- Advertisement -

Κατά την πρώτη τους συνάντηση, τον Αύγουστο του περασμένου έτους, ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Λι Τζάε Μιουνγκ, είχε πει στον Ντόναλντ Τραμπ: «Εάν εσείς, κύριε πρόεδρε, γίνετε ο ειρηνοποιός, τότε θα σας βοηθήσω παίζοντας τον ρόλο του βηματοδότη». Ενα χρόνο αργότερα, η επιλογή του Τραμπ να περιορίσει τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα, αντανακλά αυτό που ο ίδιος ο Λι είχε παρουσιάσει, σε αρκετές περιπτώσεις, ως ένα πιθανό εργαλείο για να φέρει πάλι την Πιονγκγιάνγκ στο τραπέζι του διαλόγου. Το γενικότερο μήνυμά του, άλλωστε, είναι ότι η χώρα του οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης αναφορικά με την άμυνά της και να περιορίσει την εξάρτησή της από άλλους.
Ο Τραμπ ανταποκρίθηκε σε αυτό μέσω των ασκήσεων, έστω και αν το έκανε με τον – τυπικό για τον ίδιο – απότομο και διόλου διπλωματικό τρόπο: μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, λίγες ώρες πριν από την έναρξή τους. Η ουσία, ωστόσο, είναι ότι η κίνησή του ενεργοποίησε εκ νέου τις συνήθεις πολιτικές διαχωριστικές γραμμές στη Νότια Κορέα, όπου τα όρια μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς διαμορφώνονται περισσότερο από τη στάση τους έναντι της Βόρειας Κορέας – γεράκια εναντίον περιστερών, αντιπαράθεση έναντι διαλόγου – παρά από τις οικονομικές και κοινωνικές αξίες που πρεσβεύει κάθε πλευρά.
Ο περιορισμός των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων είναι κάτι που υποστηρίζεται από τμήμα της νοτιοκορεατικής Αριστεράς. Ενώ, όμως, ορισμένοι την αντιμετωπίζουν ως δυνάμει χρήσιμο εργαλείο για τη διπλωματία, υπάρχει μια εντονότερη ανησυχία που εκφράζεται δημοσίως στη Σεούλ. Εχει δε να κάνει με την εκτίμηση ότι ο Τραμπ αποδυναμώνει έναν βασικό πυλώνα της αποτροπής κι αφήνει τη Νότια Κορέα με μικρά περιθώρια επιλογών γύρω από αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την ασφάλειά της. Κι αυτό, με τη σειρά του, είναι κάτι που μπορεί να προκαλέσει εντάσεις σε μια συμμαχία η οποία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της ασφάλειας στη Χερσόνησο μετά τον Πόλεμο της Κορέας. Το συντηρητικό κόμμα της αντιπολίτευσης, η Δύναμη του Λαού, αποκάλεσε την εξέλιξη μια «καταστροφή σε επίπεδο ασφαλείας». Η Αριστερά, από την πλευρά της, δεν έδειξε να συμμερίζεται αυτή την έντονη ανησυχία.
Είναι γεγονός ότι η μείωση των εντάσεων με τη Βόρεια Κορέα και η δημιουργία χώρου για διάλογο έχουν κεντρική θέση στην ατζέντα του Λι. Το κυβερνών κόμμα κινδυνεύει, όμως, να έρθει σε σύγκρουση με την κοινωνική βάση, που σε γενικές γραμμές την αντιμετωπίζει με καχυποψία, αν όχι με εχθρότητα.
Πέρα, βεβαίως, από τις εσωτερικές έριδες, το συγκεκριμένο επεισόδιο είναι πιθανό να εντείνει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον παραμένει δεσμευμένη απέναντι στους συμμάχους της, οι οποίες σωρεύονται επί χρόνια μετά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, σύμφωνα με τον Γιαετσούν Κιμ, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο πανεπιστήμιο Sogang της Σεούλ. Οπως ο ίδιος σημειώνει, η εμπιστοσύνη είναι το θεμέλιο κάθε συμμαχίας και δηλώσεις όπως αυτές που κάνει ο Τραμπ ενισχύουν την εντύπωση ότι οι υποχρεώσεις των ΗΠΑ διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό «μέσα από ένα κυρίως συναλλακτικό φακό», κάτι που με τη σειρά του θα μπορούσε να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζουν οι Νοτιοκορεάτες την αξιοπιστία τους πολύ μετά την αποχώρηση του Τραμπ από τον Λευκό Οίκο.
Comments are closed.