- Advertisement -

Τώρα που ολοκληρώθηκε η πασαρέλα των πολιτικών αρχηγών στη ΔΕΘ. Τώρα που εξαντλήθηκαν η ανοχή κι η αντοχή μας σε διακηρύξεις, υποσχέσεις και προγράμματα. Τώρα που χάσαμε και τον Μαζωνάκη.
Ενα πράγμα έμεινε ως συμπέρασμα.
Μπορεί οι εκατέρωθεν εξαγγελίες να μην απέχουν παρασάγγες μεταξύ τους, αλλά κανείς δεν μιλάει με κανέναν και κανείς δεν θέλει να κυβερνήσει με κάποιον άλλο.
Κατά κάποιον τρόπο όλοι κινούνται στον αντίποδα του μεγάλου Στράτου που σοφά συμβούλευε «καλύτερα μαζί σου και τρελός, παρά μονάχος μου και λογικός».
Προτιμούν μονάχοι. Σε σημείο που αν οι εξαγγελίες τους είχαν κάποια στοιχειώδη βάση και έβγαιναν οι αριθμοί, τότε η Ελλάδα θα κατέληγε την επομένη των εκλογών με (τουλάχιστον) τρεις μονοκομματικές κυβερνήσεις!
Ευτυχώς δεν έχουν. Με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα και αν πάρουμε υπόψη το εκλογικό σύστημα, η Ελλάδα θα ξυπνήσει την επομένη των εκλογών με δύο ειδών πιθανές κυβερνήσεις.
– Είτε με μια κυβέρνηση μονοκομματική ή έστω με κορμό τη ΝΔ – είναι μάλλον το λιγότερο πιθανό σενάριο, αν θεωρήσουμε ότι η ΝΔ απέχει σαφώς από την αυτοδυναμία…
– Είτε με μια κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ της ΝΔ και κάποιου άλλου κόμματος.
Σε περίπτωση που δεν προκύψει κάτι από τα δύο, η χώρα θα οδηγηθεί σε δεύτερη κάλπη και βλέπουμε.
Για να μη συμβεί, όμως, αυτό χρειάζεται η συνδρομή της πρώτης κάλπης.
– Αν η ΝΔ βγει αρκετά ισχυρή και της λείπουν λίγες έδρες, θα μπορέσει ενδεχομένως να κάνει κυβέρνηση και χωρίς αυτοδυναμία με τη σύμπραξη μερικών βουλευτών.
– Αν όμως η ΝΔ αποδυναμωθεί σημαντικά, τότε δύσκολα θα μπορέσει να επιβάλει ένα καθεστώς συνεργασίας σε κάποιο άλλο κόμμα. Ολοι θα προτιμήσουν να λύσουν τις διαφορές τους σε έναν «δεύτερο γύρο».
Οι δευτερότριτοι έχουν ίσως μια πιο δύσκολη επιλογή μπροστά τους.
Θεωρητικά η δεύτερη κάλπη ευνοεί και ενισχύει το πρώτο κόμμα. Ετσι συνέβη και το 2012 και το 2023.
Για το δεύτερο κόμμα οι δεύτερες εκλογές είναι δίκοπο μαχαίρι. Ενισχύθηκε μεν το 2012 αλλά έπεσε το 2023.
Για το τρίτο κόμμα δεν είναι σαφές. Πάντως, μάλλον, δεν ενισχύεται.
Συνεπώς, ένα μικρότερο κόμμα έχει συμφέρον να κλείσει μια συμφωνία συνεργασίας με το πρώτο κόμμα, αμέσως μετά τις πρώτες εκλογές, ώστε να μην οδηγηθούμε στις δεύτερες που ευνοούν το πρώτο.
Αυτά λέει η απλή λογική. Αλλά εδώ είμαστε Ελλάδα, όπου (θυμίζω) κανείς δεν μιλάει με κανέναν και όλοι θέλουν να κυβερνήσουν μόνοι τους. Ακόμη κι ο Σαμαράς φτιάχνει κόμμα για ατομική του χρήση.
Συνεπώς, είναι εύλογη η επιλογή τουλάχιστον της ΝΔ να ρίξει όλο το βάρος στην πρώτη κάλπη. Αυτή θα ορίσει και τη συνέχεια.
Απομένουν δύο ερωτήματα.
