- Advertisement -

Σε κάθε εποχή, το βρετανικό πολιτικό σκηνικό κυριαρχείται και καθορίζεται από συγκεκριμένες πολιτικές προσωπικότητες – από τον Ρόμπερτ Πιλ, (τον ιδρυτή του Συντηρητικού και Ενωτικού Κόμματος) και τον Γουίλιαμ Γκλάντστοουν (φιλελεύθερο αναμορφωτή του βρετανικού πολιτικού συστήματος), τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και τον Κλέμεντ Ατλι (ιδρυτή του Εθνικού Συστήματος Υγείας) μέχρι τη Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Τόνι Μπλερ.
Όλες/οι άφησαν το ιδιαίτερο ξεχωριστό προσωπικό τους πολιτικό αποτύπωμα, έχοντας, όμως, έναν κοινό παρονομαστή. Κατόρθωσαν να επηρεάσουν την εποχή τους κατέχοντας υψηλά κυβερνητικά πόστα, πιο συγκεκριμένα τον πρωθυπουργικό θώκο, ορισμένες φορές για περισσότερες από μία κυβερνητικές θητείες.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας πολιτικός, ο οποίος όχι απλώς επηρέασε – και εξακολουθεί να επηρεάζει – τη σύγχρονη βρετανική πολιτική σκηνή, αλλά και την κατεύθυνση του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς να έχει διατελέσει πρωθυπουργός, υπουργός, ή καν βουλευτής με μακρά θητεία.
Ο Νάιτζελ Φάρατζ κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής της Βουλής των Κοινοτήτων για πρώτη φορά το 2024 και ως πρόεδρος του Κόμματος της Μεταρρύθμισης φέρεται να έχει το προβάδισμα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, για να διαβεί το κατώφλι του αριθμού 10 της Ντάουνινγκ Στριτ ως ο επόμενος βρετανός πρωθυπουργός.
Παράλληλα, οι ίδιες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι 10 χρόνια μετά το δημοψήφισμα για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση, της βασικής πολιτικής παρακαταθήκης του Νάιτζελ Φάρατζ, η μεγάλη πλειονότητα των Βρετανών θεωρεί ότι το Brexit ήταν ένα λάθος.
Για να γίνει κατανοητή αυτή η εκ πρώτης όψεως αντίφαση, αλλά και το ίδιο το γεγονός της έντονης επιρροής του Νάιτζελ Φάρατζ στο βρετανικό πολιτικό γίγνεσθαι, δεν αρκεί μόνο η επιστημονική ανάλυση του πολιτικού και εκλογικού συστήματος του Ηνωμένου Βασιλείου από την πλευρά του συνταγματικού δικαίου, της κοινωνιολογίας και των πολιτικών επιστημών. Η προσοχή πρέπει να στραφεί και να συμπεριλάβει και το ίδιο το πρόσωπο του βρετανού πολιτικού.
Ενα χρήσιμο αναλυτικό πρίσμα για την κατανόηση της επιτυχίας και της απήχησης του Νάιτζελ Φάρατζ βρίσκεται στις σελίδες του συναρπαστικού ψυχολογικού θρίλερ της Πατρίσια Χάισμιθ, «Ο ταλαντούχος κ. Ρίπλεϊ».
Το βασικό χαρακτηριστικό του αντιήρωα του βιβλίου είναι ότι κατανοεί πως στη σύγχρονη κοινωνία συχνά η αυθεντικότητα εκλαμβάνεται ως παράσταση. Αντιλαμβάνεται τις προσδοκίες, τις ανησυχίες και τις προκαταλήψεις των άλλων και, στη συνέχεια, παρουσιάζει μια εκδοχή του εαυτού του που τους ακουμπά.
Με μια πίντα μπίρας στο χέρι
Αυτή είναι και η μεγάλη επιτυχία του Νάιτζελ Φάρατζ. Σε αντίθεση με τον χαρακτήρα του βιβλίου, ο Φάρατζ δεν είναι εκτός συστήματος, δεν είναι «αουτσάιντερ».
