- Advertisement -

Σέρχιο Μπλάνκο στα «ΝΕΑ»: «Με τον ελληνικό πολιτισμό έχω δεσμό σαρκικό»

Σέρχιο Μπλάνκο στα «ΝΕΑ»: «Με τον ελληνικό πολιτισμό έχω δεσμό σαρκικό»
1

- Advertisement -

Ο Σέρχιο Μπλάνκο είναι αυτή τη στιγμή ένας από τους αναμορφωτές του θεάτρου τον 21ο αιώνα, σε παγκόσμια κλίμακα. Ο γαλλοουρουγουανός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης που γεννήθηκε το 1971 στο Μοντεβιδέο έγινε πασίγνωστος στη χώρα μας ύστερα από τη μεγάλη επιτυχία του έργου του «Μια άλλη Θήβα» που παιζόταν για τέσσερις σεζόν – από το 2022 – με αφετηρία το Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, πάνω από 250.000 θεατές έχουν δει την παράσταση στην Ελλάδα και το κυριότερο είναι ότι το έργο του Μπλάνκο έβαλε στους θεατρικούς χώρους νέο κόσμο που δεν παρακολουθούσε συστηματικά ή και καθόλου θέατρο.

Λίγο πριν επισκεφτεί την Αθήνα, καταφέραμε να μιλήσουμε μαζί του ενώ βρίσκεται στο εξωτερικό. Είναι θερμός χαρακτήρας και γεμάτος όρεξη να μας φωτίσει για τα τρέχοντα στην καλλιτεχνική ζωή του και ευρύτερα. Η κουβέντα μας ξεκίνησε ευλόγως από τη… Θήβα.

«Η επιτυχία του “Μια άλλη Θήβα” στην Ελλάδα είναι ένα γεγονός που με κάνει πολύ ευτυχισμένο. Μια θεατρική επιτυχία σε μια χώρα σαν τη δική σας είναι μεγάλη συγκίνηση για κάποιον που αφιερώθηκε σε όσα η ιστορία και ο πολιτισμός της αντιπροσωπεύουν για τη σκηνική τέχνη. Και αυτό που κάνει επίσης το γεγονός συγκινητικό είναι ότι πρόκειται για ένα έργο που συνομιλεί τόσο με τον μύθο του Οιδίποδα όσο και με την τραγωδία “Οιδίπους Τύραννος” του Σοφοκλή. Το έργο αυτό γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο, από το Λονδίνο ως το Τόκιο, περνώντας από τη Σεούλ, το Σικάγο, το Νέο Δελχί, τη Μαδρίτη, το Σάο Πάολο ή το Μεξικό, αλλά καμιά δεν με συγκίνησε τόσο, όσο η επιτυχία που είχε στην Ελλάδα: η κληρονομιά της αποτελεί μεγαλειώδη παρακαταθήκη όχι μόνο για τη Δύση αλλά για ολόκληρο τον κόσμο».

Οταν η συζήτηση περιλαμβάνει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ο Μπλάνκο ενθουσιάζεται αμέσως. Αυτή η πηγαία αντίδραση έχει ρίζες στην παιδική του ηλικία και στον ιδιαίτερο δεσμό με την ποιήτρια και ελληνίστρια μητέρα του.

«Η σχέση μου με το αρχαίο ελληνικό δράμα δημιουργήθηκε μέσω της μητέρας μου, που εκτός από ποιήτρια ήταν μια μεγάλη ελληνίστρια και γνώστρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οταν γεννήθηκα, η μητέρα μου ολοκλήρωνε τη διατριβή της πάνω στην ελληνική τραγωδία και από βρέφος, για να με διασκεδάσει, μου έλεγε λέξεις στα αρχαία ελληνικά.

Αργότερα, όταν πήγα να ζήσω στο Παρίσι, αυτός ο δεσμός έγινε ακόμα πιο στενός, γιατί η μητέρα μου με επισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι και επί τριάντα χρόνια ταξιδεύαμε στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη της λεκάνης της Μεσογείου. Για εβδομάδες ολόκληρες επισκεπτόμασταν μνημεία, ερείπια του ελληνικού κόσμου, όπως και ανασκαφές.

