- Advertisement -

Οχι μόνο μια κινηματογραφική ιδέα αλλά και μια βαθιά προσωπική και καλλιτεχνική αναζήτηση βρίσκεται πίσω από τη νέα ταινία του Μάρκου Παπαδόπουλου με προσωρινό τίτλο «Lights & Shadows» (Φως και σκιές). Πέντε χρόνια μετά την πρώτη του δουλειά μεγάλου μήκους με τίτλο «Σαρμάκο – Μια ιστορία του Βορρά» που γυρίστηκε στη Θεσσαλονίκη και προβλήθηκε στο 61ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της πόλης, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος στήνει ένα οικογενειακό δράμα, το οποίο κινείται ανάμεσα σε δύο χώρες και δύο πραγματικότητες. Με έμπνευση από την εμπειρία του ως Ελληνας της διασποράς στη Γερμανία, επιχειρεί να αποτυπώσει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα της μετανάστευσης και της νοσταλγίας για τις ρίζες.
«Ξεκίνησα αυτήν την ταινία πριν από ενάμιση χρόνο, όταν έλαβα υποστήριξη και χρηματοδότηση από το υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας. Γράφοντας το σενάριο με ενδιέφερε η περιοχή μας εδώ σε συνδυασμό με τον Ελληνισμό, την μετανάστευση και το brain drain – που φεύγουν τα έξυπνα παιδιά από τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα κι έρχονται εδώ. Αλλά τελικά απογοητεύονται επειδή δεν έχουν τόσες προσδοκίες κι ευκαιρίες απ’ ό,τι φαντάστηκαν», αναφέρει ο Μάρκος Παπαδόπουλος μιλώντας στο «Νσυν».
Μάνα και κόρη
Αυτή η θεματική αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο μέσα από τη σχέση μιας μάνας με την κόρη της που μπαίνει στο κέντρο της αφήγησης. Η κόρη, βρίσκεται έξι χρόνια στη Γερμανία και δουλεύει ως βοηθός οδοντιάτρου αλλά χάνεται στην τέκνο σκηνή της περιοχής του Ρουρ, του βιομηχανικού κέντρου της χώρας. Η επίσκεψη της μητέρας και του αδερφού της γίνεται η αφορμή για να ξεδιπλωθεί σε flashback στη δεκαετία του 1980 η ιστορία της γνωριμίας της με τον σύζυγό της και της εγκατάλειψη της από εκείνον.
Μετά το θάνατο της όμως, το κορίτσι επιστρέφει στην Ελλάδα αναζητώντας τον πατέρα της για να συνδεθεί μαζί του. «Με ενδιέφεραν οι σχέσεις μεταξύ μητέρας και κόρης αλλά γενικότερη κι όλη η οικογενειακή συνθήκη. Δηλαδή τι γίνεται αν έχεις μια επίσκεψη από τη μητέρα σου από την Ελλάδα για πρώτη φορά μετά από χρόνια που έχεις να την δεις, τι βλέπει εδώ στη δική μας περιοχή που είναι μια πόλη βιομηχανική και μια σκοτεινή περιοχή.
Αλλά και το πώς εξελίσσονται οι οικογένειες, πώς χωρίζουν, τι αναμνήσεις έχουν, τι προβλήματα υπάρχουν, τι καβγάδες γίνονται και τι σχέση έχουν γενικά τα παιδιά με τους γονείς όταν εκείνα έχουν φύγει από το σπίτι κι έχουν χωρίσει ο πατέρας με τη μητέρα», δηλώνει ο σκηνοθέτης, ο οποίος κάνει επίσης και την παραγωγή. Στον πυρήνα της αφήγησης αναπτύσσεται μια έντονη δυαδικότητα που διαπερνά κάθε επίπεδο της ταινίας: από τη μία η σχέση μητέρας – κόρης, γεμάτη εγγύτητα αλλά κι αποστάσεις κι από την άλλη δύο τόποι που λειτουργούν σχεδόν σαν αντίθετοι πόλοι, η Ελλάδα και η Γερμανία.
