- Advertisement -

Στο 94% η ακραία φτώχεια στην Κούβα

Στο 94% η ακραία φτώχεια στην Κούβα
2

- Advertisement -

Μία από τις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της αντιμετωπίζει η Κούβα. Η ακραία φτώχεια φέρεται να έχει εξαπλωθεί στο 94% του πληθυσμού, ενώ οκτώ στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι αναγκάζονται να παραλείπουν τουλάχιστον ένα από τα τρία καθημερινά γεύματα, επειδή δεν διαθέτουν αρκετά χρήματα ή τρόφιμα.

Τα στοιχεία προέρχονται από την ένατη Έκθεση για την Κατάσταση των Κοινωνικών Δικαιωμάτων στην Κούβα, την οποία συνέταξε για το 2026 το Κουβανικό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων –μια οργάνωση που ασκεί κριτική στην κυβέρνηση της Αβάνας– βάσει 1.318 συνεντεύξεων σε όλες τις επαρχίες της χώρας, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου.

Επειδή πρόκειται για μη κυβερνητική έρευνα και όχι για επίσημη κρατική απογραφή εισοδήματος, τα ευρήματά της χρειάζονται ανάγνωση με αυτή την επισήμανση. Αποτυπώνουν, ωστόσο, μια κατάσταση εκτεταμένης υλικής στέρησης, την οποία επιβεβαιώνουν η έλλειψη βασικών αγαθών, η υποτίμηση του πέσο, οι συχνές διακοπές ρεύματος και η διαρκής συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 63% των πολιτών δυσκολεύεται ακόμη και να αγοράσει τα απολύτως απαραίτητα προϊόντα. Η επισιτιστική ανασφάλεια είναι εντονότερη μεταξύ των ηλικιωμένων: εννέα στους δέκα Κουβανούς άνω των 61 ετών δεν κατορθώνουν να εξασφαλίσουν τρία γεύματα την ημέρα.

Τα εισοδήματα δεν επαρκούν

Η οικονομική πραγματικότητα στην Κούβα σήμερα ξεπερνά τα όρια της κοινής λογικής, δημιουργώντας μια χαοτική απόσταση ανάμεσα στα επίσημα κρατικά δεδομένα και την καθημερινή επιβίωση των πολιτών. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Κουβανικού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (OCDH), το όριο της ακραίας φτώχειας για ένα τριμελές νοικοκυριό υπολογίζεται στα 87.210 κουβανικά πέσος (CUP) τον μήνα. Αν επιχειρήσει κανείς να μετατρέψει αυτό το ποσό με βάση την επίσημη κρατική ισοτιμία της χώρας (περίπου 27,7 πέσος ανά ευρώ), προκύπτει το εξωπραγματικό νούμερο των 3.144 ευρώ. Στα χαρτιά, δηλαδή, το όριο της φτώχειας στην Κούβα εμφανίζεται υψηλότερο από τον μέσο μισθό πολλών ευρωπαϊκών κρατών.

Η πραγματικότητα στους δρόμους της Αβάνας, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Το κουβανικό κράτος αδυνατεί να υποστηρίξει την επίσημη ισοτιμία και δεν διαθέτει ξένο συνάλλαγμα για να εξυπηρετήσει τους πολίτες. Ως αποτέλεσμα, η πραγματική οικονομία της χώρας κινείται αποκλειστικά με τους κανόνες της άτυπης (μαύρης) αγοράς, όπου η ισοτιμία έχει εκτοξευθεί στα 770 πέσος ανά ευρώ. Με βάση αυτή την πραγματική ισοτιμία, η αγοραστική δύναμη των 87.210 πέσος κατακρημνίζεται στα μόλις 113 ευρώ τον μήνα. Αυτό είναι το πραγματικό ποσό που χρειάζεται μια τριμελής οικογένεια για να καλύψει οριακά τις βασικές ανάγκες σίτισης και επιβίωσης.