Φοίτησε στο Κολέγιο Ντάλιτς, ένα διακεκριμένο και ιστορικό ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, εργάστηκε στο Σίτι του Λονδίνου, δηλαδή την καρδιά του χρηματοπιστωτικού τομέα της Βρετανίας και εν πολλοίς του βρετανικού κατεστημένου.
Παρόλο που η κοινωνική του προέλευση (για παράδειγμα ο ίδιος προτιμά το γαλλοπρεπές και κάπως πιο αριστοκρατικό «Φαράαζ» αντί του «Φάρατζ» για την προφορά του επωνύμου του), η εκπαίδευση και οι εμπειρίες ζωής τον κατατάσσουν στην τάξη των προνομιούχων, η πολιτική του εικόνα είναι αυτή του αυθόρμητου λαϊκού στοχαστή και θαμώνα της τοπικής «Παμπ» που εκφράζει δυσάρεστες και άβολες, για την καθεστηκυία τάξη, αλήθειες.
Αυτή η αντίφαση δεν αποδυναμώνει την ελκυστικότητά του, αντίθετα την ενισχύει.
O ίδιος, όπως και ο Ρίπλεϊ, διαθέτει την ικανότητα να ενσαρκώνει έναν ρόλο που σημαντικό κομμάτι της κοινής γνώμης βρίσκει συναρπαστικό και γοητευτικό.
Ψυχανεμίζεται το συναισθηματικό κλίμα που επικρατεί γύρω του και διαμορφώνει μια δημόσια εικόνα του εαυτού του η οποία φαίνεται να συντονίζεται απόλυτα με αυτό.
Σε αυτή την παράσταση αυθεντικότητας η σημειολογία παίζει κρίσιμο ρόλο. Δεν είναι τυχαίο ότι η οπτική επωδός που ακολουθεί και αναπαράγει ο Νάιτζελ Φάρατζ όλα αυτά τα χρόνια είναι ο ίδιος, με μια πίντα (το χαρακτηριστικό ποτήρι των 568ml) μπίρας στο χέρι, τη γραβάτα χαλαρωμένη, και ένα χαμόγελο που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο συνωμοτικό και το θριαμβευτικό.
Αυτή η εμφάνιση δεν είναι ένας απλός συμβολισμός. Η «τοπική Παμπ» αποτελούσε την καρδιά των τοπικών κοινωνιών, του δημόσιου χώρου. Ηταν το μέρος όπου οι θαμώνες συζητούσαν τα πολιτικά, αντάλλασσαν ιδέες, διοργάνωναν κινητοποιήσεις ή απλά απολάμβαναν τις μπίρες τους ως επιβράβευση έπειτα από μια κουραστική, πλην όμως, «κανονική» μέρα στη δουλειά – στο χωράφι, στο εργοστάσιο, στο ανθρακωρυχείο.
Η χαρακτηριστική φιγούρα του Φάρατζ στην παμπ ως μέρος μιας καλά ενορχηστρωμένης πολιτικής σκηνοθεσίας παραπέμπει και ξυπνά μνήμες μιας κανονικότητας – μνήμες ιδιαίτερα ισχυρές στις εργατικές τάξεις του αγγλικού βορρά – που δεν υπάρχει πια. Ολα αυτά πριν ανοίξει το στόμα του, πριν πει το οτιδήποτε.
Το κλειδί της επιτυχίας
Την ίδια στόχευση, δηλαδή το συναίσθημα, έχει και ο «αγώνας» του ενάντια στην πολιτική ορθότητα. Τα προκλητικά και ορισμένες φορές οριακά ρατσιστικά αστεία και σχόλια τα οποία, από καιρού εις καιρόν, έχει διατυπώσει ή έχει κληθεί να υποστηρίξει παραπέμπουν σε μια άλλη «πιο ανέμελη» εποχή κατά την οποία θα μπορούσαν να ειπωθούν χωρίς να προκαλέσουν αντιδράσεις.
