- Advertisement -

Στέλιος Καζαντζίδης: Πέντε στάσεις στον μύθο 25 χρόνια μετά τον θάνατό του

Στέλιος Καζαντζίδης: Πέντε στάσεις στον μύθο 25 χρόνια μετά τον θάνατό του
1

- Advertisement -

kazantzidis

Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του κορυφαίου λαϊκού ερμηνευτή – στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 -, άνθρωποι που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του αλλά και «ακροατές» επόμενων γενιών μιλούν για το αποτύπωμα της φωνής του.

Ο λαϊκός μας άγιος

Θωμάς Κοροβίνης – Συγγραφέας

Ε να τέταρτο του αιώνα απουσίας δεν είναι λίγο για τη συνολική αποτίμηση της προσφοράς και την ανίχνευση του αποτυπώματος μιας τόσο ιδιάζουσας, σημαίνουσας προσωπικότητας, υψηλής εμβληματικότητας στη διαμόρφωση του σύγχρονου προσώπου του ελληνικού τραγουδιού, πλατύτερης όλων των καλλιτεχνών μας δημοφιλίας, με πολυποίκιλη επιδραστικότητα στην ελληνική κοινωνία και τη μοναδικότητα καλλιτεχνικού κύρους ολκής να τη συνοδεύει αδιάπτωτα (και μάλιστα με αύξουσα πρόοδο αποδοχής).

Ο Καζαντζίδης δεν διεκδίκησε τα σκήπτρα της ηγεμονίας των ερμηνευτών, την άπλετη δόξα και τον θρησκευτικής λατρείας οπαδισμό των θαυμαστών του, αν και, εξαιτίας της επίγνωσής τους, και όχι μόνο, έπεφτε συχνά στο αδιέξοδο μιας ναρκισσιστικής δίνης που δεν κολάκευε καθόλου τη δημόσια εικόνα του.

Διέπρεψε για μισό περίπου αιώνα ως ο εξάρχων των τραγουδιστών της ενδοχώρας, η ψυχή των ξενιτεμένων Ελλήνων, γιατί στο βεληνεκές του ρεπερτορίου του, καθώς και στις αποχρώσεις των μετάλλων του αλλά και στον τέλειο τρόπο εκφοράς της γλώσσας μας – αυτού του πολυαγάπητου και κακοπαθημένου «φιλίου φωνήματος» όπως το ονόμασε ο Σοφοκλής – εκφράστηκε όλη η γκάμα του ευρύτερου λαϊκού αισθήματος.

Ο Στέλιος υπήρξε ο ιδανικότερος, ο απαράμιλλος αχθοφόρος των σεβντάδων της ξεριζωμένης Ρωμιοσύνης της Ανατολίας και της φιμωμένης και ρημαγμένης μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής φτωχολογιάς, τόσο παγανιστής, όσο και ένθεος, ο ορκισμένος ισόβιος μέχρι αυταπαρνήσεως αδελφός και εκπρόσωπος των εσταυρωμένων της ελληνικής γης.

Ως προς τον αγώνα του έναντι εταιριαρχών να διεκδικήσει – κάποτε ακόμη και με κάποια ατσαλοσύνη – τα δικαιώματά του για την αμοιβή των κόπων του, με τη σθεναρή και επίμονη στάση του άνοιξε τον δρόμο για όλους τους συναδέλφους του.

Ως προς το ήθος του, και μόνο το γεγονός ότι δεν ενέδωσε ποτέ στις σειρήνες της ευκολίας και του πλουτισμού και το ότι αρνήθηκε τη σαρωτική επέλαση της υποκουλτούρας που ορίζει πλέον τα πεπρωμένα του τραγουδιού μας, υπήρξε υποδειγματικός. Δεν υπάρχει χαραμάδα ελπίδας, ηλιαχτίδα χαράς μέσα σ’ αυτή τη φωνή.