Το πιο σοκαριστικό στοιχείο της κρίσης αποτυπώνεται στα εισοδήματα των ίδιων των Κουβανών. Την ώρα που το όριο της ακραίας φτώχειας «κλειδώνει» στα 87.210 πέσος (113€):

Το 68% των νοικοκυριών δηλώνει μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο από 20.001 πέσος (λιγότερα από 26 ευρώ).Ένα επιπλέον 15% λαμβάνει μεταξύ 20.001 και 40.000 πέσος (δηλαδή 26 έως 52 ευρώ). Συνολικά, το 83% του πληθυσμού είναι αναγκασμένο να ζήσει με εισοδήματα που δεν αγγίζουν ούτε το μισό του ορίου της ακραίας φτώχειας. Αυτή η βιβλική υποτίμηση του τοπικού νομίσματος έχει μετατρέψει τους μισθούς σε απλά χαρτιά, καθιστώντας τη μαύρη αγορά και τα εμβάσματα από τους συγγενείς του εξωτερικού τις μοναδικές σανίδες σωτηρίας για τη συντριπτική πλειονότητα των Κουβανών.

Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα ονομαστικά εισοδήματα και στο πραγματικό κόστος διαβίωσης εξηγεί γιατί η φτώχεια δεν περιορίζεται στους ανέργους. Επηρεάζει εργαζομένους, συνταξιούχους και οικογένειες που διαθέτουν κάποια πηγή εισοδήματος, αλλά δεν μπορούν να ακολουθήσουν την άνοδο των τιμών.

Η υποτίμηση του κουβανικού νομίσματος έχει εξανεμίσει μεγάλο μέρος της αγοραστικής δύναμης των μισθών και των συντάξεων. Παράλληλα, οι ελλείψεις και η λειτουργία παράλληλων αγορών έχουν δημιουργήσει μια πολύ πιο σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα από εκείνη που περιγράφουν οι επίσημες τιμές.

Η Κούβα εμφανίζει συγκριτικά περιορισμένη εισοδηματική ανισότητα, αλλά αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα θετικό δείκτη. Όταν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται κοντά στο κατώφλι της φτώχειας, η χαμηλή ανισότητα μπορεί να εκφράζει μια γενικευμένη εξίσωση προς τα κάτω και όχι μια ευημερία που κατανέμεται δικαιότερα.

Από τη σχετική ευημερία στην κρατική οικονομία

Η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει έντονη αντίθεση με την ιστορική θέση της χώρας. Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η Κούβα συγκαταλεγόταν στις σχετικά εύπορες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής, παρότι η ευημερία συνυπήρχε με βαθιές κοινωνικές ανισότητες, εκτεταμένη αγροτική φτώχεια και πολιτική αστάθεια.

Έρευνα των οικονομολόγων Μαριάν Γουόρντ και Τζον Ντεβερό εκτιμά ότι πριν από την Επανάσταση του 1959 το κατά κεφαλήν εισόδημα της Κούβας αντιστοιχούσε περίπου στο 30% εκείνου των Ηνωμένων Πολιτειών και στο 50%-60% των ευρωπαϊκών επιπέδων. Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι ο πλούτος διανεμόταν ισότιμα, δείχνει όμως ότι η χώρα δεν αποτελούσε μία από τις φτωχότερες οικονομίες της περιοχής.

Η άνοδος του Φιντέλ Κάστρο στην εξουσία άλλαξε πλήρως το οικονομικό μοντέλο. Οι εθνικοποιήσεις, ο κεντρικός σχεδιασμός και ο περιορισμός της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας κατέστησαν το κράτος κυρίαρχο οικονομικό παράγοντα.

Το νέο σύστημα πέτυχε σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις, κυρίως στην εκπαίδευση, στον αλφαβητισμό και στην καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Δεν κατόρθωσε, όμως, να δημιουργήσει ένα παραγωγικό μοντέλο με υψηλή αποδοτικότητα, επαρκείς επενδύσεις και διαφοροποιημένες εξαγωγές. Η οικονομία παρέμεινε εξαρτημένη από τη ζάχαρη και, κυρίως, από την εξωτερική υποστήριξη.