Η μεταμόρφωση του Φάρατζ από μέρος του συστήματος σε αντισυστημικό κριτή της γραφειοκρατίας, της πολιτικής ορθότητας και των απομακρυσμένων ελίτ δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ανειλικρίνειας. Οι πολιτικές ταυτότητες αποτελούν πάντα, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, κατασκευές. Αυτό που διακρίνει τον Φάρατζ είναι η πολυπλοκότητα αυτής της κατασκευής.
Πολύ πριν άλλοι πολιτικοί συνειδητοποιήσουν τη μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ μέσων ενημέρωσης, μέσων κοινωνικής δικτύωσης και πολιτικής, εκείνος είχε αναγνωρίσει ότι οι ψηφοφόροι εμπιστεύονταν όλο και περισσότερο την προσωπικότητα/εικόνα παρά τους θεσμούς. Αναζητούσαν την οικειότητα αντί της εξειδίκευσης. Προτιμούσαν την αυθεντικότητα, ή τουλάχιστον την πειστική εμφάνιση αυθεντικότητας, από την τεχνοκρατική ικανότητα.
Όπως ο Ρίπλεϊ που εισέρχεται σε έναν νέο κοινωνικό κύκλο και αντιλαμβάνεται διαισθητικά τους κώδικές του, έτσι και ο Φάρατζ επέδειξε μια εξαιρετική ευαισθησία στα κοινωνικο-πολιτισμικά μηνύματα.
Κατάλαβε τη σημασία του ελλείμματος «ταυτότητας» τοπικών κοινωνιών ως αποτέλεσμα της αποβιομηχάνισης και των δημογραφικών αλλαγών που επέφεραν διαδοχικά κύματα μετανάστευσης και τη σύνδεση του ελλείμματος «ταυτότητας» με την αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και τη γενικότερη δυσαρέσκεια τμημάτων του εκλογικού σώματος προς την άρχουσα τάξη.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και το κλειδί της επιτυχίας του Φάρατζ: η επιτυχία δεν είναι ιδεολογική, είναι επιτυχία έγκαιρης διάγνωσης. Διέγνωσε δηλαδή ότι πολλοί ψηφοφόροι αισθάνονταν αποξενωμένοι από την πολιτική ηγεσία που, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, τους απευθυνόταν μέσα από μια ξύλινη και τεχνοκρατική γλώσσα διακυβέρνησης η οποία αδυνατούσε να ανταποκριθεί στην ανάγκη τους για αναγνώριση, ταυτότητα και αίσθηση του «ανήκειν».
Αυτή η ικανότητα του να διαβάζει τις κοινωνικές επιθυμίες είναι το μεγαλύτερο πολιτικό του πλεονέκτημα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η κυβερνώσα τάξη της Βρετανίας θεωρούσε σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως ένα θέμα που είχε ήδη επιλυθεί. Οι διαφωνίες σχετικά με τις συνθήκες, τους κανονισμούς και τη θεσμική μεταρρύθμιση συνεχίζονταν, αλλά η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση παρέμενε εκτός των ορίων της σοβαρής πολιτικής συζήτησης. Η υποστήριξη για την έξοδο από την Ευρώπη αντιμετωπιζόταν συχνά ως εκκεντρική, νοσταλγική ή πολιτικά μη σοβαρή από το πολιτικό κατεστημένο.
Ο Φάρατζ κατάλαβε ότι η αντίθεση προς την Ευρωπαϊκή Ενωση σπάνια αφορούσε μόνο την Ευρωπαϊκή Ενωση. Για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης οι ανησυχίες για τις Βρυξέλλες λειτούργησαν ως μέσο εξωτερίκευσης ευρύτερων ανησυχιών. Η οικονομική ανασφάλεια, οι δημογραφικές αλλαγές στις τοπικές κοινωνίες λόγω της αλλαγής του οικονομικού μοντέλου, η μετανάστευση, η φθίνουσα εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, το αφήγημα της διάβρωσης της εθνικής κυριαρχίας, συνυφάνθηκαν σε μια ενιαία αφήγηση.