Οτιδήποτε έχει σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό αγγίζει πολύ πρωτόγονες χορδές μέσα μου: είναι κάτι που υπάρχει από τότε που βρισκόμουν στην κοιλιά της μητέρας μου, γι’ αυτό και είναι ένας δεσμός σαρκικός. Οταν διαβάζω τους “Πέρσες” του Αισχύλου ή ένα ποίημα της Σαπφούς, το νιώθω αμέσως στο σώμα μου, στους ιστούς μου, στους τένοντές μου. Ολα αυτά κάνουν τη γραφή και το θέατρό μου να συνδιαλέγονται διαρκώς με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο», μας λέει με συγκίνηση ο θεατρικός συγγραφέας.

Αφορμή για την κουβέντα μας είναι η επίσκεψη του Μπλάνκο στην Αθήνα, στις 28 Οκτωβρίου. Ο λόγος, διπλός: η πρεμιέρα ενός νέου θεατρικού έργου με τίτλο «Tierra» (Χώμα), σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, και πάλι στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, που φέτος γιορτάζει τα τριάντα χρόνια λειτουργίας του. Παράλληλα, από τις εκδόσεις Πατάκη εκδίδεται η «Αυτομυθοπλασία», ένα δοκίμιο για τη «λογοτεχνική επινόηση του εαυτού ως χαρακτήρα μυθοπλασίας». Ο Μπλάνκο μάς εξηγεί για την άσκηση του βλέμματος μέσα από την απουσία. Το «Χώμα» είναι το έργο της μητέρας:

«Μετά τον θάνατο της μητέρας ένα από τα ωραιότερα πράγματα που μου συνέβησαν ήταν οι αμέτρητες ιστορίες που λάμβανα επί εβδομάδες από διάφορα πρόσωπα που την είχαν γνωρίσει. Αποδεικνυόταν ότι ένας άνθρωπος είναι και η κατασκευή από τα βλέμματα των άλλων. Αυτά τα βλέμματα είναι επίσης, κατά κάποιον τρόπο, εκείνα που μας δίνουν ζωή. Και τότε, σιγά σιγά, άρχισα να καταλαβαίνω ότι ένας από τους τόπους στους οποίους μένουν οι νεκροί είναι οι αφηγήσεις όσων μένουμε ζωντανοί».

Αρκούν όμως οι λέξεις για αυτή την περιπλάνηση και την εκ νέου ανακάλυψη των ανθρώπων που έχουν «φύγει»; «Προσωπικά ήθελα να ξαναβρώ το σώμα της. Αυτό είναι το πιο περίπλοκο με τον θάνατο κάποιου: η απότομη εξαφάνιση της φυσικής παρουσίας», απαντά ο Μπλάνκο και μας διηγείται την περιπλάνησή του στα εσώτερα διαμερίσματα της ψυχής.

«Στη διάρκεια των εβδομάδων που ακολούθησαν τον θάνατό της, πήγαινα σε διάφορα μέρη όπου θα μπορούσα να βρω ίχνη της: στο δωμάτιό της, στη βιβλιοθήκη της, στο γραφείο της κ.λπ. Και ανάμεσα σε αυτούς τους χώρους στους οποίους πήγα ήταν και το λύκειο στο οποίο δούλευε σε όλη της τη ζωή και στο οποίο πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα, περιπλανώμενος στους χώρους εκεί. Ωσπου ξαφνικά άρχισε να συμβαίνει κάτι παράξενο: υπήρξαν στιγμές που μου φάνηκε πως είδα τη μαμά να περπατάει στους διαδρόμους ή να ανεβαίνει τις σκάλες ή να μπαίνει στις τάξεις. Και τότε κατάλαβα ότι οι νεκροί δεν βρίσκονται μόνο στις ιστορίες των ζωντανών, αλλά κι εκεί έξω, γύρω μας, πολύ κοντά μας».

Τελικά μήπως αυτή η «παρουσία» υπήρξε το έναυσμα για το έργο του; αναρωτιόμαστε.

