- Advertisement -

Πήγαμε είδαμε: «Βάκχες» και Κ. Βήτα στην μικρή και μεγάλη Επίδαυρο – Ορφέα και Ευρυδίκη στην Αρχαία Μεσσήνη

Πήγαμε είδαμε: «Βάκχες» και Κ. Βήτα στην μικρή και μεγάλη Επίδαυρο – Ορφέα και Ευρυδίκη στην Αρχαία Μεσσήνη
1

- Advertisement -

Ήταν σχεδόν ευεργετική η ξαφνική βροχή στην Επίδαυρο το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης προετοιμάζοντας τον χώρο με τον ιδανικότερο τρόπο: νότισε το χώμα, και ξέπλυνε και το τελευταίο ίχνος σκόνης. Δέκα λεπτά μετά τις 9 την Παρασκευή, άρχισε να ξετυλίγεται ο συγκλονιστικός μύθος των «Βακχών», έτσι όπως τις οραματίστηκε ο σημαντικός βούλγαρος σκηνοθέτης Γιάβορ Γκάρντερ.

Έχει σημασία να επισημάνουμε ότι η σχέση του με το αρχαίο δράμα αρχίζει το μακρινό 1989, όταν ήταν μαθητής και ήρθε εκδρομή με το σχολείο του στην Επίδαυρο. Ο δάσκαλος του ανέθεσε, μάλιστα, να γίνει ο ξεναγός στο Ασκληπιείο και στο αρχαίο θέατρο.

Έτσι, πυροδοτήθηκε το ενδιαφέρον του για τον ελληνικό πολιτισμό, τη γλώσσα και τις τελετουργίες που γέννησαν το θέατρο στο λίκνο του πολιτισμού, όπως αναφέρει η αναπληρώτρια καθηγήτρια Θεατρικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις Βαλερί Ρόμπινσον.

Αυτή η εκκίνηση φωτίζει το πώς οδηγήθηκε στην ωραιότερη, κατά τον Αριστοτέλη, από τις σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη – του «τραγικότερου των ποιητών» κατά τον Σταγειρίτη φιλόσοφο – , δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στο παντοδύναμο πνεύμα του Διονύσου και την υλική βία που εκπροσωπεί ο Πενθέας.

Ο προσηλωμένος στη μεταθεατρικότητα, όπως επισημαίνει o δημιουργός στο σημείωμά του, στήριξε το εγχείρημά του σε ένα καίριο νιτσεϊκό ερώτημα: «Είναι δυνατόν, έστω και μόνο στο πλαίσιο μιας παράστασης, ο Διόνυσος να νικήσει ολοκληρωτικά και άνευ όρων τον Απόλλωνα;».

Τολμηρή σκέψη που στεφανώθηκε από την πρόθεσή του να βάλει δίπλα στο αρχαίο κείμενο τον ηλεκτρικό σκοτεινό ρυθμό των Tiger Lillies. To βρετανικό συγκρότημα, τοποθετημένο ψηλά στην κατασκευή – από εκείνες που βλέπουμε στις συναυλίες – λειτούργησε ως ένας ιδιοσυγκρασιακός ροκ Χορός.

Η οπτική μεταφορά αυτής της ιδέας δημιούργησε την ατμόσφαιρα συναυλιακού χώρου για σταρ διεθνούς βεληνεκούς. Αυτός ο «κλειστός χώρος» συμβόλισε κατά κάποιον τρόπο και τη φυλακή της εξουσίας – μια επιλογή που μπορεί να ξένισε αλλά σίγουρα δεν έμεινε αδιάφορη.

Μία από τις χαρακτηριστικότερες σκηνές της παράστασης – συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, με τη συμμετοχή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος – εκτός από την εντυπωσιακή εμφάνιση του Διονύσου και την αφήγηση της ιστορίας του, ήταν η σύλληψη και η φυλάκισή του.

Τον ακολουθούσαν οι Μαινάδες, οι  οποίες περνούσαν τα κιγκλιδώματα υπό σωματικό έλεγχο, αυστηρό. Μια διαδικασία που παρέπεμπε στον έλεγχο ασφαλείας που υφιστάμεθα όλοι μας στις μεγάλες rock συναυλίες πριν μπούμε στην αρένα. Μόλις περνούσαν τη ζώνη ελέγχου, οι γυναίκες πλησίαζαν και άγγιζαν με υστερία τον φυλακισμένο Διόνυσο.