Το πολιτικό κατεστημένο είχε την τάση να αντιμετωπίζει τα θέματα αυτά ξεχωριστά. Ο Φάρατζ αντιλήφθηκε τη συναισθηματική τους σύνδεση. Οπως ο Ρίπλεϊ επιβιώνει χάρη στην κατανόηση των ανθρωπίνων κινήτρων, και τη χειραγώγηση, ο Φάρατζ εντόπισε, συγκέρασε και εν τέλει εκμεταλλεύθηκε συναισθήματα και φοβίες που τα κόμματα εξουσίας είχαν υποτιμήσει.
«Viral» ευρωσκεπτικισμός
Τα χρόνια του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Επισήμως, ήταν νομοθέτης. Στην πράξη, όμως, ήταν ένας ικανός ρήτορας που εκμεταλλευόταν στο έπακρο το ευρωπαϊκό βήμα και την προβολή που αυτό τού παρείχε. Οι ομιλίες του σπάνια είχαν ως στόχο να πείσουν τους συναδέλφους του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ήταν παραστάσεις που απευθύνονταν σε ακροατήρια εκτός Κοινοβουλίου, μια πρακτική που ενισχύθηκε πολλαπλασιαστικά με την έλευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Αλλά και πριν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεταμορφώσουν την πολιτική, ο Φάρατζ είχε ήδη κατανοήσει τη λογική της επικοινωνίας που γίνεται «viral». Μια σύντομη αντιπαράθεση, μια αξιομνημόνευτη προσβολή, ένα βίντεο που δοκίμαζε τα όρια των θεσμικών πλαισίων, μπορούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή από ό,τι μήνες εργασίας σε επιτροπές. Από αυτή την άποψη, δεν συμμετείχε απλώς στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης. Συνέβαλε στη διαμόρφωσή του.
Το δημοψήφισμα του 2016 αποτέλεσε το αποκορύφωμα αυτής της μακράς διαδικασίας. Συχνά περιγράφεται ως εξέγερση κατά των ελίτ, εθνικιστική αναζωπύρωση ή συνταγματικός σεισμός. Ηταν όλα αυτά. Ωστόσο, ήταν κυρίως ένας θρίαμβος της κατασκευής αφηγημάτων.
Ο Φάρατζ δεν εφηύρε τον ευρωσκεπτικισμό. Η βρετανική καχυποψία απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χρονολογείται από πολλές γενιές, πριν ακόμη και φιλοευρωπαίοι πολιτικοί, όπως ο Τόνι Μπλερ, είτε ρίξουν είτε δεν εμποδίσουν να πέσει νερό στον μύλο του ευρωσκεπτικισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ούτε ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος για τη νίκη της καμπάνιας υπέρ της Εξόδου (και άλλοι πολιτικοί, ακτιβιστές συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα).
Ωστόσο, διαδραμάτισε έναν μοναδικό ρόλο. Μετέτρεψε ένα αφηρημένο συνταγματικό επιχείρημα σε μια ιστορία για την ανάκαμψη της δημοκρατίας. Η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ενωση έπαψε να αποτελεί τεχνοκρατικό ζήτημα συνθηκών και κανονισμών. ;Eγινε ζήτημα «φωνής»/διαφωνίας (κατά το μοντέλο του Αλμπερτ Χίρσμαν, A.O. Hirschman, Exit, Voice and Loyalty, Harvard University Press, 1970), ταυτοτικής αναγνώρισης και αίσθησης του «ανήκειν».
Το αν κάποιος συμφωνεί με αυτή την ερμηνεία/κατασκευή είναι, τελικά, δευτερεύον σε σχέση με την κατανόηση της αποτελεσματικότητάς της. Η πολιτική επιτυχία συχνά εξαρτάται λιγότερο από την πειστικότητα δεδομένων, γεγονότων και αριθμών και περισσότερο από την απήχηση του αφηγήματος. Οι άνθρωποι υποστηρίζουν ιστορίες που τους βοηθούν να δώσουν νόημα στις εμπειρίες τους. Ο Φάρατζ προσέφερε μια τέτοια ιστορία ακριβώς τη στιγμή που πολλοί ψηφοφόροι την αναζητούσαν.