«Ναι. Ετσι αποφάσισα να γράψω αυτό το έργο, για να διηγηθώ την ιστορία ενός δραματουργού που αναζητά τη νεκρή μητέρα του προσπαθώντας να της εξασφαλίσει έναν τόπο σε αυτή τη γη. Η συγγραφή ήταν ο δικός μου τρόπος να την ανακαλέσω και να την αναζητήσω. Το κατάφερα, γιατί κάθε φορά που καθόμουν να γράψω, μπορούσα να αισθάνομαι σιγά σιγά την παρουσία της κοντά μου. Το καλό που έχουν οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν είναι ότι γίνονται πολύ πιο προσιτοί. Μπορείς να ζητάς να τους δεις όποτε θέλεις. Γράφοντας αυτό το έργο, ήταν η μέθοδός μου για να αρχίσω να πενθώ. Το πένθος είναι κάτι επίπονο αλλά ταυτόχρονα και όμορφο: είναι ο τρόπος που δίνουμε τελικά χώρο μέσα στη ζωή μας σε έναν άνθρωπο που δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Είμαι βέβαιος, όπως λέει ο χαρακτήρας μου στο τέλος του έργου, πως οι νεκροί δεν θέλουν να τους ξεχνάμε, γιατί φοβούνται την ανυπαρξία και από το υπερπέραν μάς ζητούν να συνεχίσουμε να τους δημιουργούμε και να τους αναδημιουργούμε επ’ άπειρον για να μπορούν να έχουν έναν τόπο δικό τους σε αυτή τη γη».

Φιλοσοφική παιδεία

Ο Μπλάνκο δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος της συναισθηματικής έξαρσης που αποτελεί τη βάση της θεατρικής πράξης. Ως συγγραφέας στο βιβλίο «Αυτομυθοπλασία», που έχει ως υπότιτλο τη φράση «Μια μηχανική του Εγώ», ο Μπλάνκο αναδεικνύει μέρος της φιλοσοφικής του παιδείας. Το κείμενο είναι «ένας τόπος αμφιβολίας». Το ζήτημα της διασταύρωσης του πραγματικού με το μη πραγματικό γίνεται το πεδίο του. Η αμφισημία ανάμεσα στο Εγώ και την ετερότητα αποτελεί την καύσιμη ύλη του: την αφηγηματική του ταυτότητα.

«Αν έπρεπε να περιγράψω την αφηγηματική μου ταυτότητα, θα έλεγα πως είναι εντελώς κατακερματισμένη, δηλαδή είναι μια ταυτότητα που δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κάτι συμπαγές και αδιαίρετο, αλλά ως ένα είδος σπασμένου παζλ, του οποίου τα κομμάτια δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αποτελούμαι από διάφορες ταυτότητες, πολλαπλές, διαιρετές, αντιτιθέμενες, πληθυντικές. Γι’ αυτό πάντα λέω ότι ποτέ δεν αναρωτιέμαι ποιος είμαι, αλλά ποιοι είμαι. Νομίζω ότι μπορούμε να υπάρχουμε πολλοί ταυτόχρονα μέσα στο ίδιο πρόσωπο. Μου αρέσει πολύ να κατοικούμαι από χιλιάδες αντιφάσεις που συνυπάρχουν και συγκρούονται μεταξύ τους. Αυτή η πολλαπλότητα νομίζω ότι μπορεί να ορίσει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την αφηγηματική μου ταυτότητα. Αν και πρέπει επίσης να ομολογήσω σε σχέση με όλα αυτά ότι είναι πολύ πιθανό να μην μπορέσουμε ποτέ να ορίσουμε πλήρως τον εαυτό μας. Σκέφτομαι ότι το να θέλουμε να μάθουμε ποιοι είμαστε είναι μια υπέροχη και πολύ σημαντική αναζήτηση, αλλά ταυτοχρόνως είναι μια απόπειρα καταδικασμένη σε αποτυχία. Το να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας είναι σχεδόν αδύνατον. Και είναι ωραίο που είναι έτσι, δεν νομίζετε;».

