαι. Οταν ήμουν μικρή, δεν μπορούσα να βγάλω άκρη. Είχα φίλους που υποστήριζαν διαφορετικά πράγματα, άκουγα τις απόψεις τους, διάβαζα εφημερίδες, αλλά δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Ετσι, δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στα γεγονότα. Εμένα με ενδιέφεραν οι άνθρωποι», εξηγεί.

Θυμάται ότι στην Κηφισιά, τα πρωινά πριν φύγει από το σπίτι, συγκεντρωνόταν πλήθος κόσμου για να συναντήσει τον πατέρα της. Ο κήπος ήταν γεμάτος από ανθρώπους που περίμεναν, ενώ άλλοι βρίσκονταν στο χολ και σε ένα μικρό γραφείο του Ευάγγελου Αβέρωφ, όπου έμπαιναν όσοι είχαν πιο άμεση πρόσβαση.

«Καμιά φορά κατέβαινα με τις πιτζάμες για να φτιάξω καφέ και έπεφτα πάνω τους. Εκνευριζόμουν πολύ, γιατί ήταν το σπίτι μου», λέει η Τ. Αβέρωφ. «Εκείνος βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά θυμάμαι πολλές φορές να τον ακούω να βάζει τέτοιες φωνές, που εμένα θα με έκαναν να κρυφτώ κάτω από το κρεβάτι. “Πώς τολμάς να ζητάς από τον υπουργό σου να παρανομήσει; Τι είναι αυτά που μου λες;”, φώναζε σε κάποιον αιτούντα ρουσφέτι. Δεν δεχόταν να του ζητούν να παραβεί τον νόμο. Ηταν πολύ τρομακτικός όταν ήθελε».

«Μεγάλη σκιά»

Στην αρχή του ιστορικού μυθιστορήματος με τίτλο «Δέκα ζωές σε μία» (2014, εκδ. Μεταίχμιο), που η Τατιάνα Αβέρωφ έχει γράψει για τον πατέρα της – μια ιστορία με υπαρκτούς ήρωες και πραγματικά γεγονότα που ζωντανεύουν την ταραγμένη περίοδο από το 1908 μέχρι τις αρχές του Εμφυλίου –, υπάρχει η φράση «Αλλά η σκιά σου ήταν πάντα πολύ μεγάλη κι εγώ έτρεχα μ’ όλη μου τη δύναμη να σε αποφύγω για να μεγαλώσω».

Τη ρωτώ πότε αισθάνθηκε ότι η πατρική κληρονομιά δεν ήταν μόνον ευθύνη αλλά καθοριστικό συστατικό της εικόνας της προς τους άλλους. «Δεν ξέρω αν κατάφερα να διαμορφώσω τη δική μου δημόσια ταυτότητα, ανεξάρτητα από το βάρος του ονόματός μου», απαντά. «Ισως όχι. Η δημόσια εικόνα είναι σαν ένα ένδυμα για μένα, τη φορώ για να μην εμφανίζομαι γυμνή».

Αυτή την περίοδο η Τατιάνα Αβέρωφ βρίσκεται εν μέσω της διαδικασίας συγγραφής του επόμενου βιβλίου που μιλάει για τον πατέρα της, συνεχίζοντας να μετρά τις ζωές που αποτέλεσαν τον βίο του.

«Οταν παρουσίαζα το πρώτο μυθιστόρημα, όλοι με ρωτούσαν πότε θα έρθει η συνέχεια. Απαντούσα ότι δεν ήξερα, ότι μπορεί να το γράψω, μπορεί και όχι. Μου φαινόταν βουνό, γιατί η συνέχεια θα είχε να κάνει με την πολιτική. Ωστόσο, το βιβλίο λέγεται “Δέκα ζωές σε μία” και σε αυτό έχω γράψει τις πέντε ζωές του Ευάγγελου Αβέρωφ. Η ιδέα ήταν να γράψω και τις άλλες πέντε», λέει. «Εχω ήδη τα βασικά μέρη της συνέχειας με χρονολογίες και σταθμούς. Το επόμενο αφορά το υπουργείο Εξωτερικών. Επειτα έρχονται η δικτατορία, η Μεταπολίτευση και η περίοδος που ο πατέρας μου ήταν υπουργός Εθνικής Αμυνας. Βρίσκομαι κάπου εκεί τώρα. Και ξέρω πως η κατάληξη είναι η σταδιακή πτώση και στη συνέχεια ο θάνατος», αναφέρει.

Συνεπώς, ούτε τώρα που βαδίζει στη δεκαετία των 70 της χρόνων, σύζυγος και μητέρα ανδρών που επίσης δεν ασχολούνται με τα κοινά αλλά νοιάζονται σοβαρά να διατηρήσουν και να αβγατίσουν την οικογενειακή κληρονομιά, δεν θα τα καταφέρει να αποφύγει την κρίση αναφορικά με την πολιτική ζωή της Ελλάδας. Εχει άραγε καταλήξει αν ο πατέρας της ήταν περισσότερο συντηρητικός παρά φιλελεύθερος;

«Ως πολιτικός, ο πατέρας μου δεν ήταν συντηρητικός με την απλή έννοια του όρου. Ηταν πολύ ρεαλιστής. Δεν σκεφτόταν μόνο το ιδεατό, αλλά και το εφικτό, δηλαδή ποια βήματα έπρεπε να γίνουν για να φτάσει κανείς στον στόχο του. Πάντως αυτό που έβγαζε προς τα έξω δεν ήταν μια κατασκευασμένη πολιτική περσόνα. Ηταν εκατό τοις εκατό ο ίδιος.

Η πολιτική, για εκείνον, ήταν χρέος. Είχε πάντα την αίσθηση ότι ήταν απόγονος του Γεώργιου Αβέρωφ και ότι η οικογένεια Αβέρωφ όφειλε να προσφέρει. Είχε πολύ έντονο το αίσθημα του χρέους. Φαντάζομαι ότι η πολιτική τού άρεσε κιόλας, αν και δεν είμαι πολύ σίγουρη. Του άρεσε το παιχνίδι της αντιπαράθεσης, να πολιτικολογεί και να κερδίζει. Νομίζω, όμως, ότι περισσότερο του άρεσε να βρίσκεται στο Μέτσοβο, να μιλάει με τον κόσμο και να βοηθάει τους ανθρώπους που είχαν ανάγκη».

- Post Down -

Comments are closed.