Αλλη μια κίνηση που θύμιζε αντιδράσεις φανατικών θαυμαστών, οι οποίοι λαχταρούν να ακουμπήσουν το είδωλό τους. Αυτός ήταν ο τρόπος του Γκάρντεφ να εκσυγχρονίσει τη διονυσιακή υστερία. Η ουσία αυτή βρίσκεται στη μεγάλη σύγκρουση: στο παντοδύναμο πνεύμα που εκπροσωπεί ο Διόνυσος και την υλική βία που εκπροσωπεί ο Πενθέας.

Η πολυδιάστατη φύση του Διονύσου ακροβατεί ανάμεσα στο μαρτύριο και τη δόξα. Είναι το ζωοποιό στοιχείο του σύμπαντος, ο χυμός που κυλά στο κρασί, το μέλι, το γάλα, το αίμα των ζώων, η πύρινη λάβα. Και ο Λεονίντ Γιόβτσεφ (ο «Νταϊονάσιους», όπως τον προφέρανε) τον απέδωσε υπέροχα.

Υπέροχοι και οι δικοί μας ερμηνευτές. Τρεις διαφορετικές γενιές, έδωσαν μάχη, για να κρατήσουν τις ισορροπίες. Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης έδωσε έναν Πενθέα οχυρωμένο πίσω από τον άκαμπτο ορθολογισμό του, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς έναν αξιοπρεπή Κάδμο – με υπέροχη αγγλική προφορά – ενώ ο διεθνούς ακτινοβολίας Σάμιουελ Φίνζι παρουσίασε έναν δωρικό Τειρεσία.

Η σκηνική συνάντηση των δύο γερόντων, περιορίστηκε σε έναν μετρημένο διάλογο, με μοναδικό σύμβολο τα κέρατα στο κεφάλι τους. Με συνέπεια στον ρόλο τους στάθηκαν οι Αγγελιαφόροι (Ιβάν Γιουρούκοφ, Μαρτίν Ντιμιτρόφ) και ο Υπηρέτης (Ιβάν Νικόλοφ).

Η μεγαλύτερη, ωστόσο, απώλεια σημειώθηκε στην κορύφωση του έργου. Ο θρήνος της Αγαύης, την οποία υποδύθηκε η Λουκία Μιχαλοπούλου, έλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά, στερώντας από το κοινό τη βαθύτερη ψυχική σύνδεση με το μέγεθος της τραγωδίας.

Χωρίς αυτό το σπαρακτικό πέρασμα από τη θεϊκή τύφλωση στη φρικτή συνειδητοποίηση του εγκλήματος, το συμβάν δεν μεταβολίστηκε ποτέ στον συλλογικό οργανισμό των θεατών και δεν μετατράπηκε σε τραύμα.

Ήταν μια παράσταση ρηξικέλευθη, με αιρετική ματιά, μακριά από τη συνηθισμένη ελληνική αισθητική, που όμως άφησε μια αίσθηση μετεωρισμού, καθώς ο αταβιστικός φόβος της κατάρρευσης του πολιτισμού μεταφέρθηκε σε μια αναλογία με την εμπειρία των βαλκανικών εθνικισμών.

Καθώς τα φώτα χαμήλωναν και ο ηλεκτρικός ήχος των Tiger Lillies έσβηνε, η υγρασία της Επιδαύρου φαινόταν να παγώνει την ατμόσφαιρα, αφήνοντας την υπαρξιακή αγωνία να αποτυπωθεί στην οθόνη του σκηνικού: «Υπήρξες ποτέ ευτυχισμένος;».

Μικρή Επίδαυρος  – Μια ελεγεία του Κ. Βήτα για την απώλεια και τη νοσταλγία

Η φύση είχε τα δικά της σχέδια και αποφάσισε να αναλάβει την ατμοσφαιρική εισαγωγή πριν παραχωρήσει τη σκηνή στον Κωνσταντίνο Βήτα. Η ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα ήταν ο απρόσμενος σκηνοθέτης της γενικής πρόβας για την παράσταση «Εννιά νούφαρα από τη νεκρή όχθη» στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου.