Δεν μας έμεινε φωτογραφία του ή ένα ενσταντανέ από τις εμφανίσεις του στον κινηματογράφο σε κάποιο πάλκο να γελάει κι όταν χαμογελάει, από παλικάρι ακόμη, χαμογελάει πικραμένα. Είναι το «αγγελικό και μαύρο φως» του Σεφέρη που τον πλημμυρίζει. Ο Καζαντζίδης φέρει το ισόβιο πένθος για τα χαμένα χώματα της Μικρασίας και την απώλεια της Βασιλεύουσας, ως μαύρο παράσημο. Ομως μέσα απ’ την κραυγή της απελπισίας μόνο ο Στέλιος έβγαζε την ελπίδα.

Πιθανόν κάποιες ερμηνείες του Καζαντζίδη όπου αναδεικνύονται όλα τα φωνητικά του προσόντα να έκανε, όπως λέγεται, τη Μαρία Κάλας, η οποία αγαπούσε το λαϊκό τραγούδι και σύχναζε σε κέντρα διασκεδάσεως, ειδικά όπου έπαιζε το ζεύγος Χιώτη – Λίντα, να δηλώσει στους δημοσιογράφους : «Στην πατρίδα μου υπάρχει ένας λαϊκός τραγουδιστής που αν είχε ασχοληθεί με την όπερα, θα άφηνε εποχή. Το όνομά του είναι Στέλιος Καζαντζίδης!».

Κανένας από τους σπουδαίους δημιουργούς μας δεν βρήκε θέση δίπλα στο εικονοστάσι, ο Καζαντζίδης, ένας ξεχωριστά ευλογημένος θνητός, συνοδεύεται, εν ζωή και μετά θάνατον, από την αύρα του αδιάπτωτου μύθου του λαϊκού αγίου.

 «Οταν σταύρωνε τα χέρια πριν τραγουδήσει»

Θανάσης Πολυκανδριώτης – Μουσικοσυνθέτης 

Ο Στέλιος είναι η φωνή των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Οταν μπήκα στο στούντιο μαζί του, διαπίστωσα τη μεγαλοσύνη του. Μετά την ηχογράφηση του «Ζηλεύω τα πουλιά» (σ.σ.: στο άλμπουμ «Ελεύθερος» του 1988) με κοίταξε και μου είπε: «Θανασάκη, μήπως θέλεις να το ξαναπώ; Εχεις κάποιες σκέψεις πάνω στην ερμηνεία που έκανα;». Του λέω αποσβολωμένος ότι δεν πιστεύω αυτά που λέει. «Εσύ, ο κορυφαίος όλων;».

Κι εκείνος να μου απαντά με ταπεινότητα: «Δεν είμαι τίποτα. Απλώς ένας άνθρωπος που τραγουδά. Αυτό ξέρω να κάνω». Και το έκανε πολύ καλά. Οταν σταύρωνε τα χέρια πριν τραγουδήσει – λες και θα έλεγε τη δική του προσευχή –, ε, εκεί πια ήταν η θεϊκή στιγμή. Και το έκανε πάντα.

Κάποτε είχε πει ότι μόνο όταν τραγουδάει κάνει κάτι χρήσιμο για την κοινωνία και τους ανθρώπους. Σε πολλές τέτοιες στιγμές γινόταν ένας από εμάς, ένα μικρό παιδί που τρέχει στην ακρογιαλιά να μαζέψει βότσαλα. Οι δρόμοι του Στέλιου, του Στράτου, του Τόλη, της Μαρινέλλας και άλλων είναι που με έκαναν μουσικό.

Ολοι τους είναι μοναδικοί σε αυτό: να τραγουδούν μέσα από τον λαϊκό στίχο τις χαρές και τα ντέρτια του Ελληνα. Η δύναμή τους είναι ανυπέρβλητη. Και υπάρχει ένα στοιχείο τους που κρατάω και από τη συνεργασία μου με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος μου έλεγε: «Θανάση, μουσικός ίσον ταπεινότης». Και κάτι τελευταίο, όπου και πάλι η σκέψη με οδηγεί στον Καζαντζίδη. Το όνειρό μου είναι η δημιουργία μιας Ακαδημίας Λαϊκού Τραγουδιού. Κατά την άποψή μου, θα έπρεπε να έχει δημιουργηθεί πριν από 100 χρόνια.

Προσωπικά παλεύω με σεμινάρια και μαθήματα, με τη σκέψη πάνω από όλα στον Στέλιο. Η φωνή του διδάσκεται ήδη στο Πανεπιστήμιο του Λούισβιλ των ΗΠΑ μαζί με τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη. Στέλιο, μου λείπεις.