Αναντιστοιχία λόγων και έργων
Εδώ είναι που η σύγκριση με τον Ρίπλεϊ γίνεται πιο διαφωτιστική. Ο Τομ Ρίπλεϊ πετυχαίνει επειδή κατανοεί ότι οι ταυτότητες είναι δημιουργήματα διαδραστικής διαδικασίας. Προκύπτουν από μια αλληλεπίδραση μεταξύ ερμηνευτή και κοινού. Η ιδιοφυΐα του δεν έγκειται στο ότι επιβάλλει μια ψευδή εικόνα στους άλλους, αλλά στο ότι τους προσφέρει μια εκδοχή της πραγματικότητας που είναι έτοιμοι να αποδεχθούν.
Η πολιτική απήχηση του Φάρατζ εδράζεται σε έναν παρεμφερή μηχανισμό. Οι υποστηρικτές του δεν βλέπουν ούτε ακούν σε αυτόν απλώς έναν πολιτικό, αλλά τον εκφραστή – επιβεβαιωτή ενός «φαντασιακού» που αντικατοπτρίζει τους φόβους, τις απογοητεύσεις, τις ταυτοτικές τους ανάγκες, τις ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές του εστιάζουν στις ανακρίβειες, τις αναλήθειες και τις ρητορικές υπερβολές του λόγου του. Αν και αυτή η κριτική είναι τις περισσότερες φορές δικαιολογημένη, δεν φαίνεται να είναι αποτελεσματική, διότι παραβλέπει τη βαθύτερη πηγή της ελκυστικότητάς του λόγου του: οι ψηφοφόροι «νιώθουν» ότι τους καταλαβαίνει. Στη σύγχρονη πολιτική, αυτή η πεποίθηση είναι ισχυρότερη και πιο καθοριστική από την τεχνοκρατική επάρκεια.
Αυτό εξηγεί και τη διάθεση των ψηφοφόρων να παραβλέψουν ή να συγχωρήσουν faux pas, περιστατικά υφέρπουσας υποκρισίας ή τουλάχιστον αναντιστοιχίας λόγων και έργων. Για παράδειγμα, το πιο πρόσφατο περιστατικό με το «προσωπικό δώρο» 5 εκατομμυρίων λιρών που έλαβε το 2024 λίγο πριν αποφασίσει να κατέλθει στις εκλογές ως υποψήφιος με το Κόμμα της Μεταρρύθμισης.
Η δωρεά προήλθε από τον Κρίστοφερ Xάρμπορν, επενδυτή κρυπτονομισμάτων με έδρα την Ταϊλάνδη, ο οποίος είναι δωρητής του Κόμματος της Μεταρρύθμισης. Το παράπτωμα που καταλογίζεται στον Φάρατζ είναι ότι δεν δήλωσε το ποσό στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής ως όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες για την πολιτική και εκλογική διαφάνεια όταν εξελέγη βουλευτής.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι 5 εκατομμύρια λίρες είναι «προσωπικό δώρο» και όχι «πολιτική δωρεά» και ότι άρα δεν είχε την υποχρέωση να τα δηλώσει. Δύο επίσημες έρευνες έχουν ξεκινήσει από την Επιτροπή Δεοντολογίας του Κοινοβουλίου και την Ανεξάρτητη Αρχή που ερευνά τη διαφάνεια της εκλογικής διαδικασίας, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, τις πολιτικές και προεκλογικές δωρεές. Οι αντικρουόμενες και εν πολλοίς μη πειστικές εξηγήσεις για τη φύση και τον σκοπό της δωρεάς ενίσχυσαν την εντύπωση ελλείμματος διαφάνειας και πολιτικής εξάρτησης χωρίς, ωστόσο, να κλονίσουν την απήχησή του στους ψηφοφόρους του. Γι’ αυτούς το «δώρο» είναι μία αναγνώριση της συμβολής του Φάρατζ στο Βrexit. Γι’ αυτό κι εκείνος παραιτήθηκε, διεκδικώντας την επανεκλογή του και ποντάροντας ότι η εκλαμβανόμενη αυθεντικότητα θα υπερισχύσει της ακεραιότητας.