Μετέφερε την έναρξη για τις 8 αντί για τις 6 το απόγευμα, που ήταν προγραμματισμένη. Ιδανικό προοίμιο για το ατμοσφαιρικό σκηνικό που αναδύθηκε με την άδεια του καθαρού ουρανού. Το απόλυτο σκοτάδι που είχε πλέον απλωθεί στο αρχαίο κοίλο έγινε ο τέλειος καμβάς για τη μυσταγωγία που ακολούθησε.

Το σκηνικό αποκαλύφθηκε μέσα από το ιδιαίτερο παιχνίδι του Phil Hills: φωτιζόμενες ράβδοι δημιούργησαν ένα ονειρικό, σχεδόν μεταφυσικό περιβάλλον. Υπέροχο οπτικό για το υλικό του ομώνυμου δίσκου που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2025 και που έπαιζε για πρώτη φορά ζωντανά σε κοινό.

Ο ανήσυχος πρωτεργάτης της ελληνικής ηλεκτρονικής μουσικής, συνδυάζοντας τη σύγχρονη electronica με ρεμπέτικα και παραδοσιακά τραγούδια, γεφύρωσε το παρελθόν με το παρόν. Σε αυτή την πρώτη ζωντανή παρουσίαση του έργου, ο καλλιτέχνης, πλαισιωμένος από τον Βάιο Μαχμουντέ (συνθεσάιζερ) και τους Δημήτρη Μπαρμπαγάλα και Δημήτρη Καρασούλο (κιθάρες), ξετύλιξε ένα tracklist 11 κομματιών γεμάτο συναίσθημα.

Επέλεξε να μας βάλει στον μαγικό του κόσμο με πέντε μικρά ορχηστρικά και πέντε γνωστές μπαλάντες του («Αστρο» «Δωμάτιο» «Χαζό παιδί» «Ημέρα που έγινες» «Ο απόφοιτος»). Οι minimal, ηλεκτρονικοί παλμοί ενσωματώθηκαν με τις διασκευές τεσσάρων σπουδαίων έργων του Γιάννη Παπαϊωάννου – όπως τα «Πριν το χάραμα» και «Ανοιξε γιατί δεν αντέχω» –, ενώ το παραδοσιακό στοιχείο έλαμψε μέσα από κομμάτια όπως «Οι ψαράδες» και το «Σάλα σάλα» στο encore.

Ξεχωριστή στιγμή ήταν η ζωντανή απόδοση του «Λαβύρινθου», του νέου τραγουδιού σε σύνθεση του Σωκράτη Μάλαμα. Τα «Εννιά νούφαρα» ήταν η ποιητική αναφορά στην απώλεια, τη μετανάστευση των Ελλήνων του 20ού αιώνα και τη νοσταλγία σε μια βαθιά φορτισμένη και ευγενή μουσική πρόταση η οποία που μεταμόρφωσε το Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου σε γέφυρα πολιτισμικής μνήμης.

Αρχαία Μεσσήνη –  Το μουσικό ταξίδι του Ορφέα στον Κάτω Κόσμο

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία μοιράστηκε με τους δημοσιογράφους ο πρόεδρος της κίνησης πολιτών «Διάζωμα», Σταύρος Μπένος, καθώς διασχίζαμε τον αρχαιολογικό χώρο με κατεύθυνση το Αρχαίο Θέατρο της Μεσσήνης, για τον σπουδαίο Πέτρο Θέμελη, τον άνθρωπο που άλλαξε ριζικά την αρχαιολογική επιστήμη .

«Είναι το πρώτο θέατρο στον πλανήτη που, χάρη στον Θέμελη, αποκαταστάθηκε η γεωμετρία του», εξήγησε ο Σταύρος Μπένος. «Μέχρι τότε, η αναστήλωση γινόταν αυστηρά έως εκεί που βρισκόταν το αρχαίο υλικό. Ο Πέτρος όμως πίστευε βαθιά ότι η αποκατάσταση δεν αφορά μόνο το υλικό, αλλά και τη φόρμα.

Έτσι, ο σημερινός επισκέπτης της Αρχαίας Μεσσήνης αντικρίζει την ολοκληρωμένη εικόνα του μνημείου της αρχαιότητας – μια πρωτοπορία που έκτοτε καθιερώθηκε παγκοσμίως. Το δεύτερο, πιο αφανές αλλά εξίσου σπουδαίο επίτευγμά του, ήταν η ενοποίηση της ανασκαφής με την αναστήλωση.