Ανάμεσα σε αυτούς τους άξονες, οι χαρακτήρες κινούνται διαρκώς, ισορροπώντας ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, το ανήκειν και την αποξένωση, το φως και τη σκιά. «Η ιστορία ξεκινάει στο Ρουρ αλλά κορυφώνεται στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει και η μουσική. Αναφέρεται η τέκνο σκηνή ενώ στο flashback της δεκαετίας του 1980 με τη μητέρα, εμφανίζεται η ντίσκο με όλα τα τραγούδια της εποχής. Υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ μητέρας και κόρης αλλά και πολλές αντιπαραθέσεις. Μαθαίνουμε για τις δύο χώρες, τους δύο χαρακτήρες πώς μιλάνε, πώς φαίνονται, τι συγκρούσεις έχουν. Η κοπέλα μοιράζεται ανάμεσα σε δύο χώρες και αναζητάει απαντήσεις για την οικογένειά της, ψάχνει την ταυτότητά της», επισημαίνει ο δημιουργός της ταινίας που την περίοδο αυτή βρίσκεται στη φάση του post-production.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Μπόχουμ, με καταγωγή από το χωριό Φανάρι του Κιλκίς αλλά και στενή σχέση με τη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε, ο Μάρκος Παπαδόπουλος στο έργο του δείχνει να επιστρέφει σταθερά σ’ έναν ενδιάμεσο χώρο, εκεί όπου η Ελλάδα και η Γερμανία δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικά αλλά ως δύο συμπληρωματικές πραγματικότητες.
«Είναι σημαντικό για μένα να υπάρχει ελληνικό κομμάτι στις ταινίες μου. Δεν το σπρώχνω επίτηδες, ούτε το κάνω αναγκαστικά, κάπως βγαίνει. Οταν έγραφα αυτήν την ιστορία, δεν είχα στο μυαλό μου ότι πρέπει οπωσδήποτε να καταλήξει πάλι στη Θεσσαλονίκη. Απλώς έγινε. Κατέληξα εκεί που έχει να κάνει πάντα και με την δική μου βιογραφία, ιστορία και ταυτότητα», υπογραμμίζει ο ίδιος, βάζοντας στην κουβέντα τις δημιουργικές ευκαιρίες που προσφέρει η πόλη.
«Η επιλογή μου σχετίζεται επίσης με την πεποίθηση ότι η Θεσσαλονίκη είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και κινηματογραφικά υποτιμημένες πόλεις της Ευρώπης, με πολλά ιδιαίτερα και γραφικά σημεία που αξίζει να αναδειχθούν. Τα τελευταία χρόνια η πόλη χρησιμοποιείται περισσότερο ως φόντο για διεθνείς παραγωγές, όχι όμως για τα αυθεντικά της χαρακτηριστικά. Παράλληλα, εκτιμώ ιδιαίτερα τους ανθρώπους εκεί και θεωρώ ότι υπάρχουν εξαιρετικοί επαγγελματίες στον χώρο μας για πολύ καλές, φιλικές και δημιουργικές συνεργασίες», συμπλήρωσε.
Στη Θεσσαλονίκη ολοκληρώθηκε λίγες ημέρες πριν από το Πάσχα το δεύτερο σκέλος των γυρισμάτων ενώ το πρώτο είχε πραγματοποιηθεί στη Γερμανία με τη διεύθυνση φωτογραφίας να έχει ο Μινκ Γιόστερ. Το καστ αποτελούταν από ένα μείγμα επιτυχημένων ηθοποιών των δύο χωρών όπως οι Λυδία Μαρία Μακρίδη, Στεφανία Γουλιώτη, Γιώργος Γάλλος, Αλέξανδρος Νικολαΐδης, Λαβίνια Γουίλσον, Μόριτς Ζέισκε κι άλλων ανερχόμενων όπως οι Γαλάτεια Αγγέλη και Χρήστος Γαβριηλίδης. Η ταινία αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο Σεπτέμβριο προκειμένου να ξεκινήσει το ταξίδι της προς τις αίθουσες και τα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ.
Comments are closed.