- Advertisement -

«Συνθήκες πολέμου» μέσα στο κόκπιτ της αεροπυρόσβεσης: «Πονάει η ψυχή σου όταν δεν μπορείς να πετάξεις»

«Συνθήκες πολέμου» μέσα στο κόκπιτ της αεροπυρόσβεσης: «Πονάει η ψυχή σου όταν δεν μπορείς να πετάξεις»
2

- Advertisement -

Θερμοκρασίες που μέσα στο κόκπιτ αγγίζουν τους 50 βαθμούς Κελσίου. Αναταράξεις που μπορούν να πετάξουν το αεροσκάφος εκτός πορείας. Πυκνοί καπνοί που εξαφανίζουν τον ορίζοντα και περιορίζουν το οπτικό πεδίο στο ελάχιστο. Βουτιές λίγα μόλις μέτρα πάνω από το έδαφος για τη ρίψη νερού, προσθαλασσώσεις για υδροληψία και, ξανά από την αρχή. Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουν οι χειριστές των εναέριων μέσων πυρόσβεσης σε κάθε αποστολή, ενώ επεξεργάζονται ασταμάτητα δεκάδες κρίσιμες πληροφορίες και προβλέπουν τον επόμενο κίνδυνο.

Πριν ακόμη οι τροχοί εγκαταλείψουν τον διάδρομο, η στολή τους έχει ήδη «ποτίσει» από τον ιδρώτα. Και από εκεί και πέρα, κάθε λεπτό είναι μια αδιάκοπη δοκιμασία αντοχής και απόλυτης συγκέντρωσης. «Οι χειριστές επιχειρούν σε συνθήκες πολέμου» αναφέρει χαρακτηριστικά στα «ΝΕΑ» ο Μάμας Κρασσάς, απόστρατος ιπτάμενος πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας και ταξίαρχος εν αποστρατεία, με 33 χρόνια εμπειρίας στην πλάτη του, περιγράφοντας τις αντίξοες συνθήκες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι χειριστές των πυροσβεστικών αεροσκαφών κατά τις επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης.

Όμως, ορισμένες φορές, ακόμη και οι πιο ικανοί χειριστές δεν μπορούν να δαμάσουν τα στοιχεία της φύσης, που κρατούν καθηλωμένα τα εναέρια μέσα. Οι θυελλώδεις άνεμοι που έπνεαν κατά τις πρώτες ώρες της μεγάλης πυρκαγιάς στη Βοιωτία, φαίνεται πως εμπόδισαν τα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα να επιχειρήσουν.

«Όταν δεν μπορείς να επιχειρήσεις, νιώθεις τεράστια απογοήτευση»

Όπως εξηγεί ο κ. Κρασσάς, ο κυματισμός και οι άνεμοι είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί του χειριστή Καναντέρ. Ο έμπειρος πιλότος έχει τουλάχιστον 3.000 ώρες πτήσεων σε 30 χρόνια υπηρεσίας στην Πολεμική Αεροπορία, με τα 25 από αυτά στα πυροσβεστικά αεροσκάφη. «Από ψηλά, η ομορφιά ενός καταπράσινου τοπίου είναι καθηλωτική. Βλέπεις ολόκληρο το δάσος, μία ομορφιά, σαν ζωγραφιά. Όταν λοιπόν βλέπεις να έρχεται η καταστροφή προς αυτό το σημείο, και εσύ δεν έχεις την δυνατότητα να την εμποδίσεις, λόγω των ανέμων και των καιρικών συνθηκών, νιώθεις μία τεράστια απογοήτευση, έναν τεράστιο πόνο στην ψυχή σου, αφού δεν μπορείς να επέμβεις για να σώσεις το δάσος. Μερικές φορές, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά στα στοιχεία της φύσης».