Έλεγε χαρακτηριστικά πως η ανασκαφή είναι μια πνευματική διεργασία που δεν αποτυπώνεται απλώς σε ένα αρχαιολογικό ημερολόγιο· παράγει ένα πνευματικό κεφάλαιο που πρέπει να επενδυθεί στην αναστήλωση. Αν δεν έχεις τα μέσα να αναστηλώσεις, δεν σκάβεις, γιατί η ανασκαφή χωρίς συνέχεια είναι μια διαδικασία καταστροφής».

Ακριβώς αυτό το πνευματικό κεφάλαιο και η αποκατεστημένη γεωμετρία του χώρου αποτελούν πλέον τον φυσικό χώρο υποδοχής για την καλοκαιρινή συνάντηση που τείνει να γίνει θεσμός.

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο εμβληματικό Αρχαίο Θέατρο, το Σάββατο 11 Ιουλίου παρουσίασε την αριστουργηματική όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» των Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ και Εκτόρ Μπερλιόζ, με μια μικρή καθυστέρηση στην έναρξη που ήταν προγραμματισμένη στις 20:30, λόγω απρόβλεπτης αδιαθεσίας θεατή από την Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής υπό την έμπειρη μπαγκέτα του Γιώργου Πέτρου.

Τα φωνητικά σύνολα πλαισιώνει η Χορωδία Δωματίου Αθηνών, σε διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου και μουσική προετοιμασία του Μιχάλη Αγγελάκη. Ο διαχρονικός μύθος Ο μύθος έχει εμπνεύσει δεκάδες δημιουργούς ανά τους αιώνες από τις απαρχές της όπερας με τον Μοντεβέρτι μέχρι τον μινιμαλισμό του Φίλιπ Γκλας τον 20ό αιώνα.

«Ορφέας και Ευρυδίκη» – Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ / Εκτόρ Μπερλιόζ. Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. Το Μέγαρο στην Αρχαία Μεσσήνη, 11/07/2026

Η εν λόγω ιστορία στην εκδοχή Γκλουκ, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε το 1762, άλλαξε ριζικά το λυρικό θέατρο, αφού ο συνθέτης αφαιρώντας κάθε τι περιττό εστίασε στο ανθρώπινο δράμα, προαναγγέλλοντας τον ρομαντισμό.

Το 1859, σχεδόν έναν αιώνα μετά, ο σπουδαίος Εκτόρ Μπερλιόζ ένωσε τις δύο παλαιότερες εκδοχές του Γκλουκ και εκσυγχρόνισε την ενορχήστρωση, διατηρώντας όμως ανέπαφο τον κορμό της όπερας. Πρόκειται για ένα έργο με τη λιτότητα ενός μαρμάρινου γλυπτού και την καρδιά ενός ρομαντικού δημιουργήματος.

Η διεθνούς φήμης μεσόφωνος Τερέζα Ιερβολίνο απέδωσε τον ρόλο του Ορφέα με ξεχωριστό τρόπο. Έχοντας κατακτήσει τις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, από τη Σκάλα του Μιλάνου μέχρι την Όπερα του Παρισιού, δοκιμάζεται για πρώτη φορά σε αυτόν τον απαιτητικό ρόλο, έχοντας δίπλα της, ως Ευρυδίκη, την ανερχόμενη σοπράνο Μαρία Κοσοβίτσα, ενώ τον ρόλο του Έρωτα ερμήνευσε η διακεκριμένη σοπράνο Μαριλένα Στριφτόμπολα. Ξεχωριστή στιγμή της συναυλίας που είχε στο κέντρο της το ταξίδι του Ορφέα στον Κάτω Κόσμο ήταν ο σπαρακτικός θρήνος της απώλειας με διάσημη άρια «J’ai perdue mon Euridice».

Η μουσική έντυσε αυτή τη δοκιμασία, για «να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να βγουν στο φως», η οποία φωτίστηκε υπό την υπέροχη καθοδήγηση του Γιώργου Πέτρου. Μια μοιραία στιγμή που, όπως ακριβώς και η πρωτοπόρα αρχιτεκτονική του Πέτρου Θέμελη, καταφέρνει να κρατά τον μύθο ολοζώντανο και αιώνιο μέσα στον χρόνο.

- Post Down -

Comments are closed.