«Η διασκευή του “Υπάρχω”, τελείως κόντρα σ’ εμένα»

Monsieur Minimal – Tραγουδοποιός

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου ο Στέλιος Καζαντζίδης ακουγόταν συνέχεια, καθώς ήταν ο αγαπημένος ερμηνευτής της μητέρας μου και όλης εκείνης της γενιάς. Αν και αναγνώριζα πάντα πόσο σπουδαίο ήταν αυτό το τραγούδι, τόσο ερμηνευτικά όσο και μουσικά, δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου ούτε την επιθυμία να το διασκευάσω.

Η ιδέα προήλθε όταν μας προσκάλεσε ο Νίκος Πορτοκάλογλου στο Μουσικό Κουτί και μας ζήτησε να σκεφτούμε κάποιες «κουλές» διασκευές, κάτι που δεν θα κάναμε ποτέ και θα ήταν τελείως κόντρα σε εμάς.

Επειδή μου άρεσε μια διασκευή που είχε γίνει παλαιότερα, αποφάσισα να το τολμήσω. Ηθελα όμως να κάνω κάτι εντελώς διαφορετικό: να μην το ερμηνεύσω εγώ πατώντας πάνω στην παλιά εκτέλεση, αλλά να βγει μια πλήρης αντίθεση με το ύφος του κομματιού και να το πει μια γυναίκα.

Στο μυαλό μου είχα τη Μαρία Παπαγεωργίου, γιατί μου άρεσε πολύ η φωνή της και την είχα ταυτίσει λίγο με το Νέο Κύμα. Οταν της το πρότεινα, μόνο που δεν με έβρισε! Μου είπε ότι ήθελε να συνεργαστούμε, αλλά όχι με αυτό το τραγούδι, γιατί ήταν τελείως κόντρα σε όσα αντιπροσωπεύει.

Επειδή όμως η Μαρία είναι κορίτσι των προκλήσεων, τελικά το έγραψε και μου το έστειλε. Ακόμη και τότε, χρειάστηκε λίγο «ψήσιμο» παραπάνω για να πειστεί. Παράλληλα, βασανίστηκα αρκετά μέχρι να πάρω την άδεια από τον συνθέτη, τον Χρήστο Νικολόπουλο, και τον γιο του, παρόλο που τον θεωρώ εξαιρετικό δημιουργό.

Οταν κάνεις κάτι που δεν περιμένει κανείς, ενέχει μεγάλο ρίσκο: ή θα βγει τέρμα άκυρο και κακό, ή θα αποκτήσει μια δική του γοητεία. Δεν σκέφτηκα ποτέ να συγκριθούμε με το μεγαλείο της φωνής του Καζαντζίδη, γιατί τότε θα μιλούσαμε για ένα άλλο κομμάτι. Οταν το κυκλοφορήσαμε, φάγαμε χοντρό «κράξιμο» από τους λάτρεις του αυθεντικού.

Ομως, το μεγάλο κέρδος ήταν ότι υπήρχαν άνθρωποι που μέχρι τότε δεν συμπαθούσαν αυτό το τραγούδι και μέσα από τη δική μας εκτέλεση το αγάπησαν. Τελικά, ανανέωσα κι εγώ τη σχέση μου μαζί του, το αγάπησα πολύ περισσότερο και πλέον το λέω συχνά στις συναυλίες μου.

«Φωνή άρρηκτα συνδεδεμένη με τα βιώματά του»

Γιάννης Παπαγεωργίου – Μουσικός, τραγουδοποιός

Μέσα από την τριβή μου με το λαϊκό τραγούδι, ήρθα αναγκαστικά σε επαφή με τον Στέλιο Καζαντζίδη, καθώς πρόκειται για τον μεγαλύτερο λαϊκό τραγουδιστή που έχει υπάρξει στην Ελλάδα – τόσο σε φωνή όσο και σε λαοφιλία και εκτόπισμα.

