- Advertisement -

Η ειδικός από τη Σχολή Μεταλλειολογίας και Γεωλογίας του Βελιγραδίου εξήγησε ότι η περιοχή του Μπέζνταν, στη βορειοδυτική Βάτσκα, όπου σημειώθηκε ο ισχυρότερος σεισμός μεγέθους 4,1 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, ανήκει στη λεκάνη της Παννονίας και θεωρείται από τις λιγότερο σεισμογενείς περιοχές της χώρας.
Όπως ανέφερε, η περιοχή βρίσκεται μακριά από τις βασικές ζώνες παραγωγής σεισμικής ενέργειας που επηρεάζουν την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, όπως είναι η Ελλάδα, η Τουρκία, τα Καρπάθια και η περιοχή της Αδριατικής.
«Τα ρήγματα που προκαλούν σεισμούς εκεί βρίσκονται βαθιά κάτω από τα ιζήματα της Παννονικής λεκάνης. Τέτοια φαινόμενα είναι σπάνια, αλλά όχι απρόσμενα», υπογράμμισε η Μλαντένοβιτς.
Η ίδια εξήγησε ότι οι μικρότερες δονήσεις που ακολούθησαν τον κύριο σεισμό αποτελούν τυπικούς μετασεισμούς, καθώς η ενέργεια που απελευθερώθηκε από το βασικό γεγονός κατανέμεται στα γειτονικά ρήγματα προκαλώντας μικρότερες δονήσεις.
Σύμφωνα με τη Σέρβα σεισμολόγο, όταν μετά από έναν σεισμό μεγέθους 4 ή 5 Ρίχτερ ακολουθεί σειρά ασθενέστερων μετασεισμών, αυτό συνήθως αποτελεί ένδειξη εκτόνωσης και σταδιακής ηρεμίας του εδάφους και όχι προειδοποίηση για κάτι μεγαλύτερο.
Η Μλαντένοβιτς επανέλαβε ότι όλοι οι σεισμοί προκαλούνται από την απελευθέρωση τεκτονικής ενέργειας που συσσωρεύεται στον φλοιό της Γης. Όπως εξήγησε, ο φλοιός μπορεί να αποθηκεύσει συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας και όταν ξεπεραστεί το όριο, τότε αυτή απελευθερώνεται με τη μορφή σεισμικής δόνησης.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η ακριβής πρόβλεψη σεισμών παραμένει αδύνατη, καθώς οι επιστήμονες μπορούν να εκτιμήσουν μόνο το σεισμικό δυναμικό μιας περιοχής και όχι τον ακριβή χρόνο εκδήλωσης ενός σεισμού.
«Παρακολουθούμε τις κινήσεις των τεκτονικών πλακών, τη δραστηριότητα των ρηγμάτων και τις γεωλογικές διεργασίες. Μπορούμε να υπολογίσουμε πόσο ισχυρό σεισμό μπορεί να δώσει ένα ρήγμα, όχι όμως και πότε ακριβώς θα συμβεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ποιότητα των κατασκευών, επισημαίνοντας ότι οι σοβαρές ζημιές από σεισμούς σχετίζονται κυρίως με την παλαιότητα των κτιρίων και τη μη τήρηση αντισεισμικών κανονισμών.
Όπως είπε, τα σύγχρονα κτίρια στη Σερβία σχεδιάζονται με βάση τη σεισμικότητα κάθε περιοχής και τις πιθανές επιταχύνσεις του εδάφους κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε παλαιότερες κατασκευές ή σε περιπτώσεις όπου δεν τηρούνται τα απαραίτητα πρότυπα ασφαλείας.
Η σεισμολόγος σημείωσε επίσης ότι στη Σερβία δεν έχει ποτέ καταγραφεί με σύγχρονα όργανα σεισμός μεγαλύτερος των 6 Ρίχτερ. Ο ισχυρότερος σεισμός που έχει καταγραφεί οργανικά στη χώρα ήταν εκείνος του Κοπαόνικ το 1980, με μέγεθος 5,9 Ρίχτερ.
Η Μλαντένοβιτς στάθηκε ακόμη στη σημασία της σωστής ενημέρωσης των πολιτών για τη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια σεισμών. Προειδοποίησε ότι ο πανικός είναι συχνά πιο επικίνδυνος από την ίδια τη δόνηση, επισημαίνοντας ότι οι πολίτες δεν πρέπει να τρέχουν προς σκάλες, να χρησιμοποιούν ασανσέρ ή να επιχειρούν να πηδήξουν από παράθυρα.
Τέλος, η Σέρβα επιστήμονας απέρριψε τα σενάρια περί τεχνητής πρόκλησης μεγάλων σεισμών από ανθρώπινες δραστηριότητες, χαρακτηρίζοντας τέτοιους ισχυρισμούς «επιστημονική φαντασία». Όπως τόνισε, ο άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει μόνο πολύ μικρές σεισμικές δονήσεις, όπως αυτές που συνδέονται με εξορύξεις ή εκρήξεις σε ορυχεία, αλλά όχι καταστροφικούς σεισμούς μεγάλης κλίμακας.
«Η Ελλάδα, η Τουρκία, η Ιταλία και η περιοχή της Αδριατικής είναι πολύ πιο ενεργές σεισμικά από τη Σερβία, εξαιτίας της σύγκρουσης της αφρικανικής με την ευρασιατική πλάκα», κατέληξε η Μλαντένοβιτς, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που να δείχνουν αύξηση των μεγάλων σεισμών παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια.
Comments are closed.