Στην περιοχή μίας φωτιάς, όταν πνέουν πολύ ισχυροί άνεμοι, υπάρχουν και πολύ ισχυρές αναταράξεις. «Έτσι, δεν μπορείς να προσφέρεις τίποτα, γιατί θα πέσεις» επισημαίνει ο κ. Κρασσάς, τονίζοντας πως κάθε πυρκαγιά είναι διαφορετική. «Μπορεί με 6-7 μποφόρ να πάρεις νερό, ενώ με 2 μποφόρ να μην είναι εφικτό. Καμιά φορά βλέπουμε την θάλασσα ήρεμη, όμως τις περισσότερες φορές υπάρχει ένα “βουβό” κύμα. Υπάρχει περίπτωση η θάλασσα να φαίνεται σχετικά καλή και με το που ακουμπήσεις να σε πετάξει επάνω».

Το ίδιο επικίνδυνη είναι και η στιγμή της ρίψης νερού. Όπως λέει, πάνω από τη φωτιά η πυκνότητα του αέρα αλλάζει απότομα και νιώθεις κάτι να σε τραβάει προς τα κάτω. «Πρόκειται για τα λεγόμενα αρνητικά G. Όταν κατεβαίνεις σε ύψος 10 μέτρων από το έδαφος και η ταχύτητα είναι 200 χλμ την ώρα, πρέπει να αντιδράσεις σε κλάσματα του δευτερολέπτου».

50 βαθμοί Κελσίου στο κόκπιτ

Οι θερμοκρασίες μέσα σε ένα πυροσβεστικό εναέριο μέσο μπορεί να αγγίξουν και τους 50-60 βαθμούς Κελσίου. «Στάζεις ολόκληρος. Φτάνουμε στα όρια της αφυδάτωσης» λέει ο κ. Κρασσάς, και προσθέτει: «Μπορείτε να φανταστείτε τις συνθήκες πάνω από την φωτιά; Μέσα στους καπνούς; Στις αναταράξεις; Οι αισθήσεις δουλεύουν στο 110%. Σε περίπτωση που είσαι αρχηγός σχηματισμού, για παράδειγμα, πρέπει να βλέπεις τι κάνουν οι υπόλοιποι που ενδέχεται να είναι άπειροι, να έχουν μικρή εμπειρία στις πυρκαγιές, να πετάνε για πρώτη ή δεύτερη φορά, να μην μπορούν να πάρουν νερό. Πρέπει να τους ελέγχεις. Πρέπει να επικοινωνείς με τον σταθμό εδάφους για να πάρεις οδηγίες, τις οποίες πρέπει να κατανοείς. Πρέπει να δεις την φωτιά και τον άνεμο. Όλα αυτά, ο χειριστής του αεροπλάνου, που βιώνει τους 50 βαθμούς Κελσίου μέσα στο κόκπιτ, πρέπει να τα έχει στο κεφάλι του, και το μυαλό του να παίρνει 150 στροφές το δευτερόλεπτο για να φέρει εις πέρας την αποστολή του».

Στην πολυετή καριέρα του, όπως λέει, αντιμετώπισε πολλά δύσκολα περιστατικά, και κάποια από αυτά τον σημάδεψαν. «Είμαστε στην δεκαετία του 80′. Μέσα σε 18 ημέρες, είχε τύχει να βγάλουμε 215 ώρες πυρόσβεσης, δηλαδή, 13-15 ώρες την μέρα, καθημερινά. Δεν γυρνούσαμε καν στα σπίτια μας. Συγκεκριμένα, θυμάμαι μία αποστολή, που φεύγω από την Αθήνα για να πάω στην Ανδραβίδα για να αναλάβω υπηρεσία. Παίρνω μαζί και την οικογένειά μου. Αναλαμβάνω στς 14:30 το μεσημέρι, και τα παιδιά μαζί με την γυναίκα μου πηγαίνουν στην παραλία».