Με το ερώτημα του Μπλάνκο να βασανίζει το μυαλό μας, καταλαβαίνουμε για μία ακόμη φορά ότι γνωρίζουμε ελάχιστα τους εαυτούς μας. Τι είναι όμως αυτό που αναζητά κάθε φορά που ξεκινά να γράφει ένα καινούργιο έργο;

«Οταν αρχίζω να γράφω, ποτέ δεν θέτω προκλήσεις, ούτε καθορίζω όρια, ούτε προσπαθώ να ξεπεράσω τον εαυτό μου. Δεν προσπαθώ ποτέ να ξεπεράσω τον εαυτό μου γιατί δεν βλέπω την καλλιτεχνική δημιουργία ως σκάλα, μάλλον ως διάδρομο, ως πέρασμα, ίσως και λαβύρινθο. Περνάω από τον έναν διάδρομο στον άλλο, αλλά χωρίς να προσπαθώ ποτέ να με ξεπεράσω. Θα έλεγα ότι το μόνο πράγμα που επιδιώκω κάθε πρωί, όταν κάθομαι να γράψω, είναι να προσπαθώ να μεταμορφώσω όλα αυτά που σκέφτομαι και αισθάνομαι σε λέξεις με τον σαφέστερο και καθαρότερο τρόπο. Η συγγραφή είναι μια θαυμάσια πράξη μεταμόρφωσης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο συγγραφέας μετατρέπει όλες τις ιδέες και τα συναισθήματά του σε κείμενο. Είναι κάτι παρόμοιο με τη Θεία Ευχαριστία, όπου χάρη στη μετουσίωση τα στοιχεία μετατρέπονται σε κάτι άλλο. Γι’ αυτό, το σημαντικό και ουσιώδες είναι να φτάσεις σε μια κατάσταση βαθιάς συγκέντρωσης, διανοητικής, συναισθηματικής αλλά και μυϊκής».

Αυτή η μετουσίωση που αναφέρει ο Μπλάνκο φέρνει στον νου τη μεγάλη του επιρροή, τον Αρθούρο Ρεμπό. Ο οποίος με τον στίχο «Εγώ είμαι ένας άλλος» διαμόρφωσε αυτό που ο συγγραφέας αγαπά περισσότερο στην τέχνη: το ότι «μέσα σε έναν άνθρωπο βρίσκεται ολόκληρη η ανθρωπότητα». Κι εκεί η βία – ένα από τα προσφιλή θέματα του συγγραφέα – έχει ρόλο πρωταγωνίστριας. Η βία που δεν είναι ένστικτο, αλλά ένα μόρφωμα που συντίθεται εντός μας.

«Αυτό που με ενδιαφέρει στη βία είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να φωλιάσει μέσα μας. Πιστεύω ότι η βία είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα φαινόμενα στον κόσμο. Οσο κι αν δεν μας αρέσει να το παραδεχόμαστε, είναι κάτι βαθιά συνδεδεμένο με το ανθρώπινο είδος.

Στο έργο μου “Τα άνθη του κακού ή Ο εορτασμός της βίας” λέω πως η βία δεν είναι ένστικτο, αλλά είναι κάτι που διαμορφώνεται, καλλιεργείται, είναι αντικείμενο εκπαίδευσης. Η βία είναι αυτή η σκοτεινή και ζοφερή πλευρά των ανθρώπων, στην οποία με ενδιαφέρει να βυθίζω την πένα μου, προσπαθώντας να την κατανοήσω, και να κατανοήσω μαζί και τη γοητεία που ασκεί πάνω μας. Η πολύπλοκη σχέση μας με τη βία είναι ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ανθρώπινης υπόστασης: δεν υφιστάμεθα απλώς τη βία, αλλά τη δημιουργούμε και την αναδημιουργούμε συνεχώς, κάνοντάς την ολοένα και πιο σύνθετη, πιο εκλεπτυσμένη. Νομίζω πως αυτό είναι που με πονάει περισσότερο. Είναι τρομερό να πρέπει να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι, ως είδος, σταθήκαμε ικανοί να δημιουργήσουμε το Αουσβιτς. Γι’ αυτό ακριβώς νιώθω την ανάγκη να βρεθώ στους πρόποδες της Ακρόπολης, για να θυμηθώ ότι, ως είδος, σταθήκαμε επίσης ικανοί να δημιουργήσουμε τον Παρθενώνα».

Sergio Blanco, Αυτομυθοπλασία, μια μηχανική του εγώ

Μτφ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Εκδ. Πατάκη, 2026, σελ. 172

Τιμή 10 ευρώ

- Post Down -

Comments are closed.