- Advertisement -

Ο πρώτος φάκελος για τα Γλυπτά επί Οθωνα

Ο πρώτος φάκελος για τα Γλυπτά επί Οθωνα
1

- Advertisement -

Η Ιστορία κάποιες φορές δεν βρίσκεται στα μουσεία αλλά σ’ έναν φάκελο. Κι ένας τέτοιος, κρυμμένος για χρόνια ανάμεσα στα αρχεία του ελληνικού κράτους, έρχεται τώρα στο φως, αποκαλύπτοντας μια άγνωστη σελίδα από την περιπέτεια της διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα. Η ψηφιοποίηση μέρους των Γενικών Αρχείων του Κράτους, που ολοκληρώνεται αυτή την περίοδο, δίνει τη δυνατότητα να ανατρέξουμε για πρώτη φορά στις αρχές μιας υπόθεσης που παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα. Στις 160 σελίδες του φακέλου καταγράφεται η προσπάθεια της οθωνικής κυβέρνησης να διεκδικήσει την επιστροφή των Γλυπτών, ήδη από τα πρώτα χρόνια ζωής του ελληνικού κράτους.

«Ο φάκελος διεκδίκησης αρχίζει να συγκροτείται από το πρώτο διάστημα που έρχεται ο Οθωνας και οι Βαυαροί στην Ελλάδα. Προηγουμένως έχουν ανακηρύξει την Αθήνα πρωτεύουσα του κράτους κι επίσης έχουν χαρακτηρίσει ως αρχαιολογικό μνημείο την Ακρόπολη από φρούριο που ήταν νωρίτερα. Τότε αρχίζει ο αγώνας της διεκδίκησης των Γλυπτών, τα οποία έχουν φύγει λίγο νωρίτερα με τον Ελγιν στο Λονδίνο και βρίσκονται πια στην κατοχή των βρετανικών Αρχών», αναφέρει μιλώντας στο «Νσυν» ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος, πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και πρόεδρος του Παρατηρητηρίου για τη Διδασκαλία της Ιστορίας στην Ευρώπη, όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Από το 1834 έως το 1842

Τα απαραίτητα άρχισαν να συγκεντρώνονται μόλις τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως το 1842 με ευθύνη του Οθωνα και των συμβούλων του, ενώ μεγάλη ήταν και η συνδρομή του πρεσβευτή της χώρας μας στο Λονδίνο. «Αυτός ο οποίος έχει κατά βάση συγκροτήσει τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για το αίτημα της επιστροφής ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος, γραμματέας επί των εκκλησιαστικών ζητημάτων και της δημοσίου εκπαιδεύσεως.

Ηταν ο καθ’ ύλην αρμόδιος να το κάνει. Ο ίδιος περιγράφει τους ακριβείς αριθμούς των Γλυπτών που αφαιρέθηκαν καθώς και τα τέσσερα τμήματα της ζωοφόρου της Απτέρου Νίκης που βρίσκονται στον κατάλογο του Βρετανικού Μουσείου. Εχει μια πολύ καλή εικόνα της κατάστασης και προτείνει μάλιστα να προσφερθούν αντίγραφα αυτών στους Βρετανούς ώστε να μας δώσουν τα πρωτότυπα. Δεν περιορίζεται δηλαδή στα επιχειρήματα, αλλά έχει επινοήσει και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να δοθεί λύση στο ζήτημα. Η

Βρετανία βέβαια αμέσως απέρριψε το αίτημα, αλλά το εντυπωσιακό είναι το με πόση σοβαρότητα και προσοχή αντιμετωπίζει το θέμα το ελληνικό κράτος», τονίζει ο επικεφαλής των αρχείων. «Ολα ξεκίνησαν από την ίδια τη δημόσια διοίκηση. Αυτή φρόντισε να ανακηρυχθεί η Ακρόπολη μνημείο και προχώρησε στην ανέγερση του μικρού μουσείου πάνω στον βράχο της Ακρόπολης. Είμαστε συχνά πολύ αυστηροί με τη δημόσια διοίκηση, κι έτσι πρέπει, αλλά από την άλλη υπάρχουν κι εντυπωσιακές πτυχές που δείχνουν μια συνέχεια από την πλευρά του κράτους που αξίζει να αναδείξουμε», συμπληρώνει ο ίδιος.

Τα ίδια επιχειρήματα

Αναλύοντας κανείς το περιεχόμενο της πρώιμης ελληνικής διεκδίκησης, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι τα βασικά επιχειρήματα τότε για την επιστροφή των Γλυπτών ήταν σε μεγάλο βαθμό τα ίδια με εκείνα που συνεχίζει να θέτει σήμερα η Ελλάδα.