Είναι ένας άνθρωπος που περικλείει την Ελλάδα όχι μόνο μουσικά και φωνητικά, αλλά και κοινωνικά. Μεγάλες μάζες ανθρώπων ταυτίστηκαν μαζί του, καθώς τραγούδησε κομβικά ζητήματα, όπως την ξενιτιά, τον έρωτα και άλλα σημαντικά θέματα που απασχολούσαν έντονα την κοινωνία, ειδικά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Προσωπικά είμαι λάτρης περισσότερο της πρώτης του περιόδου. Θα έλεγα ότι σε εκείνα τα πρώτα του βήματα, η φωνή του θύμιζε σε μεγάλο βαθμό τον Πρόδρομο Τσαουσάκη.

Αν προσέξει κανείς τα τραγούδια από το ’52 και μετά, οπότε ξεκίνησε, η φωνή του είχε μια διαφορετική χροιά. Ηταν πιο ανεπιτήδευτη, πιο απλή, με λιγότερο «επιτηδευμένη» χρήση των μέσων του. Αργότερα, βέβαια, ήρθε ο ηλεκτρικός ήχος και η εξέλιξη των ηχογραφήσεων, όπου το βάθος και το γράψιμο ανέδειξαν πλήρως τη φωνή του και έγινε ο απόλυτος «βασιλιάς» των στούντιο.

Ωστόσο, στους περισσότερους τραγουδιστές μου αρέσουν τα πρώτα τους βήματα, πριν φτάσουν σε σημείο να μιμηθούν – ή να τονίσουν υπερβολικά – τον ίδιο τους τον εαυτό και τα χαρακτηριστικά τους. Αυτό, βέβαια, το αναφέρω ως παρένθεση, διότι για τον Καζαντζίδη δεν παύει να ισχύει ότι πρόσφερε εκπληκτικές ερμηνείες μέχρι το τέλος της ζωής του.

Αν και στο σπίτι μεγάλωσα περισσότερο με τη «σχολή» του Γρηγόρη Μπιθικώτση και τα πιο δωρικά ακούσματα – κάτι που σίγουρα έπαιξε τον ρόλο του – ο Καζαντζίδης παραμένει μια φωνή που σε συγκλονίζει. Πολλοί τραγουδιστές προσπάθησαν να τον αντιγράψουν, βασίζοντας ακόμα και ολόκληρη την καριέρα τους πάνω στα φωνητικά του χαρακτηριστικά, αλλά ο Καζαντζίδης δεν αντιγράφεται.

Η φωνή του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο που έζησε, με τη βιωματική του στάση και την ιδιαίτερη, όχι πάντα εύκολη, προσωπικότητά του. Ολο αυτό το εσωτερικό και καλλιτεχνικό βάρος που κουβαλούσε, έφτανε στο κορύφωμά του μπροστά στο μικρόφωνο και παρέσυρε τα πάντα. Για εμάς τους νεότερους μουσικούς που ασχολούμαστε με το λαϊκό τραγούδι, ο Καζαντζίδης αποτελεί αναμφισβήτητα φάρο, αντικείμενο μελέτης και συνεχή πηγή συζήτησης.

Οταν τραγούδησε ποντιακά

Νίκος Ουρδουλίδης – Μουσικολόγος

Τ ο 1993 ο Στέλιος Καζαντζίδης μπαίνει στο στούντιο για να τραγουδήσει ποντιακά. Δίσταζε: δεν ήξερε καλά τη γλώσσα και φοβόταν την κρίση των «τεμέτερων», όπως θυμάται ο Λευτέρης Χαψιάδης, εμπνευστής του δίσκου, σε συνέντευξή του στον Θανάση Γιώγλου (ogdoo.gr, 2012). Στα «Αηδόνια του Πόντου» (MBI) τραγουδάει με τη φωνή που ξέρουμε: την ίδια τοποθέτηση, τα ίδια λαρυγγίσματα, τους ίδιους λυγμούς.

