- Advertisement -

Οι Πανελλαδικές του 2026 δύσκολα θα ξεχαστούν.
Όχι επειδή ήταν συνολικά ευκολότερες ή δυσκολότερες από τις προηγούμενες, αλλά επειδή ανέδειξαν μια σχεδόν παράδοξη εικόνα: από τη μία πλευρά χιλιάδες υποψήφιοι έγραψαν εξαιρετικά στη Φυσική, οδηγώντας πολλούς εκπαιδευτικούς να μιλούν σκωπτικά για τη χρονιά των «Αϊνστάιν», και από την άλλη τα Αρχαία Ελληνικά αποδείχθηκαν για ακόμη μία φορά ο μεγάλος «κόφτης» των υποψηφίων των Ανθρωπιστικών Σπουδών.
Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του υπουργείου Παιδείας επιβεβαιώνουν αυτή την εντυπωσιακή αντίθεση.
Στη Φυσική καταγράφηκε αισθητά μεγαλύτερο ποσοστό υψηλών βαθμολογιών σε σχέση με πέρυσι, ενώ στα Αρχαία Ελληνικά οι βαθμοί κάτω από τη βάση εξακολούθησαν να κυριαρχούν. Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ενδιαφέρουσα στατιστική καταγραφή.
Διαβάστε ακόμα: ΑΕΙ: Τι δείχνουν οι βαθμολογίες για τις βάσεις εισαγωγής
Είναι ο βασικός παράγοντας που αναμένεται να διαμορφώσει τις φετινές βάσεις εισαγωγής.
Οι πρώτες αναλύσεις εκπαιδευτικών συμβούλων και ειδικών που παρακολουθούν διαχρονικά την πορεία των βάσεων συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το φετινό καλοκαίρι δεν θα χαρακτηριστεί από σαρωτικές μεταβολές αλλά από στοχευμένες ανακατατάξεις, ανάλογα με το επιστημονικό πεδίο και τη σχολή.
Η μεγαλύτερη κινητικότητα αναμένεται στο 2ο Επιστημονικό Πεδίο.
Η σημαντική αύξηση των αριστούχων στη Φυσική δημιουργεί μεγαλύτερο ανταγωνισμό στις υψηλόβαθμες σχολές, κυρίως στις Πολυτεχνικές και στα τμήματα Πληροφορικής.
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις αναλυτών, οι Ηλεκτρολόγοι Μηχανικοί του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, οι Μηχανολόγοι και ορισμένα ακόμη τμήματα υψηλής ζήτησης θα μπορούσαν να καταγράψουν άνοδο της τάξης των 100 έως 250 μορίων, χωρίς να αποκλείονται μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις εάν οι προτιμήσεις των υποψηφίων κινηθούν ακόμη πιο έντονα προς τις σχολές της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Αντίθετα, στο 1ο Επιστημονικό Πεδίο οι χαμηλές επιδόσεις στα Αρχαία Ελληνικά λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι αρκετά τμήματα Φιλολογίας, Ιστορίας και Αρχαιολογίας θα παρουσιάσουν πτώση, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ξεπεράσει τα 200 μόρια.
Οι δύο Νομικές σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αναμένεται να εμφανίσουν μεγαλύτερες αντοχές, καθώς εξακολουθούν να συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό αριστούχων, ωστόσο και εκεί δεν αποκλείεται μια ήπια αποκλιμάκωση της τάξης των 50 έως 150 μορίων.
Πιο σταθερή προβλέπεται η εικόνα στο 3ο Επιστημονικό Πεδίο.
Οι Ιατρικές Σχολές
Οι Ιατρικές σχολές εξακολουθούν να συγκεντρώνουν τους υποψηφίους με τις υψηλότερες συνολικές επιδόσεις και, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής αναλύσεις, οι μεταβολές στις βάσεις τους δύσκολα θα ξεπεράσουν τα 100 μόρια προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Αντίστοιχα περιορισμένες εκτιμάται ότι θα είναι οι διακυμάνσεις και στις περισσότερες σχολές Επιστημών Υγείας.
Στο 4ο Επιστημονικό Πεδίο, οι χαμηλές επιδόσεις στο μάθημα της Οικονομίας δημιουργούν προϋποθέσεις για ήπια πτωτική πορεία αρκετών οικονομικών και διοικητικών τμημάτων, κυρίως στην περιφέρεια. Τα δημοφιλή τμήματα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και οι σχολές με υψηλή απορρόφηση στην αγορά εργασίας εκτιμάται ότι θα παρουσιάσουν πολύ μικρότερες μεταβολές.
Οι ειδικοί, πάντως, αποφεύγουν τις κατηγορηματικές προβλέψεις. Από την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής και των διαφορετικών συντελεστών βαρύτητας ανά τμήμα, οι βάσεις δεν ακολουθούν πλέον μηχανικά τη δυσκολία των θεμάτων.
Η τελική εικόνα θα διαμορφωθεί από έναν συνδυασμό παραγόντων: τις επιλογές των υποψηφίων στο μηχανογραφικό δελτίο, τον αριθμό των εισακτέων, τους συντελεστές κάθε σχολής και, φυσικά, τη βαθμολογική κατανομή.
Γι’ αυτό και όσοι μελετούν συστηματικά την εξέλιξη των βάσεων επιμένουν ότι η ασφαλέστερη πρόβλεψη για φέτος είναι μία: δεν θα υπάρξει ένα ενιαίο ρεύμα ανόδου ή πτώσης.
Η χρονιά του 2026 θα μείνει στη μνήμη κυρίως για την εντυπωσιακή επίδοση στη Φυσική και για τη νέα δοκιμασία των υποψηφίων στα Αρχαία Ελληνικά, αλλά οι πραγματικοί «κερδισμένοι» και «χαμένοι» θα αναδειχθούν μόνο όταν ολοκληρωθεί η συμπλήρωση των μηχανογραφικών δελτίων και ανακοινωθούν οι τελικές βάσεις εισαγωγής στα τέλη Ιουλίου.
Μέχρι τότε, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: περισσότερος ανταγωνισμός στις κορυφαίες Πολυτεχνικές σχολές, συγκρατημένες μεταβολές στις Ιατρικές, πιέσεις στις ανθρωπιστικές σχολές και περιορισμένες ανακατατάξεις στο μεγαλύτερο μέρος του πανεπιστημιακού χάρτη.
Με άλλα λόγια, οι Πανελλαδικές του 2026 φαίνεται ότι δεν θα αλλάξουν τις ισορροπίες σε όλο το σύστημα, αλλά θα μετακινήσουν αισθητά τον πήχη εκεί όπου οι φετινές επιδόσεις διαφοροποιήθηκαν περισσότερο.
Comments are closed.