Η αναφορά στα Γλυπτά ως αναπόσπαστο μέρος του Παρθενώνα και η απαίτηση της επιστροφής τους στην πατρίδα τους δείχνουν ότι το ζήτημα δεν ήταν ποτέ αδιάφορο για το ελληνικό κράτος, αμφισβητώντας ευθέως τις αιτιάσεις της βρετανικής πλευράς. «Είναι τα ίδια κι απαράλλακτα επιχειρήματα που εξακολουθούμε να ορθώνουμε σήμερα απέναντι στους Βρετανούς. Είναι πολύ μεθοδική η δουλειά που έγινε από τη διοίκηση κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που συγκροτούνται τα επιχειρήματα και η μεθοδολογία για να μπορέσουν να πειστούν οι βρετανικές Αρχές. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι ο Ελγιν δεν πήρε ένα αρχαιολογικό εύρημα και το μετέφερε σ’ ένα μεγάλο μουσείο ή το έκανε μέρος κάποιας ιδιωτικής συλλογής, αλλά ότι αφαίρεσε τμήμα του μνημείου με τρόπο καταστροφικό.

Αποσπάστηκε ένα κομμάτι τού μνημείου που στέκει μέχρι σήμερα εκεί και πρέπει να επανασυνδεθεί μαζί του», υποστηρίζει ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος και προσθέτει: «Η αφαίρεση ήταν από εκείνη την εποχή πράξη καταδικαστέα. Δεν είναι όπως καμιά φορά παρουσιάζεται, ότι μπορούσε να δικαιολογηθεί μέσα στο πνεύμα της εποχής όταν γενικώς αφαιρούνταν ή απομακρύνονταν τμήματα από τους αρχαιολογικούς χώρους που δεν ήταν ακόμα χαρακτηρισμένοι, ώστε να φιλοξενηθούν σε μεγάλες διεθνείς μητροπόλεις και πρωτεύουσες σε καλύτερες συνθήκες. Ολο αυτό δείχνει πόσο μεγάλη αξία έχουν τα γενικά αρχεία ενός κράτους για παντός είδους χρήσεις, είτε αυτές αφορούν την ίδια τη δημόσια διοίκηση είτε την εξωτερική πολιτική και τέτοιες μεγάλες υποθέσεις εθνικού χαρακτήρα».

110 εκατ. λήψεις εγγράφων

Η ψηφιοποίηση μέρους των Γενικών Αρχείων του Κράτους ξεκίνησε πριν από περίπου δυόμισι χρόνια με χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης και το αποτέλεσμά της είναι 110 εκατομμύρια λήψεις εγγράφων από περίπου 2.200 ενότητες και 300.000 φακέλους.

Το υλικό προήλθε τόσο από την κεντρική υπηρεσία των αρχείων όσο και από τις 57 περιφερειακές υπηρεσίες του, υπό τη σκέπη του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού όπου ανήκει. Με το πέρας της διαδικασίας, το σύνολο των καταγραφών θα είναι διαθέσιμο στην ειδική ενότητα «@ρχειομνήμων» της ιστοσελίδας των αρχείων που ήδη έχει δημιουργηθεί. «Η ψηφιοποίηση επιτρέπει την εύκολη πρόσβαση, αλλά διασώζει κιόλας τα αρχεία αφού το χαρτί έχει πεπερασμένη ζωή.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι το χάρτινο αρχείο καταστρέφεται, ούτε περιθωριοποιείται ή απαξιώνεται. Το κρατάμε, το συντηρούμε με μεγάλη προσοχή και το εμπλουτίζουμε. Το χαρτί εξακολουθεί να είναι σημαντικό μέσο διάσωσης αυτής της αρχειακής μνήμης, της θεσμικής του κράτους. Διότι τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, αυτή προστατεύουν και διαιωνίζουν», δηλώνει ο πρόεδρος της Εφορείας των Αρχείων.

Ανάμεσα στα ψηφιακά τεκμήρια περιλαμβάνονται σελίδες εγγράφων, σχεδίων, χειρογράφων, πρακτικών, φωτογραφιών και χαρτών που καλύπτουν επτά συνολικά αιώνες ζωής. Δεκαοκτώ χρόνια μετά την πρώτη προσπάθεια ψηφιοποίησης των αρχείων, η δεύτερη αναδεικνύει μεταξύ άλλων κομμάτια ιστορίας από την περίοδο των Ενετών, της αγγλικής και γαλλικής διοίκησης των Επτανήσων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αρχεία από τη συλλογή Γιάννη Βλαχογιάννη, ιδρυτή των αρχείων το 1914, από την περίοδο της Επανάστασης του 1821.

- Post Down -

Comments are closed.