Καμία απόπειρα «ποντιακής» φωνής ή προφοράς. Δίπλα του ο Χρύσανθος, σε πλήρη αντίθεση προφοράς και τοποθέτησης. Το κοινό δεν ασχολήθηκε καθόλου. Οι ποντιακοί δίσκοι, λέει ο παραγωγός στην ίδια συνέντευξη, πουλούσαν πέντε, το πολύ δέκα χιλιάδες. Αυτός ξεπέρασε τις τριάντα. Ας ακούσουμε πίσω από τις φωνές. Στα «Αηδόνια», την ενορχήστρωση και τη διεύθυνση ορχήστρας υπογράφει ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο οποίος παίζει ούτι και λαούτο: ένας πρωταγωνιστής του λαϊκού, όχι του ποντιακού. Τέσσερις λυράρηδες, αλλά και ντραμς, ηλεκτρικό μπάσο και αρμόνιο.

Το «Τα καημούς τη ξενητειάς» είναι, ως προς την πραγμάτωσή του, μια σλόου ροκ μπαλάντα, στην οποία η λύρα παραμένει το κύριο σολιστικό όργανο. Και δεν το ενορχήστρωσε ο Νικολόπουλος, αλλά ο πόντιος συνθέτης του, ο Θανάσης Τσολερίδης. Το «Οχι πόλεμοι», αφιερωμένο στα παιδιά της Γιουγκοσλαβίας, κλείνει με τον Καζαντζίδη σε πρόζα: «Οχι πόλεμοι απάν’ ση γην! Οχι! Οι πόλεμοι σβήν’νε τη ζωήν».

Ηχολήπτης με όνομα στο ένθετο. Ορχήστρα που, απ’ ό,τι ακούγεται, παίζει από παρτιτούρα. Με άλλα λόγια, επαγγελματική παραγωγή της δεκαετίας του ‘90. Και το ρεπερτόριο; Από τα δεκαπέντε κομμάτια του CD, μόνο έξι δηλώνονται παραδοσιακά στα credits του ένθετου. Τα υπόλοιπα, νέες συνθέσεις: Χρύσανθου, Τσολερίδη, Μάκη Ερημίτη. Το εναρκτήριο «Οι δυ’ πα Στέλιο έζησα μ’», με στίχους του Χρύσανθου για τη συνεργασία τους, χρεώνεται ως παραδοσιακό σε διασκευή Καζαντζίδη.

Στο κουπλέ, όμως, διακρίνει κανείς τη μελωδία της «Χήρας», της μπαγιορούμπας που ο ίδιος είχε ηχογραφήσει το 1964. Λαϊκό που επιστρέφει ως ποντιακό. Ο Καζαντζίδης τραγουδάει Καζαντζίδη ή, κατά τη διατύπωση του Λεωνίδα Οικονόμου, «τραγουδάει τον εαυτό του». Στο «Πατρίδα ‘μ αραεύω σε» (1997), με τον Στάθη Νικολαΐδη και τον Χρήστο Χρυσανθόπουλο: δώδεκα κομμάτια, τρεις ενορχηστρωτές, ούτε ένα παραδοσιακό, όλα με δηλωμένο συνθέτη, οι περισσότεροι μέσα στην ορχήστρα. Κανείς δεν ζήτησε τον λόγο.

Η αντίδραση ήρθε από μέσα. «Ντραμς σε ποντιακά; Εγώ αποχωρώ!», θυμάται ο Χαψιάδης τον Χρύσανθο. Πείστηκε με βαριά καρδιά. Σε βίντεο από νυχτερινό κέντρο, όμως, ο ίδιος τραγουδάει με ντραμς πίσω του και αυτοσχεδιάζει για το γκαρσόνι: «Παρακαλώ σε, πουλί μ’, Στέφανε, στείλον με έναν Σίβας». Το σύμβολο και ο επαγγελματίας συνυπήρχαν στον ίδιο άνθρωπο και δεν ήταν ανάγκη να συμφωνήσουν.

Ο Καζαντζίδης δεν επιχείρησε να αναπαραγάγει τίποτε. Εκανε αυτό που έκανε πάντα: δούλεψε με επαγγελματίες, σε στούντιο, με τον ήχο της εποχής του, και έβαλε τη φωνή του σε τραγούδια που τον αφορούσαν. Η παράδοση ήταν το θέμα τους. Η μέθοδος ήταν δική του. Και ίσως αυτό είναι, εν τέλει, ό,τι πιο κοντινό στην παράδοση διαθέτουμε: ανθρώπους που δεν ρώτησαν ποτέ πώς πρέπει να ακούγεται.

- Post Down -

Comments are closed.