«Πετούσαμε επί 18 ημέρες»

Λίγα λεπτά αργότερα, τους δίνουν εντολή να απογειωθούν, και να κατευθυνθούν προς την Ελευσίνα. «Στην τελική προσγείωση εκεί, μας λένε “μην το κάνετε, φύγετε κατευθείαν για Ρόδο, έχει μεγάλη φωτιά. Πετούσαμε επί 8 μέρες, από το πρωί μέχρι το βράδυ, συνέχεια. Ήμασταν με την φόρμα μας και τις αρβύλες. Όπως είπαμε, η στολή μας στάζει πριν καν απογειωθούμε. Φανταστείτε πώς είναι μετά από 3-4 ώρες, σαν να βγήκε από την μπουγάδα. Στις 14 ώρες, είχε γίνει άσπρη από τα άλατα».

Αρκετές ώρες αργότερα, περίπου στις 21:00-22:00 την νύχτα, το πλήρωμα έφτανε στο ξενοδοχείο. «Βγάζαμε τα ρούχα μας, τα πλέναμε, τα απλώναμε και στις 04:00, τα φορούσαμε ξανά όπως ήταν μούσκεμα και πετούσαμε. Αυτό γινόταν επί 8 ημέρες στην Ρόδο, σε ακραίες συνθήκες. Τελειώνοντας από εκεί, μας εκτρέπουν σε άλλη μεγάλη φωτιά στη Χίο. Καθόμαστε επί 1 εβδομάδα και φτάνουμε τις 15 ημέρες».

Τότε, σκέφτηκαν πως κατάφεραν να σβήσουν την φωτιά στη Χίο, και επιτέλους θα γυρίσουν στην βάση του. «Στην μέση του Αιγαίου, μας στέλνουν στο Πήλιο. Εκεί καταρρεύσαμε. Επιχειρήσαμε 2-3 μέρες και μετά από 17-18 μέρες γυρίσαμε στην Ελευσίνα. Λειτουργούσαμε επαγγελματικά και ρομποτικά. Το μόνο που κάνεις σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι να βρεις κάπου να ξεκουράσεις το κορμί σου για να αντέξεις την άλλη μέρα, και την μεθεπόμενη μέρα, και πάει λέγοντας».

«Πρέπει να εστιάσουμε στην πρόληψη»

Όλες αυτές οι συνθήκες όμως, όπως λέει ο κ. Κρασσάς, ήταν υπερβολικές. «Από τότε, ευτυχώς, έχουν παρθεί μέτρα για την ασφάλεια των χειριστών. Τώρα, όταν κάνει έξοδο 2-3 ώρες για πυρόσβεση, επιστρέφει πίσω και γίνεται ανεφοδιασμός. Στην συνέχεια, κάνει δεύτερη έξοδο στον ίδιο χρόνο, επιστρέφει, και μετά είναι υποχρεωτικό να κάτσει 2 ώρες να ξεκουραστεί. Μέχρι στιγμής αυτό τηρείται σχεδόν στον απόλυτο βαθμό. Συνήθως, δεν βγαίνουν καν τρίτη έξοδο, και έρχεται άλλο πλήρωμα».

Σύμφωνα με τον κ. Κρασσά, τα εναέρια μέσα θα έπρεπε να λειτουργούν επικουρικά στις πυρκαγιές, καθώς η κάθε φωτιά, σβήνεται από το έδαφος. «Όμως, έχετε δει στην Ελλάδα σε κάποιο μεγάλο δάσος, όπως αυτό στην Βοιωτία, να υπάρχουν δίοδοι για να μπορούν να περνάνε στα πυροσβεστικά οχήματα; Πρέπει να υπάρξουν δασικοί δρόμοι όπως ήταν παλιά» τονίζει, και προσθέτει:

«Οι δασικές υπηρεσίες πρέπει να ξαναβγούν στο πεδίο. Από τον πρώτο μέχρι και τον τελευταίο γνώστη, όλοι είναι σημαντικοί. Πρέπει να εστιάσουμε στην πρόληψη, αλλιώς θα βλέπουμε τα δάση μας να καταστρέφονται».

- Post Down -

Comments are closed.