Η σοβιετική «ομπρέλα»

Για δεκαετίες, οι αδυναμίες του μοντέλου καλύπτονταν σε σημαντικό βαθμό από τη Σοβιετική Ένωση. Η Μόσχα αγόραζε κουβανική ζάχαρη σε ιδιαίτερα ευνοϊκές τιμές, προμήθευε τη χώρα με επιδοτούμενο πετρέλαιο και παρείχε δάνεια.

Μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου υπολόγισε ότι μεταξύ 1986 και 1990 η μέση ετήσια σοβιετική στήριξη, μέσω επιδοτήσεων και χρηματοδότησης, ανερχόταν σε περίπου 4,3 δισ. δολάρια. Με βάση την επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία, το ποσό αντιστοιχούσε περίπου στο 15% του κουβανικού ΑΕΠ.

Η Κούβα λάμβανε περισσότερο σοβιετικό πετρέλαιο από όσο χρειαζόταν και μπορούσε να μεταπωλεί το πλεόνασμα στη διεθνή αγορά, αποκτώντας πολύτιμο συνάλλαγμα. Το σύστημα της επέτρεπε να διατηρεί επίπεδα κατανάλωσης και εισαγωγών τα οποία δύσκολα θα χρηματοδοτούνταν από την εγχώρια παραγωγή.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης προκάλεσε ένα τεράστιο οικονομικό σοκ. Από το 1989 έως το 1993, το ΑΕΠ της Κούβας μειώθηκε κατά περίπου 35%. Η χώρα έχασε τις προνομιακές αγορές της, το επιδοτούμενο πετρέλαιο και τις σοβιετικές μεταβιβάσεις, εισερχόμενη στη λεγόμενη «Ειδική Περίοδο» των δελτίων, των ελλείψεων και της ενεργειακής κρίσης.

Η περιορισμένη νομιμοποίηση ιδιωτικών δραστηριοτήτων, οι αγροτικές αγορές και η χρήση του δολαρίου βοήθησαν στη μερική ανάκαμψη μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, χωρίς όμως να αλλάξουν τον βασικό χαρακτήρα της οικονομίας.

Βενεζουέλα, τουρισμός και εμπάργκο

Η Βενεζουέλα αποτέλεσε τον επόμενο μεγάλο οικονομικό υποστηρικτή της Αβάνας, παρέχοντας για χρόνια πετρέλαιο με ευνοϊκούς όρους, σε αντάλλαγμα κυρίως για υπηρεσίες Κουβανών γιατρών και άλλων επαγγελματιών. Συνάλλαγμα εξασφάλιζαν επίσης ο τουρισμός, τα εμβάσματα από το εξωτερικό και η εξαγωγή υπηρεσιών.

Καμία από αυτές τις πηγές, όμως, δεν επέλυσε τα θεμελιώδη προβλήματα: τη χαμηλή παραγωγικότητα, την περιορισμένη επενδυτική δραστηριότητα, την αναποτελεσματικότητα πολλών κρατικών επιχειρήσεων και την αδυναμία της χώρας να παράγει επαρκείς ποσότητες τροφίμων και βιομηχανικών προϊόντων.

Στην κρίση συνέβαλε καθοριστικά και το πολυετές αμερικανικό εμπάργκο, το οποίο περιόρισε τις εμπορικές συναλλαγές, τις επενδύσεις και την πρόσβαση της Κούβας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η σκλήρυνση των κυρώσεων αύξησε περαιτέρω το κόστος εισαγωγών και χρηματοδότησης. Οι εξωτερικοί περιορισμοί και οι εσωτερικές δυσλειτουργίες αλληλοτροφοδοτήθηκαν, επιδεινώνοντας την κατάσταση.

Το πλήγμα της πανδημίας

Η πανδημία αποκάλυψε εκ νέου την ευπάθεια του μοντέλου. Η κατάρρευση του τουρισμού στέρησε από την Κούβα μία από τις κυριότερες πηγές συναλλάγματος, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετώπιζε ταυτόχρονα ελλείψεις σε καύσιμα, τρόφιμα και φάρμακα.