Αποτυπώματα και ελέφαντες
Εδώ βρίσκεται και το θεσμικό «κόστος» της επιρροής του. Ο λαϊκιστικός τρόπος με τον οποίο δρα, που τον κατέστησε πολιτικά αποτελεσματικό, ενθάρρυνε επίσης έναν συγκεκριμένο τρόπο κατανόησης και συμμετοχής στη δημοκρατική διαδικασία. Πολύπλοκα πολιτικά ζητήματα συχνά αναδιατυπώνονται απλοϊκά ως απόλυτες και «προφανείς» επιλογές/λύσεις που το κατεστημένο αρνείται να εφαρμόσει. Τα θεσμικά αντίβαρα παρουσιάζονται ως τροχοπέδη και οι πολιτικοί αντίπαλοι ως φερέφωνα μιας αποξενωμένης ελίτ.
Το αποτύπωμα του Φάρατζ σε αυτό τον τομέα είναι όντως εντυπωσιακό, όχι μόνο λόγω της απήχησής του, αλλά κυρίως λόγω της αντίδρασης των πολιτικών του αντιπάλων.
Το Συντηρητικό Κόμμα ενσωμάτωσε μεγάλα τμήματα της πολιτικής του ατζέντας στο δικό του πρόγραμμα. Η κυβέρνηση των Εργατικών μέχρι σήμερα προσπάθησε να αποδυναμώσει την απήχηση του Φάρατζ περισσότερο μέσω προσαρμογής παρά μέσω αντιπαράθεσης. Αντί να αμφισβητήσει τις υποκείμενες παραδοχές της ατζέντας Φάρατζ, υιοθέτησε στοιχεία του ίδιου πολιτικού λεξιλογίου, ενισχύοντας με αυτόν το τρόπο την προβολή της ατζέντας που προσπαθούσε να περιορίσει.
Οι Πράσινοι επέλεξαν ως αρχηγό τον Ζακ Πολάνσκι, ο οποίος, παρότι βρίσκεται στον ιδεολογικό αντίποδα, εμφανίζεται συντονισμένος με το επικοινωνιακό ύφος που καθιέρωσε ο Φάρατζ στη δημόσια σφαίρα – αναγνωρίζοντας τον μετασχηματισμό των προσδοκιών της πολιτικής επικοινωνίας που έφερε ο Φάρατζ.
Και μιλώντας για «κόστος», κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τον «ελέφαντα στο δωμάτιο» ο οποίος, δέκα χρόνια μετά, είναι πιο εμφανής από ποτέ. Η Βρετανία συνεχίζει να παλεύει με τις συνέπειες του Brexit, το οποίο αποδυνάμωσε την οικονομική, συνταγματική και γεωπολιτική ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς να έχει επιλύσει ούτε στο ελάχιστο τα γενεσιουργά αίτια (τα ζητήματα ταυτότητας, κυριαρχίας, μετανάστευσης και οικονομικής στρατηγικής) που οδήγησαν στην έξοδο. Η απήχηση, όμως, του πρωτεργάτη του Brexit παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
Επιστρέφοντας στο ευρετικό σχήμα/πρίσμα του αντιήρωα της Πατρίσια Χάισμιθ, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η σύγκριση την οποία επιχειρεί δεν είναι ηθική αλλά ερμηνευτική. Ο Ρίπλεϊ είναι ένας εγκληματίας, ενώ ο Φάρατζ είναι ένας δημοκρατικά εκλεγμένος πολιτικός. Ωστόσο, και οι δύο απεικονίζουν ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης δημόσιας ζωής: τη σημασία της ικανότητας κατασκευής μιας πειστικής δημόσιας ταυτότητας και ενός αφηγήματος.
Αυτό ίσως είναι και το πιο χρήσιμο δίδαγμα για τη νέα ηγεσία των Εργατικών, η οποία θα κληθεί να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιπαρατεθεί στο Κόμμα της Μεταρρύθμισης: να παίξει με τον πειστικό «τρόπο» του Φάρατζ, αλλά όχι στο γήπεδό του.
Comments are closed.