– Πρώτον, ο βαθμός αποσυσπείρωσης της κυβερνητικής παράταξης, που είναι λογικό κι αναμενόμενο να υπάρχει έπειτα από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης.
– Δεύτερον, το πολυσυζητημένο «κόμμα Σαμαρά», που προς το παρόν δεν έχει εμφανιστεί ώστε να μπορέσει να μετρηθεί η απήχησή του.
Με μια παρατήρηση. Οτι η προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού δεν φαίνεται να απευθύνεται τόσο στη σταθερή βάση της κυβερνητικής παράταξης, όσο σε κοινά που έχουν απομακρυνθεί ή αποστασιοποιηθεί από τα δεξιά της.
Είναι προφανές, όμως, πως και το «κόμμα Σαμαρά» θα κινηθεί σε έναν ορίζοντα πρώτων εκλογών, διότι μετά τα πράγματα θα γίνουν πολύ δύσκολα γι’ αυτό.
Και συνεπώς η ΝΔ θα πρέπει να στεγανοποιηθεί μεν απέναντί του αλλά με κάποιο τρόπο που θα επιτρέπει την προσέλκυση των ψηφοφόρων του σε ενδεχόμενες δεύτερες εκλογές.
Λογικά, λοιπόν, θα κόψει κάθε γέφυρα έστω και απλής συνεννόησης με τον ίδιο τον Σαμαρά και την ηγετική ομάδα του. Δεν γίνεται να αποδεχτεί το σκηνικό «μια παράταξη, δύο κόμματα» που επιχειρεί να στήσει ο πρώην πρωθυπουργός.
Ασφαλώς είναι νωρίς για τα όποια προγνωστικά, τουλάχιστον πριν εμφανιστεί το ίδιο το κόμμα του Σαμαρά και δούμε πόσο πραγματικά μετράει.
Ολα, όμως, συνηγορούν ότι «μητέρα όλων των μαχών» και περισσότερο από τις δεύτερες, θα είναι οι πρώτες εκλογές.
Σε αυτό το (όχι και τόσο) μπλεγμένο σκηνικό επιβάλλεται μια παρατήρηση. Την τελευταία τριετία και μετά τις εκλογές του 2023, δύο πρόσωπα φάνηκε ότι θα μπορούσαν να διακριθούν ακόμη και με τη γενναιόδωρη συνδρομή μιας μερίδας του Τύπου. Ο Κασσελάκης και η Καρυστιανού.
Σήμερα, κάποιους μήνες πριν από τις εκλογές, ουδείς διαβεβαιώνει ότι θα μπορέσουν έστω να μπουν στη Βουλή. Ξεφούσκωσαν.
Κι από ό,τι φαίνεται, στην εκλογική αρένα θα αναμετρηθούν ξανά οι συνήθεις ύποπτοι. Ουσιαστικά δηλαδή θα βρούμε στην κάλπη τους ίδιους πολιτικούς αρχηγούς με το 2023.
Είναι άραγε τόσο δύσκολο το νέο στην πολιτική;
Φαίνεται πως είναι. Ή τουλάχιστον πως δεν είναι απλό.
Τα παλιά κοινωνικά και πολιτικά στερεότυπα όπως της «πονεμένης μάνας» ή του «ωραίου νέου» δείχνουν να μην αποδίδουν πια. Τουλάχιστον όσο η «πονεμένη» και ο «ωραίος» δεν ανταποκρίνονται και σε κάποιες στοιχειώδεις προδιαγραφές πολιτικής επάρκειας.
Είναι αισιόδοξο συμπέρασμα. Και κυρίως αποτελεί την απάντηση σε όσους διαδίδουν ότι η πολιτική είναι μια εύκολη ή συνηθισμένη υπόθεση, την οποία μπορεί να διεκπεραιώσει ο οιοσδήποτε, αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία και να την αρπάξει.
Αν ίσχυε αυτή η ευκολία, θα είχαμε δεκάδες πρωθυπουργούς, υπουργούς και αρχηγούς κομμάτων. Δεν ισχύει.
Και επιβεβαιώνεται έτσι η παλιά καλή βρετανική κουβέντα που λέει πως στη δημοκρατία «ο οιοσδήποτε μπορεί να γίνει πρωθυπουργός αλλά όχι ο οποιοσδήποτε». Να το θυμόμαστε.
Comments are closed.