Η τουριστική κίνηση δεν επανήλθε στα επίπεδα που απαιτούνταν για μια σταθερή ανάκαμψη. Η εξάρτηση από τον κλάδο αποδείχθηκε ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς οποιαδήποτε διεθνής αναταραχή μεταφέρεται γρήγορα στην πραγματική οικονομία.

Εως και 20 ώρες χωρίς ρεύμα

Η ενεργειακή κρίση αποτελεί πλέον ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην παραγωγή. Οι πεπαλαιωμένες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, η έλλειψη συντήρησης και ανταλλακτικών, οι ανεπαρκείς ποσότητες καυσίμων και η δυσκολία χρηματοδότησης των εισαγωγών προκαλούν πολύωρες διακοπές ρεύματος.

Σε ορισμένες περιοχές, οι διακοπές μπορεί να ξεπερνούν ακόμη και τις 20 ώρες την ημέρα. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Εργοστάσια, καταστήματα, μεταφορές, τουριστικές επιχειρήσεις και μονάδες παραγωγής τροφίμων αδυνατούν να λειτουργήσουν κανονικά.

Το 70% των ερωτηθέντων τοποθετεί τις διακοπές ηλεκτροδότησης στην κορυφή των προβλημάτων που πρέπει να επιλυθούν άμεσα. Ακολουθούν η επισιτιστική κρίση με 52% και το υψηλό κόστος ζωής με 45%.

Μια χώρα που καταρρέει και κτιριακά

Η φτώχεια αποτυπώνεται και στη φυσική κατάσταση της χώρας. Μόλις το 18% των κατοικιών που εξετάστηκαν χαρακτηρίζεται ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Το 47% χρειάζεται επισκευές, το 25% απαιτεί επείγουσες παρεμβάσεις και το 7% θεωρείται ότι κινδυνεύει άμεσα με κατάρρευση.

Το 95% των ερωτηθέντων αξιολογεί αρνητικά το ηλεκτρικό δίκτυο, το 87% την αποκομιδή απορριμμάτων και τους χώρους διάθεσής τους, το 84% την ύδρευση και την αποχέτευση, το 82% τα νοσοκομεία και τις υγειονομικές δομές και το 80% το οδικό δίκτυο.

Συνολικά, το 95% χαρακτηρίζει τις υποδομές της Κούβας από μέτριες έως κακές.

Οι 176 μεταρρυθμίσεις και η δυσπιστία

Η έκταση της κρίσης έχει αναγκάσει την κουβανική κυβέρνηση να κινηθεί προς αλλαγές οι οποίες άλλοτε θεωρούνταν αδιανόητες. Η Αβάνα ανακοίνωσε ένα πακέτο 176 οικονομικών μέτρων, το οποίο προβλέπει μεγαλύτερο χώρο για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Η εμπιστοσύνη της κοινωνίας, ωστόσο, εμφανίζεται εξαιρετικά περιορισμένη. Σύμφωνα με την έκθεση, το 95% αποδοκιμάζει την οικονομική και κοινωνική διαχείριση της κυβέρνησης, ενώ το 84% δεν πιστεύει ότι τα νέα μέτρα μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την κατάσταση.

Η Κούβα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τις συσσωρευμένες συνέπειες περισσότερων από έξι δεκαετιών: ενός υπερβολικά συγκεντρωτικού και χαμηλής παραγωγικότητας οικονομικού μοντέλου, της διαρκούς εξάρτησης από εξωτερικούς προστάτες και των αυστηρών αμερικανικών κυρώσεων. Η διάσωση της οικονομίας απαιτεί όχι μόνο έκτακτη χρηματοδότηση, αλλά βαθύτερες παραγωγικές και θεσμικές αλλαγές. Και όσο αυτές καθυστερούν, το μεγαλύτερο μέρος του κόστους εξακολουθούν να το επωμίζονται οι πολίτες.

- Post Down -

Comments are closed.